Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

πρωτοχρονιά παραμονή


ποίηση Γιώργου Ανδρέου

Πρωτοχρονιά παραμονή
-σε βλέπω που κοιμάσαι
στου ονείρου σου τη μουσική
ευτυχισμένος νά`σαι.
Τον ύπνο σου ζεσταίνουνε
-κι ας είναι η νύχτα κρύα
τα δώρα που σε καρτερούν 
από την Καισαρεία.

Για σένα ο κόσμος κι ο καιρός
δεν λιώνουν σαν τους πάγους.
Έχεις Χριστό και Παναγιά,
αστέρι και τρεις μάγους.
Έχεις το ψέμα της γιορτής
και τη φωτιά της νιότης.
Πρίγκηπας είσαι και φτωχός,
προσκυνητής και ιππότης.

Πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;
Σε ποιόν το γράμμα σου θα στείλεις
για να ζητήσεις τα παιχνίδια που αγαπάς.
Όταν μονάχος σου στη γη θα περπατάς
παντού κλεισμένες πόρτες πόρτες θα χτυπάς.
Χρήμα και χρόνο πάντα θα χρωστάς
κι αγάπη δανεική θα οφείλεις
πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;

Πρωτοχρονιά παραμονή
-ακόμα ένας χρόνος.
Άλλο ένα βήμα στα τυφλά,
ένας ακόμα πόνος.
Θά`ρθουν πολλά κι άλλα πολλά
ατέλειωτη θητεία
ταξίδι ωραίο η ζωή
σπουδή και μαθητεία.

Να το θυμάσαι, είσαι παιδί
κι αν θες παιδί να μείνεις
κρύψε στη μέσα σου ψυχή
πίσω σου όσα αφήνεις.
Για να τα βρεις έναν καιρό
μπροστά σου φωτισμένα
και μες στης μνήμης τον σωρό
να θυμηθείς κι εμένα.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

μελομακάρονο σαν παραμύθι

Από την αγαπημένη Άρτεμις.
Καλή απόλαυση!

συναγερμός στην άχνη

Ορδές ζαχαροπλαστών, γκουρμεδόφιλων και ορκισμένων κουραμπιεδολατρών κατακλύζουν από σήμερα το μεσημέρι τα νοσοκομεία του πλανήτη, μετά τη σοκαριστική και ξεδιάντροπη αποκάλυψη της αλήθειας για την ιστορία του διάσημου χριστουγεννιάτικου γλυκίσματος. Εμφανίζουν συμπτώματα οξείας νευρικής κρίσης, παραληρήματος και γενικής κατάρρευσης, ενώ οι γιατροί δηλώνουν αδυναμία να τους συνεφέρουν. Στις ψυχιατρικές κλινικές γίνονται αγωνιώδεις προσπάθειες να στεγαστούν οι νέοι ασθενείς, χωρίς να διαταράξουν την ήδη εύθραυστη ισορροπία των τροφίμων ψυχασθενών.
Η κρίση πανικού αρχίζει να εξαπλώνεται με γοργό ρυθμό, μέσα και έξω από τα νοσοκομεία, ενώ ταυτόχρονα καταγράφονται περιπτώσεις λιποθυμίας στη θέα ή στο άκουσμα του κουραμπιέ. Δεν είναι λίγες μέχρι στιγμής οι περιπτώσεις ατυχημάτων εξαιτίας του ισχυρού σοκ κατά τη συνειδητοποίση της αλήθειας.
Η απομυθοποίηση της λαχταριστής λιχουδιάς επηρεάζει ακόμα και τα παιδιά, που δηλώνουν ότι φοβούνται να βγουν για τα κάλαντα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μήπως και κάποιος αθεόφοβος χαιρέκακος κακούργος τα κεράσει τον -απαγορευμένο πια- κουραμπιέ. Τα χαρούμενα τριγωνάκια φέτος θα σωπάσουν, βυθισμένα σε βαθιά θλίψη και αγωνία. Φημολογείται πως πίσω από αυτό το γεγονός κρύβεται η σατανική μάγισσα Φρικαντέλα, που νομίζει πως με αυτό το υποχθόνιο κόλπο βρήκε επιτέλους τον τρόπο να απαλλαγεί από τα κάλαντα. Ειδικοί μυστικοί πράκτορες ερευνούν την κατάσταση.
Ταυτόχρονα, χωρίς βασιλόπιτα και χωρίς ψωμί φαίνεται πως θα μείνουν αυτήν την Πρωτοχρονιά χιλιάδες οικογένειες, αφού ο ένας μετά τον άλλο οι φούρνοι κλείνουν, ελλείψει προσωπικού. Τσαρλατάνοι ψευτομάγειρες επιχειρούν να θησαυρίσουν πουλώντας γιαλαντζί ψωμάκια, ενώ στη μαύρη αγορά ανάρπαστες γίνονται οι λίγες βασιλόπιτες που υπήρχαν στα καταστήματα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα αποτελέσματα της σημερινής αποκάλυψης. Οι Αρχές καταστρώνουν σχέδιο καταπολέμησης πιθανών καταστροφικών συνεπειών.
Καταζητείται ο δημοσιογράφος Λαζαρολύκ Μεγαλοστοματίκ, ενώ άγνωστες ακόμη παραμένουν οι πηγές του. Έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, με τις κατηγορίες της ανεύθυνης διάδοσης απόρρητων πληροφοριών και της ανεπανόρθωτης κατάλυσης του Μύθου των Χριστουγέννων.

Don Curabiatto

Με αφορμή το Στόμα του κακού Λύκου: El Kurabiero

Οι πραγματικοί κουραμπιέδες πήραν το όνομά τους από τον Ιταλό κόμη Don Curabiatto, που ήταν γνωστός για τις γαστρονομικές του ευαισθησίες και τα συμπόσια στην αυλή του ήταν μυθικά. Μάγειρες και ζαχαροπλάστες από όλα τα μέρη του κόσμου ένωναν τις δυνάμεις τους, σε μια πανδαισία γεύσεων, χρωμάτων και μεθυστικών μυρωδικών.
Μάλιστα, φήμες λένε ότι η όλη ιστορία με το μεξικανό Kurabiero είναι πλαστή και οι μαϊμού κουραμπιέδες φτιαγμένοι μόνο και μόνο για να σαμποτάρουν το αληθινό ευγενές γλύκισμα.
Αν προχωρήσουμε λίγο ακόμη τις έρευνές μας, ανακαλύπτουμε ότι η έχθρα αυτή ξεκίνησε όταν ο Curabiatto ξεμπρόστιασε το Σικελό μαφιόζο παππού του τρομοκράτη, τον κακόφημο χοντρό Kurabiedonni. Μετά από αυτό το γεγονός, εκείνος μετανάστευσε στο Μεξικό για να γλιτώσει και να ξεφύγει από τη λοιδορία των συνεργατών του. Εκεί στην εξορία, δίδαξε στον εγγονό του την τέχνη της εκδίκησης.
Βέβαια, όλα αυτά είναι εικασίες που ερευνώνται ακόμη, αλλά η δικαιοσύνη δε θα αργήσει να κάνει τη δουλειά της και να αποκαταστήσει το όνομα και την υπόληψη του γιορτινού πειρασμού.

Καλή όρεξη, φάτε άφοβα! Φροντίστε μόνο να βγείτε και καμιά βόλτα στο κρύο για να μη σας βρει ο νέος χρόνος τετράπαχους και κολλημένους σε στρώσεις ζάχαρης, επάνω στο τραπέζι!

έρωτας άνευ όρων


Γλυκιά παράδοση στα χέρια του εραστή, παθιασμένα φιλιά, αξεχώριστα σώματα, μπλεγμένα σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι γεύσεων, αισθήσεων, υφών και αρωμάτων.

Κουραμπιέδες, ασφαλώς. Το απόλυτο χριστουγεννιάτικο γλύκισμα, απόλυτα χειμερινό, απόλυτα ζεστό, απόλυτα ευωδιαστό, απόλυτα εύγευστο. Άρωμα βανίλιας, διακριτικά ποτισμένο από καβουρντισμένα αμύγδαλα, βελούδινη γεύση αγνού μυρωδάτου βουτύρου, με επίγευση αφράτης κατάλευκης ζάχαρης άχνης.
Νυχτερινή παρασκευή κουραμπιέδων με συνοδεία καλής μουσικής και χαμόγελου είναι η απόλυτη ευτυχία των γιορτών. Εκεί, που η καρδιά πλημμυρίζει έρωτα, τον άνευ όρων έρωτα των απλών υλικών, που οδηγεί σε μια σχεδόν παιδική μπισκοτένια γεύση, αλλά εξευγενισμένη και κολασμένα νόστιμη, προκλητική για όλες τις ηλικίες.
Εκεί, είναι που θέλεις να χιονίζει και η πόλη να είναι γεμάτη φωτάκια και να έχει χρώμα ασπρόμαυρο και να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα μόνο τα πολύχρωμα τρυφερά κασκόλ των ανθρώπων. Ίσως, κάπου μακριά, να νιώσεις πως είδες την άκρη ενός έλκηθρου που γλιστρούσε απαλά στο σκοτάδι...

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

ο αγιοβασιλάκος


Δεμένος με τα Χριστούγεννα, από τότε που τα θυμάσαι. Αυτός ο φτηνός αρκουδάκος με το σάκο των γιορτινών παιχνιδιών είναι ο αγιοβασιλάκος σου. Ενσαρκώνει το πνεύμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τον έψαχνες πάντα, ανάμεσα στα στολίδια, τον έβρισκες με χαρά και τον κρεμούσες πρώτο πρώτο, σε εξέχουσα θέση στο δέντρο. Ήταν το γούρι, η βεβαιότητα ότι ο Άη-Βασίλης θα ερχόταν και πάλι, να φάει τον κουραμπιέ, να πιει το λικεράκι και λίγο από το γάλα του και να σου αφήσει ένα δωράκι.
Τώρα, που τα στολίδια εκείνα πια έχουν παλιώσει, καταχωνιαστεί σε ένα κουτί βαθιά στο πατάρι και ξεχαστεί, ο αγιοβασιλάκος επιμένει, σε εξέχουσα θέση, να σου θυμίζει τί ήταν για σένα οι γιορτές. Τί είναι για σένα οι γιορτές. Εκεί, στη λάμψη των πλαστικών του ματιών, αντικρίζεις εκείνον το χοντρούλη με τη μακριά άσπρη γενειάδα που κάθε χρόνο σου υποσχόταν μυστικά πως όλα θα γίνονταν λίγο καλύτερα.
Και συνεχίζει να σου υπόσχεται.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

η λεηλασία του μουσείου

Παιδικό δωμάτιο. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια παιδικό. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια για παιδιά. Παιδικό δωμάτιο που εγκαταλείπεται, δίνοντας χώρο στη φυγή προς μια κάποια ενηλικίωση. Πάντα το δωμάτιο μένει πίσω. Απομένει, ερημώνεται, περιμένει καρτερικά, αφήνεται στην παρακμή του. Ένα λείψανο παιδικού δωματίου, στεγάζει περιοδικά μικρές επιστροφές. Επιστροφές, δηλαδή επισκέψεις. Επιστροφές, δηλαδή σύντομες εξορμήσεις επούλωσης τραυμάτων.

Σε πονάει κάθε επιστροφή. Σε πονάει και σε ανακουφίζει ταυτόχρονα. Σε ελευθερώνει και σε φυλακίζει. Σου θυμίζει αυτά που θέλεις να θυμάσαι, αυτά που κάποτε ήσουν και πια έχεις διώξει μακριά σου, αυτά που θα ήθελες να είσαι και ποτέ δεν έγινες. Σου θυμίζει τις προσδοκίες, τα όνειρα, τα απροσδόκητα όνειρα, την αφέλεια, τα όσα πια ξέρεις πως δεν πρόκειται να γίνουν. Σου θυμίζει αυτά που δε θέλεις να θυμάσαι, σου φτιάχνει υπομνήσεις για το μέλλον, σου επισημαίνει την αξία του παρόντος σου.
Είσαι στο μουσείο σου. Κάθε αντικείμενο και μια ιστορία. Κάθε βιβλίο, κάθε ράφι, κάθε ρωγμή, κάθε παιχνίδι, κάθε μικρή τελίτσα, ένα έκθεμα μόνο δικό σου. Μόνο για σένα μιλάει, μόνο εσύ ξέρεις γιατί είναι τόσο σημαντικό το σπασμένο γλαστράκι από το ξεραμένο κακτάκι να μη μετακινηθεί ούτε χιλιοστό. Μόνο εσύ. Κάποτε, φεύγοντας, άφησες τα πάντα στην ίδια γνωστή θέση πιστεύοντας αφελώς πως θα μπορούσες μια μέρα να συνεχίσεις τη ζωή εκεί που την άφησες, στο ίδιο παιδικό δωμάτιο. Σήμερα, ξέρεις πόση ουτοπία έκρυβε μέσα της αυτή η σκέψη.
Σαν άλλος πειρατής του εαυτού σου, έχεις λαηλατήσει πολλαπλά το μουσείο σου. Στην αρχή, παίρνοντας τα απαραίτητα, τα αναγκαία, αυτά που δεν μπορούσες να αποχωριστείς. Αυτά που αποτελούσαν την ψυχή της καθημερινότητάς σου αλλά όχι την ψυχή του παιδικού δωματίου. Όχι την ψυχή του μουσείου. Έπειτα, λεηλάτησες κι άλλα, αναζητώντας εναγωνίως στάλες οικειότητας και ζεστασιάς στη νέα σου φωλιά, πιστεύοντας αφελώς ότι θα μπορούσες να μεταφέρεις την ατμόσφαιρα που αγαπούσες. Ότι θα μπορούσες να έχεις ένα φορητό χωρικό πεδίο θετικής ενέργειας. Μα όχι, όχι, ούτε αυτό λειτούργησε.
Κι έχεις τώρα απέναντί σου ένα λεηλατημένο μουσείο, που δεν παύεις να λεηλατείς αλλά δεν παύει να είναι μουσείο. Κάπως ιερό και απείραχτο, δεν μπορείς να το διαλύσεις, να κόψεις τα δεσμά, δεν μπορείς να το αλλάξεις, μπορείς μόνο να το λεηλατήσεις κι άλλο. Σιγά σιγά και βίαια, αφαιρώντας του κομμάτια, καταστρέφοντας το χαρακτήρα του, αλλοιώνοντάς το ως το τέλος. Με τύψεις. Πολλές. Και για το ότι το παιδικό δωμάτιο εκφυλίστηκε σε μουσείο και για το ότι το λεηλατείς μέχρι τελικής πτώσης.
Μη γνωρίζοντας τί από τα δύο βαραίνει πιο πολύ, μη γνωρίζοντας αν είσαι περισσότερο συλλέκτης ή πειρατής, παραπαίεις. Και η λεηλασία του μουσείου συνεχίζεται, σε μια παράξενη συνύπαρξη αντικρουόμενων χαρακτήρων.


Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

υπερ-σύνδεση



Joan Baez. Πάντα μου θύμιζε τη Φλέρυ. Μια μετενσάρκωσή της, μυστική, ανεξήγητη. Μια επικοινωνία πλανάται μεταξύ τους, στο μυαλό μου, μια επικοινωνία αιθέρια και τέλεια όσο οι φωνές τους.
Δεν ξέρω αν ποτέ συναντήθηκαν, δεν ξέρω αν ποτέ αντάλλαξαν δυο νότες, δεν ξέρω αν ενέπνευσαν η μία την άλλη. Αυτά τα ξέρουν οι ειδικοί μουσικόφιλοι κι εγώ ασφαλώς δεν ανήκω σ' αυτήν την κατηγορία. Δεν ξέρω αν οι φωνές τους μοιάζουν, αν ταιριάζουν μουσικά, αν έχουν παρόμοιες συχνότητες, παρόμοια τεχνική. Αυτά είναι για τους μουσικούς κι εγώ δε σκαμπάζω ούτε νότα. Εσύ, μουσικέ μου, που διαβάζεις τώρα, πες μου την επιστημονική σου γνώμη.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι νιώθω μια αιωρούμενη, δυνατή και αβέβαιη συγγένεια ανάμεσά τους. Κάθε φορά που τις ακούω και τις βλέπω. Από παιδί.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

μυτούλα που τρέχει και ματάκια δακρυσμένα

Από το συνάχι, φυσικά. Φατσούλα κόκκινη, κατακόκκινη από τον ερεθισμό και φωνή βραχνή σαν νταλικέρη. Με τρίχρονη αφέλεια και μπουκωμένα χάχανα, τρέχουν ασταμάτητα και ακούραστα, χοροπηδάνε, γελάνε, παίζουνε. Πλατύ χαμόγελο με βλέμμα ταλαιπωρημένο και εκδηλώσεις τρυφερότητας. Παναγιωτούλα μου εγώ σ' αγαπάω... Σ' αγαπάω και σε φιλώ!
Μόνο αγάπη ξέρουν να προσφέρουν τα παιδιά. Μόνο αγάπη. Είναι δυνατόν να μη σε κάνουν ευτυχισμένη;

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

η μακέτα που δεν υπήρξε ποτέ


Ένας μήνας. Ένας μήνας μέσα στο υπόγειο. Ένας μήνας πάνω σε σχεδιαστήρια. Ένας μήνας ανάμεσα σε χαρτόνια, πολυκαρβονικές διατομές, ελαστικά καλούπια και πολυεστερικές ρητίνες. Ένας μήνας με μάσκες και γάντια και επικίνδυνες καρκινογόνες ουσίες. Ένας μήνας άπειρης φαιάς ουσίας σπαταλημένης σε τεχνικές τελειότητας μιας αναπαράστασης ενός φανταστικού κτηρίου. Ένας μήνας αϋπνίας και μαύρων κύκλων και κούρασης και ζέστης, μέσα στη σκόνη. Ένας μήνας. Τέσσερις εβδομάδες. Τριανταμία ημέρες. Εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες. Μία μακέτα.

Ενα χρόνο και κάτι αργότερα. Καμία μακέτα. Καμία φωτογραφία. Κανένα τεκμήριο για την ύπαρξη του εξεζητημένου αντικειμένου. Κανένα ίχνος. Η μακέτα αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Είναι καταδικασμένη να μείνει στη μνήμη σου, μα μόνο εκεί. Είναι καταδικασμένη να φαντάζει για πάντα προϊόν του εγκεφάλου σου. Έτσι κι αλλιώς, μια μέρα θα περάσει στη λήθη, εκεί όπου δε θα ξέρεις πια αν είναι όνειρο, φαντασία, μύθος ή πραγματικότητα.

Καμία μακέτα. Ή μάλλον, μια μακέτα λιγότερη. Ένας μήνας, τέσσερις εβδομάδες, τριανταμία ημέρες, εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες από τη ζωή σου αφιέρωμα ολοκληρωτικό σε κάτι που ποτέ δεν υπήρξε. Αφιέρωμα σε μια μακέτα που ποτέ δε θα υπάρξει, από 'δω και στο εξής.

μακάρι η πτήση της εν λόγω κυρίας μακέτας να ήταν σαν κι αυτήν εδώ

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

καταφύγιο

Όταν οι νύχτες φαντάζουν μεγάλες και κρύες, όταν οι σκέψεις πια δε χωράνε στο μυαλό, όταν οι λέξεις είναι λίγες, όταν το κλάμα δεν έχει πια δάκρυα, όταν το γέλιο μοιάζει ψέμα, όταν οι ώρες γίνονται στιγμές και οι στιγμές αιώνες, όταν οι μνήμες είναι τόσες που πια μετατρέπονται σε αχνή συννεφένια λήθη...
Υπάρχει πάντα ένα σωτήριο καταφύγιο. Πάντα ζεστό και πάντα διαθέσιμο. Μια παλιά αγαπημένη καλή ταινία μπορεί να κάνει θαύματα. Και, να σου πω ένα μυστικό; Αν η μία ταινία δεν αρκεί, μπορείς να δεις και δεύτερη. Ακόμα και τρίτη.

[Woody Allen, Meryl Streep | Manhattan]

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

όνειρο κακό

Εσύ, που πάντα ζεις στο δικό σου κόσμο, εσύ, που πάντα ελπίζεις για το καλύτερο, εσύ, που πάντα πιστεύεις ότι οι δυσκολίες στο περιβάλλον μπορούν μόνο να σε κινητοποιήσουν και να προκύψει μια λάμψη μες στην καταχνιά, εσύ, ξύπνησες με έναν εφιάλτη.
Μέσα στον ιδρώτα και το άγχος, πετάχτηκες με σπασμούς και αναφιλητά. Συνειδητοποίησες ότι ήταν εφιάλτης, όνειρο, φαντασία, πλανεύτρα μάγισσα κακιά. Συνειδητοποίησες και προσπάθησες να το αποτινάξεις από πάνω σου κουνώντας χέρια και πόδια, με απελπισία. Κι όμως, δυσκολεύτηκες να ξυπνήσεις. Βαθιά μέσα σου ένιωσες πως αυτή κατά βάθος είναι η αλήθεια. Με πόνο, αισθάνθηκες αυτήν την πραγματικότητα να σε κυριεύει, να καταπλακώνει τον κόσμο, και τον κόσμο σου μαζί.

Στο όνειρο, βρέθηκες μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο. Αντίκρισες μια εικόνα παρακμής, ερήμωσης, κούρασης και εγκατάλειψης. Δε διέφερε πολύ από την εικόνα που βλέπεις στην τηλεόραση. Για το τέλος, τεράστιοι παχουλοί πολιτικοί σε χλεύασαν και φουσκωμένοι αστυνόμοι-φύλακες αποπειράθηκαν να σε παρενοχλήσουν, λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς ο βιασμός είναι κάτι που δέχεσαι αδιαμαρτύρητα. Χρόνια τώρα, όπως και τα άλλα μικρά ανθρωπάκια σαν κι εσένα.

Στην πράξη, δεν υπάρχει πια τίποτα που να νιώθεις θετικό εδώ. Θεσμικά και κοινωνικά μιλώντας. Υπάρχουν ακόμη τα πράγματα και οι άνθρωποι που αγαπάς, ναι. Υπάρχουν ακόμη αυτά που σε εμπνέουν. Έχουν πληθύνει όμως επικίνδυνα αυτά που σε πνίγουν, αυτά που σε φοβίζουν, αυτά που σε σπρώχνουν και αυτά που σε διώχνουν. Και αναρωτιέσαι: γιατί; Και αναρωτιέσαι: πώς φτάσαμε ως εδώ;



Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

έχουμε γενέθλια!



Ένα χρόνο πριν, ξημερώματα Κυριακής, γεννήθηκε αυτό εδώ το κουτί σκέψεων, αναμνήσεων και συναισθημάτων. Ένα χρόνο πριν, αναζητώντας απεγνωσμένα μια έξοδο από τη συσσωρευμένη ένταση, αναζητώντας μια ανάσα από τη φορτισμένη καθημερινότητα. Ένα χρόνο πριν, ψάχνοντας τη χαμένη ηρεμία, κυνηγώντας τις εύθραυστες ισορροπίες. Όχι, δεν ήξερε τί ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει αυτό το μπλογκ. Ακόμα δεν ξέρει, εδώ που τα λέμε. Ξέρει όμως ότι θέλει να μεγαλώσει, χωρίς βιασύνη αλλά με πάθος. Ξέρει ότι θέλει να εξερευνήσει, να αναλύσει, να θυμηθεί, να ξεχάσει, να συγκινηθεί και να γελάσει όσο πιο πολύ μπορεί. Να αποφορτίσει ψυχή και πνεύμα και να ξεκινήσει πάλι. Συνέχεια.

Ξέρει ακόμη ότι χρωστάει ένα γιγάντιο ολόψυχο ευχαριστώ σ' εσένα που διαβάζεις τώρα. Και σ' εσένα, που σου αφιερώνει μυστικά κάποιες αράδες. Και σ' εσένα, που ξέρει πια πότε συμφωνείς και πότε όχι. Και σ' εσένα, που δεν ξέρω το όνομά σου. Και σ' εσένα, που θέλεις να είσαι αόρατος. Υπάρχεις όμως. Και μέσα από σένα υπάρχει και η μικρή μου παπαρούνα.

Και του χρόνου!

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

μετά μουσικής

ένα βίντεο που εμφανίζεται σήμερα στο A RONDA DOS DIAS
απολαύστε!



Μια αγορά. Μια απλή καθημερινή κλειστή αγορά, σε μια απλή κοινή μέρα. Με απλό, καθημερινό και βιαστικό κόσμο. Με κόσμο που κάνει απλά ψώνια, αγχωμένος, θυμωμένος, χαρούμενος, ανέμελος, σκεφτικός, ερωτευμένος, αφηρημένος. Ξαφνικά, μέσα από τους ανθρώπους, ανάμεσα στους πολυάσχολους πωλητές, πίσω από υπαλλήλους που κουβαλάνε τρόφιμα, ξεπετάγονται τραγουδιστές της όπερας. Περπατάνε δίπλα τους, τραγουδούν, χαμογελάνε, χορεύουν μαζί τους. Για λίγα λεπτά, όλα σταματούν, για λίγα λεπτά, όλοι κοιτάζουν έκθαμβοι. Για λίγα λεπτά, όλοι ακούνε μουσική.
Αμηχανία, ασφαλώς, υπάρχει. Γιατί η τέχνη, η μουσική, το θέατρο, η παράσταση, το πηγαίο ή στημένο δρώμενο, δεν είναι μέρος της ζωής. Είναι ένα κομμάτι ξεκρέμαστο, ξεκομμένο από την καθημερινότητα. Η τέχνη είναι για το μουσείο, οι πίνακες για την γκαλερί, ο πολιτισμός για το θέατρο, η καλή μουσική για τα σοβαρά κονσέρτα, η όπερα για τη Λυρική, οι καλές ταινίες για τους κουλτουριάρικους εναλλακτικούς κινηματογράφους. Εκεί όπου όλοι φοράνε τα καλά τους, ετοιμάζονται κατάλληλα και μπαίνουν σε "λειτουργία πολιτισμού", παίρνουν τη δόση τους και μετά τέλος. Τέλος. Είναι ελεύθεροι να να κάνουν τα ψώνια τους, να πάνε στις δουλειές τους, να οδηγήσουν, να βρίσουν στο φανάρι, να σπρώξουν τον κόσμο στο λεωφορείο, να ποδοπατηθούν για να μπουν πρώτοι στο μετρό, να πάνε για καφέ και να συζητάνε μεγαλόφωνα αναλύοντας τα κουτσομπολιά των ημερών.
Όταν, όμως, οι τενόροι και οι σοπράνο είναι άνθρωποι σαν κι εκείνους; Όταν ξεπροβάλλουν στο πλάι τους ανέλπιστα, ντυμένοι με φόρμα εργασίας; Όταν αντί για πολυτελές θέαμα η όπερα θυμίζει μεσαιωνικό θέατρο δρόμου;

Είναι το απρόβλεπτο, η έκπληξη, το διαφορετικό που κανει το θαύμα του. Αυτό που κάνει το χρόνο να σταματήσει, το χώρο να ξεχαστεί, το περιβάλλον να γίνει οικείο. Είναι αυτό το ίδιο απρόβλεπτο που μας θυμίζει αυτό που ίσως έχουμε ξε-χάσει. Να αναζητάμε την ποιότητα, την αλήθεια και την ομορφιά στις απλές, μικρές, καθημερινές μας στιγμές. Γιατί είναι οι στιγμές που απαρτίζουν τα χρόνια, είναι οι στιγμές που (απο)δομούν την ευτυχία.

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

σφηνάκια



6.35 αποφασίζεις να βγεις. 7.05 φεύγεις. 8.35 είσαι πίσω.
Έχεις γίνει άλλος άνθρωπος, μέσα σε δυο ώρες έχεις ρουφήξει τόνους ζωής και θετικής ενέργειας. Είσαι έτοιμος να αρχίσεις και πάλι, γελώντας, και να κατακτήσεις τον κόσμο.
Πάντα (πρέπει να) βρίσκουμε χρόνο για αυτούς που αγαπάμε. Τα σφηνάκια ψυχοθεραπείας με καλούς φίλους είναι πάντα ευεργετικά. Και όσα μαθαίνουμε από αυτούς υπέροχα και χρήσιμα. Και η υπομονή τους μαζί μας μνημειώδης.

ρετρό...

[Παρίσι, Μάρτιος 2011]

Η ζωή, η πραγματική ζωή, στο παρόν, δεν είναι πάντα όπως την ονειρεύεσαι. Δεν είναι πάντα όπως θα την ήθελες. Νιώθεις προδομένος, νιώθεις μισός, νιώθεις ανεκπλήρωτος. Νιώθεις ότι έφτασες αργά, ότι σου καταστρέψανε τον κόσμο που λαχταρούσες και σε πετάξανε σε έναν άλλο, μίζερο, φτηνό, φτωχό και ασφυκτικό. Το προβληματικό σου παρόν φταίει για όλα κι εσύ, ονειροπόλος, χαμένος στις φαντασίες σου, ανάμεσα στα χιμαιρικά σου συννεφάκια, αναπολείς. Αναπολείς ένα παρελθόν που δεν έζησες, νοσταλγείς εποχές που δεν πρόλαβες, φθονείς τις προηγούμενες γενιές. Ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο, χρησιμοποιώντας τη μαγική άμαξα - κολοκύθα της σταχτοπούτας, εκείνη που ξέρεις ότι θα χαθεί μαζί με το γοβάκι σου μόλις η ώρα περάσει.
Έχεις εξιδανικεύσει το παρελθόν σου, έχεις μυθοποιήσει αυτό που ποτέ δεν ήταν δικό σου. Και ψάχνεις απεγνωσμένα να το φτάσεις. Είναι όμως η δική σου προβολή του παρελθόντος που το κάνει τόσο μαγικό, γιατί και το παρελθόν αυτό υπήρξε κάποτε το παρόν κάποιου άλλου που ονειρευόταν ένα χρυσαφένιο παρελθόν. Γιατί αυτή τη στιγμή, τώρα, εδώ, εσύ κατασκευάζεις άθελά σου το παρελθόν που κάποιος θα ονειρεύεται νοσταλγικά τις νύχτες με αστέρια ή θα βλέπει στους εφιάλτες του όταν ο παγωμένος αέρας θα θερίζει την πόλη και θα σφυρίζει ανάμεσα από τις γρίλιες των κατεστραμμένων παραθύρων. Γιατί στο παρελθόν που εσύ νοσταλγείς, κάποτε κάποιος ευχήθηκε να ζήσει όπως εσύ, κάποτε κάποιος οραματίστηκε το παρόν σου.
Κι είναι το ίδιο αέναο ταξίδι πίσω που όλο σου γλιστράει απ' τα χέρια που σε κρατάει εδώ, αλυσοδεμένο σε αυτό το κομμάτι χρόνου που νιώθεις ξένο και κρύο, σαν φυλακή.
Και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι αυτό που τόσο εκτιμάς και αγαπάς δεν μπορείς να το αναστήσεις, ούτε να το ξαναζήσεις, μόνο να το αγαπήσεις ακόμη πιο βαθιά, να το οικειοποιηθείς και να δημιουργήσεις από αυτό το καταφύγιό σου. Για να μπορείς να χωρέσεις στον κόσμο αυτό, για να μπορεί κάποιος από το μέλλον να νοσταλγήσει ένα ταξίδι στο πλάι σου.
Κάνε το ταξίδι μέσα σου, μα ζήσε έξω από αυτό. 

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2011

πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε.

πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε.
[Κεραμεικός, Οκτώβριος 2009]

Τίποτα δε σου δίνεται απλόχερα. Κι αν μερικές φορές στέκεσαι τυχερός, είναι για να θυμάσαι ότι πάντα πρέπει να προσπαθείς κι άλλο. Για τα πράγματα που θέλεις και αγαπάς πρέπει να προσπαθείς συνέχεια. Κάθε μέρα. Διαρκώς. Ασταμάτητα. Και πολύ. Να δημιουργείς, να φαντάζεσαι, να κατασκευάζεις ιδανικές συνθήκες και ειδυλλιακά περιβάλλοντα. Να φτιάχνεις τις υποδομές. Να θέτεις τις βάσεις. 
Τα πιο όμορφα πράγματα απαιτούν προετοιμασία με υπομονή και αγάπη, όπως ακριβώς τα καλά φαγητά. Έτσι αφήνουν ωραιότερη επίγευση, γιατί ο ουρανίσκος σου είναι ήδη ποτισμένος από τους χυμούς της προπαρασκευής και οι αισθήσεις σου ήδη διεγερμένες από τις εξωτικές μυρωδιές ονείρου και φαντασίας.

Πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε, καρδιά μου. 
Μόνο για μας. 
Και μετά, να σκαρφαλώσουμε στο φεγγάρι με μια ανεμόσκαλα και να το κοιτάμε καθώς μας περιμένει. Να σε πάρω αγκαλιά και να γίνουμε κάδρο, για μια στιγμή, καθισμένοι στο μισοφέγγαρο με τα πόδια αιωρούμενα πάνω από το γυαλιστερό σκοτάδι.

splendor in the grass


Life's been moving oh so fast 
I think we should take it slow 
Rest our heads upon the grass  
Αnd listen to it grow


Να ακούς το γρασίδι να μεγαλώνει... Να δίνεις σημασία στις λεπτομέρειες, που κρύβονται επιμελώς πίσω από αυτό που φαίνεται... Να ξεκινήσεις ένα χαμόγελο από εκείνο το μικροσκοπικό σημείο του σύμπαντος που μόνο μπορείς να φανταστείς την ομορφιά του...
Να μετρήσεις τη ζωή δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, δροσοσταλίδα τη δροσοσταλίδα, χιλιοστό το χιλιοστό... Να χωρέσεις στη φρενήρη απεραντοσύνη της...

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

αδιαχώριστες

Και στη Ραΐσα, πόλη θλιμμένη, υπάρχει ένα αόρατο νήμα που, για μια στιγμή, δένει ένα ζωντανό πλάσμα με ένα άλλο και έπειτα κόβεται, ύστερα επανασυνδέει κάποια κινούμενα σημεία σχεδιάζοντας νέες γρήγορες φιγούρες έτσι ώστε, σε κάθε στιγμή, η δυστυχισμένη πόλη να περιλαβάνει μια ευτυχισμένη πόλη που η ίδια ούτε καν υποψιάζεται ότι υπάρχει.

(Ίταλο Καλβίνο, Οι Αόρατες Πόλεις, σ. 182)


Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

κάθε που αλλάζει η εποχή

Μου αρέσουν όλες οι εποχές. Όλες, από λίγο, για κάποιο λόγο. Εντάξει, αγαπώ ιδιαιτέρως το χειμώνα. Το κρύο, το χιόνι, τα ζεστά φουντωτά ρούχα, το γκρίζο του ουρανού που μοιάζει γαλήνια θυμωμένος, απόκοσμος. Τη μελαγχολία, τις λιγοστές ακτίνες που φέρνουν την κίτρινη λάμψη τους ανάμεσα απ' την ομίχλη. Αυτό όμως είναι άλλη συζήτηση, άλλης μέρας, άλλης ώρας.

Πάμε πάλι, λοιπόν.
Μου αρέσουν όλες οι εποχές. Ο χειμωνιάτικος χειμώνας, η ανοιξιάτικη άνοιξη, το καλοκαιρινό καλοκαίρι, το φθινοπωρινό φθινόπωρο. Όταν όμως έχουμε καλοκαιρινό φθινόπωρο; Ανοιξιάτικο χειμώνα; Φθινοπωρινό καλοκαίρι; Χειμωνιάτικη άνοιξη; Φθινοπωρινό χειμώνα; Όταν όμως έρχεται η ώρα να αλλάξει η βάρδια αλλά η προκάτοχος δε λέει να αποσυρθεί από το χρυσαφένιο θρόνο της και η μέλλουσα φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες της;
Θα σας πω τί έχουμε τότε. Στιχομυθία θεατρική κι επίμονη. Στιχομυθία κυκλοτερή, χωρίς εξέλιξη. Κι εμείς, ανήμποροι θεατές, απλώς κοιτάμε με απορία. Άλλοι με νοσταλγία για αυτό που η πλοκή του έργου τους υποσχέθηκε ανεκπλήρωτα, άλλοι με ανυπομονησία γι' αυτό που ακόμα δεν είδαν.

Κάθε που αλλάζει η εποχή, λαμβάνει χώρα μια μετάβαση. Μετάβαση εξωτερική, που ωστόσο δεν αργεί να διεισδύσει στο εσωτερικό. Να επιβληθεί εκ των έξω και στο δικό σου κόσμο. Μετάβαση σημαίνει αλλαγή, σημαίνει όμως και παύση. Παύση σημαίνει σκέψη, σημαίνει ξεκούραση, σημαίνει όμως και πόνο. Οι μεταβάσεις είναι δύσκολες, δεν έχει σημασία από ποιά πλευρά τις βιώνεις. Γνωρίζοντας το τελεσίδικο του αποτελέσματος, δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις, παρά να περιμένεις να ολοκληρωθούν. Να επανεγγράψεις συνθήκες και δεδομένα για να ξεκινήσεις ξανά. Να προσαρμοστείς εκ νέου. Να αρχίσεις να χτίζεις.

Φθινόπωρο, έλα επιτέλους! Σε μυρίζω, μα δε σε φτάνω. Μου μιλάς, μα σε χάνω. Μ' αγγίζεις και φεύγεις τρομαγμένο. Μένω με το χάδι σου στην πλάτη μου. Και με το ζηλιάρικο Καλοκαίρι να παραμονεύει πίσω από τις γρίλιες. Φοβάμαι.


Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2011

ενδιάμεσα


Στην αρχή αναπολώ τις όμορφες στιγμές που μου χάρισες. Στη συνέχεια ανυπομονώ για τις επόμενες. Με τη δίψα εκείνου που περπατάει ξυπόλητος στην έρημο για μέρες. 
Κάθε φορά.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

φωτάκια

ιδέα τρόπον τινά κλεμμένη από την pepperann 

Φωτάκια. Πολύχρωμα, ατμοσφαιρικά φωτάκια. Αναβοσβήνουν, τρεμοπαίζουν και χάνονται. Όπως στις ταινίες, εκείνες τις ρομαντικές ονειροπόλες τρυφερές, με τους μεγάλους έρωτες, τις ζωές που αλλάζουν μέσα σε μια στιγμή, τη δυστυχία και τη θλίψη όλου του κόσμου μπροστά στα μάτια σου, τις ζεστές αγκαλιές και τα χαμόγελα. Χαμόγελα συγκαταβατικά, φοβισμένα, γεμάτα πόνο. Χαμόγελα αληθινά, που προσπαθούν να φανούν δυνατά, να μη λυγίσουν, να κρατήσουν λίγη από τη λάμψη τους. Με μια βαθιά, θολή και βραχνή νότα σισιοδοξίας. 
Έξω κάνει κρύο, μέσα κάνει κρύο, και τα φωτάκια απλώνονται μαγικά σαν αντίδοτο. Προσπαθούν να ξεγελάσουν τη θλίψη σου. Της χαρίζουν κοσμοπολίτικο αέρα φαντασμαγορίας, τη ζεσταίνουν. Την κάνουν να μοιάζει με σπίτι φιλόξενο. Είναι στη μελαγχολία που κατοικείς, με φωτάκια ή χωρίς.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

φανταστικές ιστορίες | περιτύλιγμα


Ξεκίνησε το ταξίδι του τυλιγμένος σφιχτά σε στρώσεις εαυτών, κουβαλώντας εικόνες για να προβάλλει, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, σε κάθε πιθανή περίπτωση. Ένιωθε προστατευμένος, ασφυκτικά κουκκουλωμένος σε έναν κατασκευασμένο μικρόκοσμο, μα προστατευμένος. Κινήσεις μηχανικές, φαινομενικά εξωστρεφείς, σίγουρες, άνετες και ήρεμες. Καθημερινές αντιδράσεις, απλές.
Όλα του έμοιαζαν απλά. Όλα του έμοιαζαν εύκολα. Κι έτσι συνέχιζε το ταξίδι του, περνώντας μέσα από χώρες άγνωστες, άγνωστος κι εκείνος μεταξύ αγνώστων που έκαναν πως γνωρίζονταν. Συνέχιζε το ταξίδι του, κρατώντας γερά το πανωφόρι του κεντημένο από στρώσεις εαυτών, λες και φυσούσε κάποιος μανιακός άνεμος που ετοιμαζόταν να του το ξεσκίσει.
Ώσπου... Ώσπου μια μέρα έφτασε σε μια χώρα ολωσδιόλου παράξενη. Ήταν εντελώς άγνωστη, μακρινή και αλλιώτικη αλλά υπήρχαν στιγμές που έμοιαζε απροσδόκητα οικεία. Άλλοτε έκανε αφάνταστη ζέστη, τόση ώστε εκείνος ο τυλιγμένος ταξιδιώτης να θέλει να απαλλαγεί από τις στρώσεις που φορούσε. Άλλοτε η χώρα αυτή γινόταν τόπος άγριος, και τον ξεγύμνωνε ξαφνικά χωρίς έλεος. Σαν να εισχωρούσε μέσα του με βία. Ξαφνικά, τίποτα πια δεν ήταν απλό.
Προσπάθησε να φύγει, μα δεν τα κατάφερε. Δεν έβρισκε τον τρόπο να φύγει μακριά, μια δύναμη ανεξήγητη τον τραβούσε και πάλι πίσω. Κάθε μέρα έχανε κι από μια στρώση. Κάθε μέρα, ένιωθε λιγάκι πιο ελαφρύς. Και φοβισμένος. Και λιγάκι πιο ελεύθερος. Κάποια μέρα, έχασε όλες του τις στρώσεις, ένιωσε γυμνός. Τότε ήταν που μπορούσε πια να φύγει, να συνεχίσει το ταξίδι του.
Κι αν... Κι αν τώρα ισορροπώ σε μια κατάσταση πλασματικής ελευθερίας, πλασματικής γύμνιας; Κι αν... Κι αν το πανωφόρι μου έχει πολλές ακόμη στρώσεις καμουφλαρισμένες έτσι ώστε ούτε κι εγώ να το γνωρίζω; Πότε θα μπορέσω να καταλάβω πού τελειώνει το ταξίδι μου; αναρωτήθηκε, καθώς η κορυφογραμμή της παράξενης χώρας έσβηνε στον ορίζοντα πίσω του.

σιωπή



Έχεις αναρωτηθεί πολλές φορές τί σημαίνει η σιωπή. Η δική σου ή των άλλων. Από πού προέρχεται; Είναι ευτυχία, είναι μελαγχολία, είναι η στιγμή λίγο πριν ξεσπάσεις σε δάκρυα; Είναι η μεταβατική φάση πριν το δημιουργικό οργασμό; Είναι ο βαθύς ύπνος μετά από μια δύσκολη μέρα; Είναι απλώς το προσωρινό τέλος; Είναι το κλείσιμο ενός κυκλου;
Λένε ότι η σιωπή είναι αμήχανη. Όχι πάντα. Είναι όμως αναγκαία. Κάποτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο. Ή μάλλον, για κάποιους συχνότερα, για άλλους πιο σπάνια. Η σιωπή είναι μια ανάσα. Βαθιά. Από αυτές που εισπνέεις αχόρταγα για να πάρεις κουράγιο. Κάποιες φορές νιώθεις να τρέφεσαι από αυτήν, οπότε κουρνιάζεις στην ασφάλεια της αγκαλιάς της, άλλες νιώθεις να σε πνίγει ανυπόφορα, να σε φυλακίζει, και προσπαθείς να τρέξεις μακριά της, με κραυγές φοβισμένες. Έπειτα, είναι κι εκείνη η σιωπή η πλημμυρισμένη από δράσεις, φωνές και συναισθήματα. Εκείνη η σιωπή που επιβάλλεται γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί κανένας ήχος δεν θα ήταν αρκετός για να την αντικαταστήσει. Στο μυαλό σου τουλάχιστον. Στο συναισθηματικά φορτισμένο εγκέφαλό σου που όλα τα ερμηνεύει κατά βούληση.

Είναι όλα αυτά μαζί και τίποτα από αυτά ξεχωριστά. Η σιωπή είναι μια μάχη. Βίαιη μάχη. Είναι η φαινόμενη ηρεμία μιας καλά κρυμμένης τρικυμίας. Είναι οι χαμένες ισορροπίες που ψάχνουν στο σκοτάδι να βρουν το δρόμο τους. Συχνά χωρίς επιτυχία. Με τη βεβαιότητα όμως ότι κάποτε θα βγουν στο ξέφωτο που τις περιμένει υπομονετικά.
Με τη  βεβαιότητα ότι κάποτε θα ακουστεί ένας ήχος, ο σωστός ήχος, αυτός που θα ήθελες κατά βάθος να ακουστεί, ακόμη κι αν δεν το ξέρεις.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

διαδικασία κατασκευής αναμνήσεων

στη φίλη μου, με την ελπίδα να αρχίσει πάλι να καταγράφει στιγμές...

Η ζωή του σήμερα είναι οι αναμνήσεις του αύριο. Τουλάχιστον κάποια κομμάτια της ζωής έχουν την τιμή να γίνουν αναμνήσεις. Να περάσουν μερικά στρώματα συσσωρευμένων γεγονότων και να βγουν στην επιφάνεια.
Συχνά, τις θέλεις αυτές τις αναμνήσεις. Τις αναζητάς ανάμεσα σε χιλιάδες ανυποψίαστα μικροπράγματα της καθημερινής τρέλας. Συχνά, επιχειρείς να τις κατασκευάσεις. Όχι να τις ανασκευάσεις, αλλά να τις κατασκευάσεις, για σένα ή για τους άλλους. Τη στιγμή που συμβαίνει ένα γεγονός, με ψυχρή σχεδόν νηφαλιότητα (ή τυφλωμένο συναισθηματισμό) αναλαμβάνεις την πρωτοβουλία να το κάνεις σημαντικό. Να το χαράξεις απαλά και ύπουλα στη μνήμη. Έχεις αγωνία να μη μείνει ξεχασμένο. Και αναλαμβάνεις αυτό που συνήθως ο χρόνος κάνει από μόνος του, ήρεμα όπως μόνο εκείνος ξέρει. Μα τί αλαζονεία!
Κι όμως, είναι μάλλον αυτός ο μοναδικός σου τρόπος να αντιδράσεις απέναντι στην ισοπεδωτική ηρεμία του ευγενούς χρόνου. Αν δεχτούμε ότι είσαι μια συνάρτηση που μεταβάλλεται (και) με το χρόνο, τότε οι αναμνήσεις σου έχουν αξία μόνο ως προβολές του σημερινού σου εαυτού πάνω σ' αυτούς που προϋπήρξαν. Δεν έχουν αξία ως σύμβολα των προηγούμενων εαυτών σου, γιατί δεν επιλέχτηκαν από αυτούς και είναι πια όλα τόσο θαμπά που δεν ξέρεις με βεβαιότητα τί πραγματικά ήσουν και τί θυμάσαι πως ήσουν.
Έτσι, προσπαθείς να κατασκευάσεις σήμερα τις αναμνήσεις του αύριο. Να σταματήσεις για λίγο, προσπαθώντας δειλά να ανακτήσεις τον έλεγχο. Να τοποθετήσεις δωράκια μέσα σε κρυφά συρταράκια του μυαλού που θα ανοίξουν απρόοπτα την κατάλληλη στιγμή. Επιτηδευμένη κατασκευή, χωρίς αμφιβολία.



φανταστικές ιστορίες | γυάλινη


Ήταν μόνη. Μόνη κι ελεύθερη. Ήταν πρωί κι ο κόσμος δικός της. Η μέρα δική της. Είχε διάθεση για κάτι διαφορετικό, κάτι συναρπαστικά διαφορετικό. Και γυάλινο.
Πήγε στη λαϊκή για τα ψώνια της εβδομάδας, τίποτα ιδιαίτερο, τίποτα σπουδαίο. Ήταν όμως πρωί, ο δρόμος σκιερός, ο κόσμος λιγοστός. Καροτσάκια με μεταλλικές ξεχαρβαλωμένες ρόδες και συρμάτινη πλέξη που τα έσερναν γιαγιάδες ή αγχωμένες νοικοκυρές. Ανέμελοι αργόσυρτοι παπούδες κοιτούσαν τα μοσχομυριστά ροδάκινα, επιστρέφοντας από το ΙΚΑ, με τη σακούλα του φαρμακείου στο χέρι. Ήταν μόνη, η νεανική της φρεσκάδα ξεχώριζε τώρα πολύ έντονα. Κι εκείνος ο κόσμος που ήταν δικός της πρέπει να καθρεφτιζόταν στην αύρα της, στα γρήγορα βήματά της, στα διερευνητικά βλέμματα που έριχνε στους πάγκους. Δεν περνούσε απαρατήρητη, όχι.
Anja, σκέφτηκε. Έγινε η Anja από τη Δανία. Από τη Δανία γιατί είναι μάλλον απίθανο κάποιος τριγύρω να μιλάει δανέζικα. Από τη Δανία γιατί ακούγεται συναρπαστικά παγωμένο, απόμακρο. Ξεκίνησε να ψωνίζει μιλώντας σε εύθραυστα αγγλικά, όπως θα άρμοζε στη συνεσταλμένη μα σίγουρη Anja. Φόρεσε το πιο λαμπερό αμήχανό της χαμόγελο και συνέχισε να κοιτάει με συγκαταβατική αδιαφορία τα λαχανικά και τα φρούτα. Ήταν μόνη και ο κόσμος στα πόδια της.
Τώρα μπορούσε να ακούει από όλους για το ωραίο της χαμόγελο, να χαίρεται κρυφά και να προσποιείται αθώα πως δεν καταλαβαίνει. Είχε γίνει γυάλινη. Και ένιωθε πολύτιμη.

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

τότε, που οι γεύσεις είναι απλές.

Ντομάτα που μυρίζει ντομάτα καλά αλατισμένη, με φρέσκο τυρί φέτα νεογαλ, ρίγανη και λίγο λάδι. Δροσιστικό τζατζίκι χωρίς σκόρδο με νοστιμότατο γιαούρτι και χοντροκομμένο μοσχομυριστό τραγανό αγγουράκι. Βελούδινο. Κεφτεδάκια της μαμάς με μπόλικο δυόσμο και μαϊντανό ψιλοκομμένο, τόσο που να πρασινίζουν αισθητά μόλις τους κόψεις μια χορταστική δαγκωνιά. Φρέσκο ζυμωτό ψωμάκι που βουτάει ανελέητα στη ζουμερή ντομάτα και γίνεται κατακόκκινα ευχαριστημένο. Ώριμο βαθιά πορτοκαλί ροδάκινο στα χέρια, με τα ζουμιά να τρέχουν ανάμεσα από τα δάχτυλα σε κάθε σου μπουκιά. Καρπούζι φέτα στο χέρι, με πολλά κουκούτσια και κρατσανιστή φούξια σάρκα. Και σύκα, φρέσκα από τη συκιά με τη γνωστή ιστορία, μαλακά και γλυκά όσο πρέπει, απαλά, με υπέροχα σποράκια.

Τότε, που οι γεύσεις είναι απλές, μυρίζει καλοκαίρι. Υγιές, αγνό, υπέροχο καλοκαίρι. Τότε, που ο ουρανίσκος σου ευτυχεί με λίγες νοστιμιές και το στομάχι σου γεμίζει με όμορφα φιλικά φαγητά, μυρίζει καλοκαιρινή ευτυχία. Και πληρότητα. Χωρίς παγωτά, χωρίς μοχίτο.


 
[κλισέ, το ξέρω, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ]


Αν έχεις τώρα και μια αιώρα να ξαπλώσεις, ένα ζευγάρι χείλη να φιλήσεις κι ένα δειλό αεράκι να δροσιστείς, μη φύγεις ποτέ. Απλώς σταμάτα το χρόνο.

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

άτιτλο

Υπάρχουν πράγματα που σε κάνουν να ψηλώνεις. Να αδυνατίζεις, να ομορφαίνεις, να ελαφραίνεις σαν αέρας. Να πατάς απαλά, σίγουρα και ελάχιστα. Να τεντώνεσαι ανεπαίσθητα μα να μακραίνεις τόσο ώστε να φτάνεις ως την πανσέληνο. Έστω και στιγμιαία.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

οι παλιές φωτογραφίες

Είναι κρυμμένες, σ' ένα κουτί, σε μια ντουλάπα, στο πατάρι, πίσω από μερικά βιβλία. Δε θα τις βρεις ανάμεσα σ' αυτές που χαρωπά παρελαύνουν από την οθόνη του υπολογιστή σου κάθε μερικά δευτερόλεπτα. Όχι, όχι, οι παλιές φωτογραφίες είναι ζόρικες. Πρέπει εσύ να κάνεις τον κόπο να τις ανακαλύψεις. Πρέπει να θέλεις να τις θυμηθείς. Πρέπει να ψάξεις με αγάπη. Κι εκείνες, με την ίδια αγάπη θα σου δοθούν.

Είναι εκεί μέσα όλη σου η ιστορία, θυμάσαι; Σκηνές από τη ζωή σου. Αυτό το ανθρωπάκι είσαι εσύ. Σε δεκάδες παραλλαγές, μα πάντα εσύ. Στιγμές και συναισθήματα θαμμένα στο χρόνο. Ένας σωρός γνώριμων καταστάσεων παγωμένων στη στιγμή του κλικ. Ένα χαμόγελο, ένα ρούχο, ένα κοχύλι, ένα καπέλο, ενα λασπωμένο μποτάκι, ένας μορφασμός. Οικεία κλικ. Μερικές φορές όχι και τόσο. Άγνωστο περιβάλλον, άγνωστοι κόσμοι, άγνωστες συναντήσεις. Μα, υπήρξες όντως εκεί; Εικασίες, φανταστικό σενάριο και ξεκινάς. Η κατασκευή του εαυτού σου ξεκινάει. Μα, φυσικά και θυμάσαι...
Ιστορία σου σημαίνει αφότου είχες γεννηθεί; Ίσως και όχι. Είναι κάτι κλικ ιδιόρρυθμα, που εικονογραφούν μυθικές διηγήσεις για αφρώδη αόριστα περασμένα χρόνια. Βλέμματα αναγνωρίσιμα, μα ανοίκεια. Χειρονομίες χαρακτηριστικές, στην παιδική τους, ατελειοποίητη έκφανση. Χωρίς ρυτίδες, χωρίς την ωριμότητα και την ανησυχία που προστέθηκε με το χρόνο. Εκεί, στην προϊστορία σου, βλέπεις ίσως να σκιαγραφείται αχνά σαν υδατογραφία το παρόν σου. Βλέπεις ίσως να καθρεφτίζεται ανεπαίσθητα το μέλλον σου σ' εκείνα τα βλέμματα που τόσο μακρινά και τόσο παράξενα σου φαίνονται.
Στις παλιές φωτογραφίες θα βρεις εξηγήσεις, ερμηνείες, αφορμές και αιτίες. Αν ψάξεις προσεκτικά μπορεί και να νιώσεις λίγο τη χαρά του αρχαιολόγου, και ταυτόχρονα τη νοσταλγία του και τη θλίψη του. Νοσταλγία για όλα τα πιθανά μέλλοντα που καθρεφτίστηκαν κάποτε μα τώρα μένουν ξεκρέμαστα σαν απραγματοποίητες εκδοχές του παρελθόντος.


Είναι όμως Αύγουστος με δροσιά και βροχή και τα πεφταστέρια τις νύχτες δεν μπορούν παρά να σε κάνουν να μειδιάσεις ελαφρά. Ακόμα κι εσένα που τα κοιτάζεις απόμακρα με ύφος απλανές, σαν αυτό που αναγνωρίζεις στις παλιές φωτογραφίες....

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

ετεροχρονισμένα

ψήγματα σκέψεων καλοκαιρινών


Τα νησιά επιπλέουν σαν τεράστια ήρεμα κήτη απάνω στη θάλασσα.

Γυμνές πατούσες, γυμνές ιστορίες.
Βότσαλα, φύκια, ο ήχος της θάλασσας. Εσύ εκεί απέναντι, μου μαγνητίζεις το βλέμμα. Με τυφλώνεις. Πού πας; Το ξέρω πως θα φύγεις. Κάθε σούρουπο τέτοια ώρα φεύγεις μακριά μου. Σε χάνω. Σε κοιτάω, σε νιώθω μα δε σε φτάνω. Παραλύεις τη μέρα, αλλοιώνεις τη στιγμή. Έχουμε ραντεβού, το ξέχασες; Έχουμε ραντεβού, το ξέρεις; Ετοιμάζομαι για σένα. Σε περιμένω ανυπόμονα. Και πριν σε δω ξέρω πως θα τελειώσει. Δε μου φτάνει ο χρόνος. Δε μου φτάνει. Βασανιστικά σε χαζεύω που φεύγεις. Και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, κάθε μέρα την ίδια ώρα, είναι πόσο όμορφος είσαι. Ομορφιά ζεστή και εύθραυστη. Απρόσιτη. Χρώμα πύρινο, κρυστάλλινες λάμψεις, αντανακλάσεις στο νερό. Όσο φεύγεις μεγαλώνεις. Μεγαλώνεις, ώσπου εξαφανίζεσαι. Βυθίζεσαι.
Είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω μέσα σε αυτήν τη γαλήνη. Ίσως έχω άλλη μια ευκαιρία προτού επιστρέψω. Ίσως, αν είμαι τυχερή.

Όμορφα που είναι τα δέντρα.
Περήφανα. Μοιάζουν μόνα, μα δεν είναι. Ψηλά, εκεί, ανάμεσα στα φύλλα, έχουν τις παρέες τους. Τις στιγμές τους τις ιδιαίτερες. Ερωτεύονται, αγαπούν και φιλιούνται. Συζητάνε μέσα στον άνεμο που περνάει εντός τους. Μόνο που μένουν ασάλευτα. Ακλόνητα.

Φεγγάρι, αστέρια, ουρανός.
Εγώ και ο ουρανός Απέραντος. Κάπου εκεί μέσα βρίσκεσαι κι εσύ. Μου λείπεις και σου μιλάω. Σε κοιτάζω. Κλείνω τα μάτια και δακρύζω. Έρχεσαι κοντά μου. Ανεβαίνω ψηλά, ξαναγυρίζω πίσω. Τόσο μακριά μα τόσο κοντά μας τα αστέρια...

Γυμνές πατούσες. Γυμνές ιστορίες.
Καλοκαιρινές. Αλλιώτικες. Παρθένες κι απείραχτες. Μοιάζουμε πιο πολύ όταν φοράμε μόνο τα μαγιό μας. Κάνουμε πέρα όσα εύκολα μας χαρακτηρίζουν και γινόμαστε απλώς εμείς. Εγώ, εσύ, κάποιος άλλος.

Συζητήσεις, μουρμουρητά, γελάκια, παρέα.
Έφυγες πια, βασιλιά μου. Το αχνό σου φως που απέμεινε χαμηλώνει κι αυτό. Χαχανητά. Νιώθω να με πνίγουν μα πρέπει να πάω κοντά τους. Θέλω να πάω κοντά τους. Είμαι πια μακριά σου. Αύριο την ίδια ώρα, χρυσαφένιε βασιλιά μου;

 

Νηφάλιο.
Καθένας μας έχει κι από ένα ταλέντο. Όλοι είμαστε, ας πούμε, καλοί σε κάτι. Μέσα από αυτό ξεδιπλώνεται καλύτερα το εγώ μας, ανοιγόμαστε, γαλάμε, ηρεμούμε, είμαστε πιο "εμείς", χαιρόμαστε, κλαίμε από ανακούφιση. Η φύση αυτού του ταλέντου σε γεννά και σε ορίζει. Είναι ευχή και κατάρα μαζί. Είναι η αύρα σου, είναι οι γέφυρες επικοινωνίας σου.
Έχει ασχολίες μοναχικές και άλλες που τις μοιράζεσαι. Κάποιες σε κάνουν θέαμα και άλλες θεατή. Κάποιες προκαλούν γέλιο, άλλες θλίψη. Σε κάποιες η επικοινωνία είναι άμεση, σε άλλες έμμεση, αργή. Αλληλεπίδραση ίσως να μην υπάρχει εμφανής, είσαι πομπός χωρίς να ξέρεις το δέκτη σου. Ξέρεις μόνο τους πομπούς των μηνυμάτων που έλαβες. Σε άλλες περιπτώσεις, πομπός και δέκτης συνυπάρχουν, δράση και αντίδραση ταυτόχρονη. Ομαδική θεραπεία.
Έχει έτσι ανθρώπους μελαγχολικούς, δραστήριους, ακτινοβόλους, χαρούμενους, ελεύθερους, ήρεμους, εκκεντρικούς, απαρατήρητους. Έχει αυτούς που ζούνε απλώς τις όμορφες στιγμές και τους άλλους που διψάνε για μια στάλα θλίψη. Έχει τα πειραχτήρια και τους πιο σοβαρούς. Έχει αυτούς που ξορκίζουν τη λύπη τους με γέλιο και τους άλλους που την κοιτάνε κατάματα και βυθίζονται απαλά στην αγκαλιά της.
Η φύση σου σ' έχει κάνει να είσαι κάποιος από τους παραπάνω κι έχει ήδη διαλέξει για σένα τον κατάλληλο τρόπο για να σ' ελευθερώσει από τα δεινά που σου πρόσφερε. Το δώρο σου.


Σβήνω απ' την άμμο όλα τα χνάρια
Απόψε που σε κυνηγάνε
Ξέρεις δε φταίνε τα λιοντάρια
Αν μείνουν νηστικά πεινάνε
Αερικό είσαι... Αερικόοοοο...



Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

από πού ήρθες εσύ, στιχάκι;

Δέκα λεύκες πήρα προίκα
Και τ' ασήμι τους
Έγινα το τρέμουλό τους
Και τ' αγρίμι τους


Πέμπτη απόγευμα. Πέμπτη απόγευμα και ξαφνικά μες στη σιωπή της βιασύνης και το άγχος του χρόνου που τρέχει, τις τελευταίες αχτίδες της μέρας, τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, τη βουή και τις φωνές των ανθρώπων, ένα στιχάκι. Ένα στιχάκι, για χρόνια παραμελημένο. Ένα στιχάκι, ξεκάθαρο και κρυστάλλινο, γεμίζει τα ηχεία του μυαλού μου. Συνοδεύει τα βήματα, δίνει ρυθμό. Ακούγεται πιο δυνατά. Λειτουργεί καθαρτικά, απαλύνει το άγχος, πλημμυρίζει το σούρουπο με μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης. Πέμπτη απόγευμα. Μέσα στο πλήθος ορθίων στο βαγόνι του μετρό, το στιχάκι δυναμώνει. Σιγοτραγουδάω, προσπαθώντας ασυναίσθητα να μπω πιο βαθιά στο καταφύγιό μου. Σταματάω, δεν είναι σωστό, συνεχίζω να το ακούω μέσα μου κοιτώντας αδιάφορα, ευθεία. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Μπαίνει στο βαγόνι μια κοπέλα και στέκεται ακριβώς δίπλα μου. Ακριβώς δίπλα μου. Τεντώνω αυτιά, παρατηρώ επίμονα. Μουρμουράει το ίδιο ακριβώς στιχάκι, κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών. Έχει βρει το καταφύγιό της. Φαίνεται ασφαλής. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Κατεβαίνω. Στη μεγάλη λεωφόρο, το αχνό κοκκινωπό ημίφως του δειλινού κι ένα ελαφρύ παιχνιδιάρικο αεράκι. Μόνη στο μεγάλο πεζοδρόμιο, κάτω από τα δέντρα, δίπλα από τις εξωφρενικές ταχύτητες και τον ήχο των προσπεράσεων, το στιχάκι δυναμώνει. Ξεγλιστράει απ' τα χείλη μου, αφήνεται στην απαλή αύρα. Τώρα θα χορεύει εκεί, πάνω απ' τα σύννεφα.
Υπάρχουν φορές που συμβαίνουν απρόσμενα πράγματα. Δε χρειάζεται να τα εξηγήσεις.


 Δέκα Λεύκες
μουσική Νίκος Ξυδάκης, ποίηση Θοδωρής Γκόνης


Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

χαμένοι (;) στη μετάφραση

Σκέψεις. Πράξεις. Κινήσεις. Χειρονομίες. Λόγια. Επικοινωνία.
Προτού η σκέψη σου φτάσει σ' εμένα, μεταφράζεται. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό σου, από σκέψη σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό μου, από ερέθισμα, ήχο, κίνηση, άγγιγμα, μυρωδιά, εικόνα, γεύση, σε σκέψη. Δική μου σκέψη. Η δική (σου) μου σκέψη πυροδοτεί άλλη σκέψη, χιλιάδες νευρώνες κινούνται ασταμάτητα. Μεταφράζεται σε αντίδραση. Σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Τη λαμβάνεις ως απάντηση. Μεταφράζεις ξανά σε σκέψη (μου) σου.
Προβάλλω τον εαυτό μου σ' εσένα. Αντικαθιστάς ψήγματα της εικόνας μου με καθρέφτες. Στο μυαλό μου υπάρχεις όπως ποτέ δεν ήσουν πραγματικά. Η εικόνα σου για μένα είναι δική σου, ολόδική σου. Μοναδική.
Γι' αυτό είναι οι σκέψεις. Για να πλέουν ελεύθερες στο διάστημα, να ισορροπούν σε τεντωμένες κινήσεις, να κρέμονται από λόγια που έμειναν μετέωρα, να κρύβονται πίσω από προσηλωμένα βλέμματα. Να συναντούν άλλες σκέψεις και να συνάπτουν δεσμούς ελευθεριάζοντες. Να κάνουν οικογένειες και παιδιά. Να ελευθερώνονται και να συνεχίζουν το ταξίδι τους.
Είναι ανάγκη να σκεφτώ ό,τι μου δίνεις, να επεξεργαστώ και να μεταφράσω. Κάπως ετσι το νόημα γίνεται πλουσιότερο. Και δεν είναι πια δικό σου. Είναι δικό μας.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

χαρτογραφία στιγμών

Κυκλοφορείς σε μια πόλη που την ξέρεις καλά. Την ξέρεις σχεδόν σαν την παλάμη σου. Μπορείς να περπατήσεις σ' αυτήν σχεδόν στα τυφλά. Ξέρεις τα ονόματα των δρόμων της; Τις πλατείες; Τα πάρκα; Τα ονόματα των μαγαζιών; Όχι. Ξέρεις όμως τις σιωπές της. Ξέρεις όμως τις ανάσες της. Ξέρεις τις στιγμές που έζησες εκεί. Τις στιγμές αυτές που είναι ολόδικές σου, μοναδικές. Που κρατάς φυλαγμένες στη μνήμη των αισθήσεων. Που θα θυμάσαι πάντα, κάθε φορά που θα περνάς από τη γνωστή γωνία, κάτω από το δέντρο, μέσα από τη στοά, μπροστά από το ερείπιο, δίπλα απ' το πάρκο.
Σκέψου λίγο την ίδια αυτή πόλη. Έχεις ξεδιπλώσει πάνω της, με χρωματιστά νήματα, διαδρομές. Αλληλουχίες στιγμών. Έχεις χαρτογραφήσει τη μοναξιά σου και τους μελαγχολικούς περιπάτους, τις βιαστικές πορείες με το κεφάλι σκυμμένο να κοιτάει τις μύτες των παπουτσιών, τις κινήσεις ρουτίνας, τα αδιάφορα βήματα, τις στιγμές που απλώς περίμενες να περάσουν. Έχεις χαρτογραφήσει τις όμορφες βόλτες, τις περπατητές εξομολογήσεις, τα μυστικά που εξαφανίστηκαν σε γωνίες, σε εισόδους καταστημάτων, τα όνειρα που κρύφτηκαν στα κλαδιά του πεύκου. Έχεις χαρτογραφήσει τα ρομαντικά ραντεβού, τις τρυφερές αγκαλιές, τα χέρια που ακούμπησαν απαλά στα μαλλιά σου, τα βήματά σας που συγχρονίστηκαν, το πεζούλι όπου ένιωσες το χτύπο της καρδιάς του, το κοίταγμα του φεγγαριού κάτω από το όμορφο μπαλκόνι και τη μυρωδιά του πιο παθιασμένου φιλιού.
Κάθε στιγμή και άλλο συναίσθημα. Κάθε διαδρομή και άλλο χρώμα. Διαδρομές που τέμνονται, πολλαπλά, σε πολλά σημεία. Πολλές πόλεις πάνω στον ίδιο χάρτη. Κάθε φορά βρίσκεσαι σε μια διαφορετική. Κάθε φορά, μέσα σ' αυτήν την πόλη που ξέρεις σαν την παλάμη σου, ανακαλύπτεις μια νέα.


Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

debtocracy

Αναμεταδίδω από pepperann...

Debtocracy... ένα ντοκιμαντέρ για την (οικονομική) κρίση στην Ελλάδα. Ιστορία, οικονομία, αίτια, προβλήματα, λύσεις, αδιέξοδα, πολιτική. Μια παραγωγή που χρηματοδοτήθηκε εκ των υστέρων από τους θεατές της. 
Τα δικά μου σχόλια μάλλον περισσεύουν.

ομελέτα παπιγιόν!




Μπορεί να μη σου αρέσουν και πολύ οι γάμοι. Μπορεί να μισείς την πολυκοσμία. Μπορεί να νιώθεις ξενέρωτος και αντικοινωνικός πολλές φορές. Μπορεί να μη γνωρίζεις την οικογένειά σου και αυτό να μη σου φαίνεται και τόσο παράξενο. Μπορεί... Συμβαίνει και σε άλλους, να είσαι σίγουρος.

Είναι φορές όμως που όλα γυρίζουν ανάποδα.
Και ανακαλύπτεις ξαδέρφια που αμυδρά είχες ακούσει για την ύπαρξή τους, άλλα που δεν είχες δει ποτέ, άλλα που θυμάσαι μόνο φασκιωμένα κλαψιάρικα και φαλακρά σ' ένα καρότσι και άλλα που είχες χάσει τα ίχνη τους για πολλά πολλά χρόνια. Και αντικρίζεις θείους που ηχούσαν σαν μύθοι άγνωστων πολιτισμών στο μυαλό σου. Και προσπαθείς να αποκαταστήσεις ένα σπασμένο γενεαλογικό δεντράκι. Με αρκετή επιτυχία, για πρώτη φορά στη ζωή σου...
Είναι νύχτα με φεγγάρι και δροσιά, έχει αεράκι όσο χρειάζεται και πολλά δέντρα τριγύρω. Διάχυτη ατμόσφαιρα πάρτι, μουσική για όλους, φαγητό και κρασί. Γυμνές συζητήσεις που ξεφεύγουν από τα τυπικά οικογενειακά που αποφεύγεις, αστεία και χαμόγελα παντού. Ένα ζευγάρι που λάμπει και φωτίζει τριγύρω και μεταδίδει ενέργεια και ενθουσιασμό.
Είσαι ξαφνικά ένας όμορφος άνθρωπος ανάμεσα σε όμορφους ανθρώπους. Ατελείς, όλοι, αλλά αυτή είναι η ομορφιά. Και ξαφνικά ο χορός είναι ένα μέσο για να πέσουν οι μάσκες, ένα μέσο για να μοιραστείς τη χαρά σου. Ένα μέσο για να γεννηθεί ένα σύννεφο από θετική ενέργεια. Και ξαφνικά, όλοι διαθέτουν λίγη τρέλα μέσα τους, μέσα στην ευφορία όλοι είναι και λίγο αυθόρμητοι, ακόμη και άθελά τους.
Κι ο σοβαρός αξιότιμος ξάδερφος γίνεται σε μια νύχτα πραγματικός Μαζωνάκης, με κοινό που προσκυνάει και λιώνει για χάρη του. Όλοι στην πίστα... πίστα... πίστα... πίστα... και εφέ ηχητικά με το στόμα. Κι έτσι καταλήγει μια ομάδα συγγενών να κυλιέται στα πατώματα τρίβοντας το πιπέρι, τραγουδισμένο α καπέλα από τη θεία που έγραφε τα στιχάκια του Άη-Βασίλη. Κι η πάντα μετρημένη γιαγιά να χορεύει ροκ εντ ρολ.
Ωραία όλα αυτά. Ξέρεις όμως ότι τα πράγματα είναι κάτι παραπάνω από ωραία όταν μαγειρεύεται στα κρυφά, σε μια γωνιά του κήπου, η ομελέτα με το παπιγιόν του γαμπρού. Συνομωσία της θεόμουρλης θείας και του συμπαθή γκρουβαλάκου που είναι η μασκότ του πάρτι. Από αυτήν τρώνε οι χορευταράδες και συνεχίζουν το χορό. Και κατά την παράδοση, έτσι είναι που ο γάμος στεριώνει.

Μακάρι να 'ναι έτσι τα γαμήλια πάρτι κι οι γάμοι να μένουν φορτισμένοι με μια τέτοια δόση ενέργειας και αισιοδοξίας. Μακάρι οι οικογένειες να γνωρίζονται λίγο καλύτερα και να βλέπονται λίγο συχνότερα και μακάρι να ανακαλύπτουν λίγα λίγα τα κοινά που είχαν κρυμμένα ο ένας απ' τον άλλον.

Να ζήσετε!

[στη φωτιά... (καλ)ομελέτα κι έρχεται...]

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

το μεγάλο βιβλίο...

Είναι σαν ένα γιγάντιο άλμουμ. Σαν ένα υπέρογκο λεύκωμα. Μας χωράει όλους μέσα. Ολόκληρους. Είναι ανεξάντλητο. Είναι χρωματιστό. Είναι χαρούμενο. Είναι λυπημένο. Είναι γρήγορο. Είναι άμεσο. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Πολύ εύκολο. Είναι δωρεάν. Είναι στο κινητό σου. Είναι παντού. Μπορείς κι εσύ να είσαι μέρος του. Μπορείς κι εσύ να είσαι κάτι. Join us!


Μια τρέλα. Απόλυτη. Ένα παραλήρημα. Ένας κόσμος ολόκληρος. Είναι καλοκαίρι και είσαι μέσα. Μαζί με όλους σχεδόν τους φίλους σου. Λέξεις, μουσικές, εικόνες, σκέψεις, κείμενα, βίντεο, ειδήσεις,  αηδίες.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αβοήθητα. Ασυνόδευτα. Δεδομένα ταξιδεύουν μόνα στο ιντερνετικό κενό, όπως τα μπουκάλια με μηνύματα στη θάλασσα. Μόνο που μπορούν να έχουν ταυτόχρονα πολλούς αποδέκτες. Πάντα όμως είναι μόνα. Ποτέ δεν ξέρεις αν έφτασαν. Δεν ξέρεις πού έφτασαν. Δεν ξέρεις αν ταλαιπωρήθηκαν στο δρόμο. Αν το ταξίδι ήταν καλό. Τα φιλάς στο μέτωπο και τα στέλνεις. Αποχαιρετισμός. Άλλα φτάνουν σ' εσένα. Δεν ξέρεις από πού. Δεν ξέρεις πώς. Περνάνε πλάι σου. Ψαρεύεις. Αν θέλεις τους δίνεις σημασία. Κάποια σε κάνουν να ενοχλείσαι, άλλα να αηδιάζεις, άλλα απλώς περνάνε απαρατήρητα. Κάποια τα πετάς πίσω στη θάλασσα. Κάποια σε κάνουν να γυρίσεις το κεφάλι και να τα προσέξεις. Να σταματήσεις. Ίσως να γελάσεις. Ή να κλάψεις. Μόνος. Κάποτε ίσως αντιδράσεις. Ίσως απαντήσεις. Ίσως δώσεις σημεία ότι πήρες το μήνυμα. Ίσως πεις ένα ψέμα. Μια εξυπνάδα. Κάτι αστείο. Κάτι ευχάριστο. Μια υπερβολή. Ίσως υπάρξει ανταπόκριση. Μια μικρή συνομιλία, κάτι.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αυτά που θέλεις να δεις κι αυτά που δε θέλεις να μάθεις. Αυτά που θέλεις να πεις κι αυτά που άλλοι είπαν για σένα. Χωρίς εσένα. Κάποτε ψάχνεις κάτι που θέλεις να βρεις. Ανοίγεις ξένα συρτάρια. Περιπλανιέσαι σε σκονισμένες αποθήκες. Αντικρίζεις άπλυτα πιάτα και λερωμένες τουαλέτες. Μυρίζεις φρεσκοπλυμένα εσώρουχα. Κυλιέσαι σε ζεστά ανακατωμένα σεντόνια. Τρυπώνεις σε ένα πατάρι. Μυρίζεις τη σοφίτα. Χωρίς να φοβάσαι μήπως σε πιάσουν ξαφνικά να χαϊδεύεις έναν παλιό καθρέφτη. Είναι μια σκηνοθετημένη σοφίτα. Επιμελώς ακατάστατη και αυθόρμητη όμως. Τόσο που να σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπήκες εκεί λίγο στα κρυφά.
Άλλοτε περιμένεις. Κάτι. Κάποιον. Κρυφοκοιτάς από τη γωνία. Κρατάς την ανάσα σου. Παίζεις κι εσύ το κρυφτό σου. Χωρίς πρόσωπα. Με τα πρόσωπα της φωτογραφίας. Με τα παγωμένα βλέμματα μιας άλλης στιγμής. Με ενέργεια ψηφιακών σημάτων.
Ωραία όλα αυτά, δε λέω. Γοητευτικά. Ανακαλύπτεις ένα σωρό κόσμους μακρινούς από το δικό σου. Απρόσμενα. Ανακαλύπτεις ανθρώπους και πράγματα που αγνοούσες. Ξαφνικά. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνήσεις κι αυτός. Μερικές φορές μοιάζει σαν να φωνάζεις σε μια χαράδρα. Αδειάζεις τα νεύρα σου, την πίκρα σου. Διατυμπανίζεις τη χαρά σου. Και μετά; Τί μένει μετά; Βγαίνεις κάποια στιγμή από αυτό το σύμπαν. Πρέπει. Νιώθεις κάπως πλουσιότερος; Νιώθεις κομματάκι πιο γεμάτος; Νιώθεις ολόκληρος;

Είναι παράξενο. Είναι παράξενος ο τρόπος που μαγνητίζει αυτό το τεράστιο βιβλίο. Και πανέξυπνος. Κρίνω εκ του αποτελέσματος. Τα έχει όλα. Θέλεις μουσική; Είναι εδώ... Θέλεις κουλτούρα; Έχει σελίδες με βιβλία για τους πιο διανοούμενους... Θέλεις τέχνη; Έχει κι απ' αυτό... Θέλεις καψούρα; Αυτό κι αν περισσεύει... Θέλεις αστεία; Είναι εδώ... Θέλεις παιχνίδια; Μπορείς να διαλέξεις... Θέλεις να θυμάσαι γενέθλια, επετείους, ονόματα, σχέσεις, πληροφορίες; Δε χρειάζεται, θα σου υπενθυμίζει πάντα και τα πάντα. Θέλεις να ανοίξεις τον κύκλο σου; Φροντίζει αυτό για σένα, διαλέγοντάς σου ανθρώπους που μπορεί να ξέρεις ή να ενδιαφέρεσαι να μάθεις... Θέλεις να πας για ψώνια; Έχει διαφημίσεις, πού να κοιτάς βιτρίνες τώρα, πού να ψάχνεις προσφορές... Θέλεις να μιλήσεις; Ελεύθερα, έχει και τσατ... Θέλεις να γράψεις; Άνοιξε μια νέα σημείωση... Θέλεις να φιλοσοφήσεις; Ανοιχτά... Θέλεις να δείξεις το άλμπουμ σου; Ορίστε... Θέλεις να κορνιζάρεις τις φωτογραφίες; Έχουμε πολλούς τοίχους... Θέλεις να κάνεις το φωτογράφο; Εδώ είναι το κατάλληλο μέρος... Μπορείς να φτιάξεις ακόμη και το Μουσείο του Εαυτού σου... Έτσι, για τους πιο ματαιόδοξους.
Όλα είναι εδώ. Οι βασικές εφαρμογές του διαδικτύου συγκεντρωμένες σε μία. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Σου το 'πα απ' την αρχή. Δε θέλει κόπο. Ούτε τρόπο. Θέλει το χρόνο σου κι εσύ τον προσφέρεις. Τον σκοτώνεις. Του δίνεις φιλάκι στο μέτωπο και τον αποχαιρετάς μαζί με τα μπουκάλια και τα μηνύματα.

Δεν μπορεί, κάτι καλό θα συμβαίνει σ' αυτό το γιγάντιο βιβλίο. Ή είμαστε ηλίθιοι σ' ένα σύμπαν ηλιθίων.


[αντί (αυτο)κριτικής...]

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

ηλιοβασίλεμα

Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις.
 - [...] Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ' έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα...
[...]
- Μα τώρα θα κλάψεις!
- Ναι, σωστά.
- Και τότε τί κέρδισες;
- Κέρδισα, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.
[Ο Μικρός Πρίγκηπας, κεφ. ΧΧ]

Θυμάσαι, ήσουν 8 χρονών, μικρή, αδύνατη με κόκκινη καρό φουστίτσα, κόκκινο καλσόν και φθαρμένα μποτάκια. Περίμενες την Τετάρτη για να διαβάσεις το Μικρό Πρίγκηπα. Υπολόγιζες τη βδομάδα σου γύρω από την Τετάρτη. Και ήξερες ότι είχες περίπου δύο ώρες το απόγευμα για να καθίσεις αναπαυτικά και ήρεμα μαζί με το βιβλίο που μύριζε εφηβεία του μπαμπά και σκονισμένο ράφι. Δύο ώρες για να ταξιδέψεις με την αλεπού και το τριαντάφυλλο. Δύο ώρες για να χωρέσεις στην παιδική σου φαντασία όλα εκείνα τα παράξενα. Δύο ώρες κάθε Τετάρτη.


 


Είναι τα χωράφια με το στάρι, η μνήμη μιας σφαίρας, η εικόνα αυτού που δεν υπήρξε. Είναι το ποτέ που ενυπήρξε στο πάντα. Είναι οι μέρες που δε χωράς πουθενά. Που θέλεις να πάρεις τη φανταστική σου σχεδία και να φύγεις για άλλους κόσμους. Είναι οι φορές που τίποτα δε σου μοιάζει αρκετό. Είναι οι στιγμές που τα πάντα μπορεί να σε συγκινήσουν.

Κι εσύ, που κρύβεσαι δειλά πίσω από τις πολυκατοικίες, γύρνα πίσω. Παίρνεις μαζί σου κάτι από μένα.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

τα γεμάτα απογεύματα

Είναι εκείνα που δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάνε.

Όλα λέγονται, ήρεμα και απλά, με ή χωρίς λέξεις. Ένα δάκρυ, λίγο πριν κυλήσει. Λαμπυρίζει εκεί, στην άκρη του ματιού σου, παίζει κρυφτό με το δικό μου, που χάνεται πίσω από μια βλεφαρίδα. Δίνουν ραντεβού στα όνειρά τους. Πλατωνικό. Ανταλλάσσουν ίσως δύο σκέψεις κι ένα χαμόγελο. Ένα ηλιοβασίλεμα, μερικά δέντρα. Φύλλα στον ουρανό, με φόντο τα σύννεφα. Φύλλα τόσο ελεύθερα όσο και παγιδευμένα, δεμένα γερά σ' αυτή τη γη. Με φόντο πάντα τα σύννεφα. Μυρωδιά δροσοσταλίδας στον ανοιξιάτικο άνεμο. Μια ελαφριά αύρα αναμνήσεων. Οι δικές σου αναμνήσεις. Οι δικές μου αναμνήσεις. Ίσως κάποτε συναντήθηκαν κρυφά, χωρίς να το ξέρουμε. Ένα απαλό αεράκι νοσταλγίας. Για το μέλλον σου. Για το μέλλον μου. Μικρή γλυκιά μελαγχολία. Ένα γέλιο, αβίαστο. Ξεσπάει ξαφνικά από το πρόσωπό σου. Κάνω ρυτίδες όταν γελάω. Μα νιώθω ομορφότερη. Χωρίς μάσκες.

 [Φωτογραφία _ αυτό είναι το χρώμα των ονείρων μου _ Joan Miró _ 1925]


Τα γεμάτα απογεύματα.

Είναι εκείνα που δε θέλεις να τελειώσουν. Που θέλεις να κρατήσεις για πάντα ανέπαφα. Σαν αυτή τη φωτογραφία ονείρων. Ευτυχώς μπορείς πάντα να ανατρέχεις σ' αυτά. Και να αναδημιουργείς νέα.


για όσους μου χάρισαν κάποτε ένα γεμάτο απόγευμα... ή πρωινό...

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

μαθήματα συμπεριφοράς

Αττικό Μετρό. Έτος 2011.

Ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Παρακαλείστε να αναμένετε την αποβίβαση των επιβατών από τους συρμούς πριν επιβιβαστείτε σε αυτούς.
Άφιξη του συρμού. Συνωστισμένος κόσμος, όλοι μπροστά από την κόκκινη γραμμή της αποβάθρας. Όλοι αναμένουν εναγωνίως την πόρτα να ανοίξει, με τη μύτη κολλημένη πάνω στο συρμό. Δειλά δειλά βηματάκια προς τα πίσω, μαζική έξοδος από το τρένο.
Επιβάτες αναμένουν στην αποβάθρα, μπαίνουν αργά αργά στα βαγόνια. Οι πόρτες του συρμού κλείνουν απότομα, κόσμος εγκλωβίζεται στις αυτόματες πόρτες. Μπιιιπ μπιιιιιπ... Ξανά απόπειρα να κλείσουν οι πόρτες, ακόμα ο κόσμος παλεύει να μπει. Μπιιιπ μπιιιιιιπ...
Στριμωξίδι, σπρωξίματα, κακό. Θα περάσω και από πάνω σου αν χρειαστεί. Αρκεί να μπω μέσα. Αρκεί να χωρέσω. Προτού κλείσουν οι πόρτες.

Χωρίς σχόλια. Είναι η παιδεία που έχουμε.

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

ονειρομπερδέματα

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο έρχονται τα όνειρα που βλέπεις. Όχι αυτά που συνειδητά κάνεις, με το νου και τη φαντασία σου. Αυτά που έρχονται στον ύπνο σου και σε αιφνιδιάζουν. Ακόμα πιο εντυπωσιακός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα όνειρα διαδέχονται το ένα το άλλο, μπερδεύουν και ανακατεύουν την πραγματικότητα με τον παραλογισμό. Ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά τελικά σου φαίνονται φυσιολογικά. Ένα σπίτι που δεν είναι σπίτι σου, πράγματα που δε σου ανήκουν, καταστάσεις στις οποίες ποτέ δε βρέθηκες, συνδυασμοί προσώπων και γεγονότων που ποτέ δεν είχες τολμήσει να κάνεις... Και μια αίσθηση γλυκιά και παράξενη με το ξύπνημα...

Ταξιδεύεις κάθε μέρα. Μακρύτερα από εκεί που σκεφτόσουν ότι θα μπορούσες να φτάσεις. Μερικές φορές αυτό είναι αρκετό.


Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

στη Χλόη...



Στη Χλόη, τη μεγάλη πόλη, τα άτομα που περπατάνε στους δρόμους δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Σε κάθε τους συναπάντημα φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά.
[Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, σ.. 73]

Η Χλόη δεν είναι πολύ μακριά από μας, είναι μια από τις πόλεις που κρύβονται μέσα σ' αυτήν που ζούμε. Και μερικές φορές είναι ακριβώς έτσι. Μεγάλη. Ηδονική με ένα δικό της τρόπο. Χωρίς λόγια. Με μια παράξενη, ιδιόρρυθμη, δική της επικοινωνία. Στη φαντασία μας.

άνθρωποι και μέρες

Κάποτε, όσο ήμουν παιδί, μισούσα τις Δευτέρες. Έφερναν μαζί τους ένα βάρος που δεν μπορούσα να σηκώσω. Με παρέσυραν σ' ένα ρυθμό που δεν ήταν για μένα. Και τις μισούσα. Παθητικά.
Μεγαλώνοντας, άρχισα να μισώ τις Παρασκευές. Ήταν κουρασμένες, φορτωμένες με μια βδομάδα που αδημονούσε να τελειώσει. Ταυτόχρονα, ήταν τεμπέλικες. Σχεδόν άχρηστες. Από αυτές τις νωθρές μέρες που δεν κάνεις τίποτα, απλώς περιμένεις να περάσουν. Περίμενα τη βδομάδα να κλείσει.
Εδώ και λίγο καιρό, νιώθω παράξενα με τις Κυριακές. Δεν ξέρω αν τις μισώ. Αλλά με ενοχλούν. Με αγχώνουν. Με στήνουν στον τοίχο. Μου θυμίζουν πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, έτσι καθώς με φέρνουν αντιμέτωπη με όλη τη βδομάδα που πέρασε. Που τέλειωσε. Το ηλιοβασίλεμα κοκκινίζει τον ουρανό αργά και βασανιστικά, η Δευτέρα φαντάζει μακρινή παραδεισένια όαση.

Πέμπτη, 12 Μαΐου 2011

αναμνήσεις

Μόλις διάβασα το κείμενο της Μαρίας στον Υπογραμμιστή, με αναμνήσεις από την πρώτη ημέρα των Πανελλαδικών. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στις δικές μου μνήμες που ήρθαν ξαφνικά, να αντιπαρατεθούν σ' εκείνες της Μαρίας.



Οι δικές μου Πανελλήνιες λοιπόν... Μετά από 5 ολόκληρα χρόνια. Θυμάμαι στιγμές. Σκόρπιες και ανάκατες. Εικόνες. Χρώματα. Ήχους. Μερικές μυρωδιές. Τίποτα το συγκεκριμένο. Τίποτα το συνεχόμενο.

Το μάθημα της Έκθεσης στο φροντιστήριο, παραμονή της εξέτασης. Αγχωμένοι συμμαθητές με χέρια που έτρεμαν, μια κοπέλα που ξέσπασε σε κλάμματα. Τελευταίες συμβουλές και υπενθυμίσεις, τόσο ξένες σε μένα. Τόσο άχρηστες. Μη γράφεις τόσο λογοτεχνικά, το ύφος σου να είναι δοκιμιακό. Δεν άκουγα, είχα κατεβάσει ρολά. Ήμουν απλά χαρούμενη που αυτό το μαρτύριο του δοκιμίου επιτέλους θα τελείωνε. Σε μία μόλις μέρα. Ήμουν ήρεμη, ή ίσως μουδιασμένη. Τα τρομερά πιτσάκια της μαμάς, με μοτσαρέλα και ρόκα. Το σχεδιάγραμμα που ποτέ δεν έκανα, που ποτέ δεν είχα συνηθίσει να κάνω. Αγωνιώδη χέρια τριγύρω μου να γράφουν μανιωδώς στο πρόχειρο, κι εγώ να κοιτάζω το θέμα. Κατάματα, περιμένοντας να μου μιλήσει. Και ύστερα τη λευκή μου κόλλα, στήνοντας στο μυαλό μου την εικόνα του κειμένου. Κάπου εδώ θα φτάσει. Αγχώδεις ερωτήσεις, στο προαύλιο του σχολείου. Υπέροχο φαγητό στο σπίτι. Και ύπνος. Πολύς, βαθύς ύπνος.
Το κόκκινο παντελόνι, το άσπρο μπλουζάκι με τις κόκκινες ρίγες. Πίστευα ότι είναι τυχερό. Το άσπρο λινό μου παντελόνι. Πήγα τουαλέτα, με συνοδεία μιας χοντρής επιτηρήτριας που άνοιξε το καζανάκι ψάχνοντας για τα σκονάκια που δεν είχα. Γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα συμμαθήτριας καημενούλα, έχεις χάσει 10 λεπτά! Ο φόβος των ημερών, μη χυθεί νερό επάνω στο τετραδιάκι με τις απαντήσεις... Τα τυροψωμάκια της μαμάς, με δυόσμο και βασιλικό από το μπαλκόνι μας. Τα οχτασέλιδα (!) θέματα της Φυσικής, σκέφτηκα ότι μόνο για να τα διαβάσω θα χάσω πολύ χρόνο! Η απρόσμενη ψυχραιμία μου σε στιγμές που δεν περίμενα. Τα απογεύματα στο φροντιστήριο, που μόνο εγώ είχα διάθεση για πλάκα... Εκείνο το απόγευμα στο σπίτι που αποκοιμήθηκα καθιστή στο κρεβάτι προσπαθώντας να βγάλω τα παπούτσια μου. Το τριήμερο που πέρασα απαγγέλλοντας τη Βιολογία κατεύθυνσης, που βγήκα από το σπίτι μόνο για να πάρω εφημερίδα μια Κυριακή μεσημέρι.
Η αφόρητη ζέστη, τα βράδια στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να εξηγήσω πράγματα που σε λίγες ώρες θα έπαυαν να έχουν σημασία. Οι τακτοποιημένες σημειώσεις, που σε λίγες ώρες θα έμεναν για πάντα στο ράφι. Τα αγχωμένα μεσημέρια στο φροντιστήριο, τα κλάματα δίπλα μου, οι παρηγορητικές αγκαλιές. Το καφέ λινό παντελόνι της κοπέλας στο Σχέδιο που είχε άσπρους λεκέδες από τον ιδρώτα, πίσω από τα γόνατα. Το πενάκι που παραλίγο να τρέξει πάνω στην κόλλα μου. Παραλίγο. Τα πράσινα παράθυρα της αίθουσας.
Δεν κοιμήθηκα το βράδυ πριν την ανακοίνωση των βαθμολογιών. Την παραμονή της ανακοίνωσης των βάσεων έβλεπα εφιάλτες, ότι έχανα τη Σχολή για 2 μόρια. Θυμάμαι την παρηγορητική βόλτα στο ΙΚΕΑ εκείνο το πρωί, πριν μάθουμε τις βάσεις. Θυμάμαι τη φίλη που έχασε τη Σχολή για 7 μόρια. Ίσως της βγήκε σε καλό τελικά. Θυμάμαι το τηλεφώνημα που με ενημέρωσε για την επιτυχία (η βόλτα στο ΙΚΕΑ είχε τραβήξει λίγο παραπάνω...).  Θυμάμαι...

Δε διάβαζα πια. Δεν ένιωθα πια. Ο χρόνος είχε σταματήσει για μένα. Μόνο κοιμόμουν. Πολλές, πολλές ώρες. Δεν ξέρω αν έβλεπα όνειρα. Και κάθε φορά, σε κάθε μάθημα, άδειαζα κι από ένα φορτίο. Άφηνα τις ατελείωτες ώρες προσπάθειας σε μια κόλλα χαρτί. Οριστικά.
Τελευταία μέρα των Πανελλαδικών πήγα για ψώνια. Μου αγόρασα ένα θαυμάσιο αέρινο μεταξωτό φαρδύ τιραντάκι. Είχα ραντεβού το βράδυ. Ήταν για 5 καλοκαίρια το αγαπημένο μου. Φέτος είναι πια τρύπιο... Μαζί μ' αυτό φθείρονται και οι αναμνήσεις μου.

Ναι, τα πράγματα παίρνουν την πραγματική τους αξία αφού τα ζήσεις, αφού τα ξεπεράσεις. Όταν μπορέσεις να τα δεις με ψυχρό βλέμμα. Και τότε οι αναμνήσεις σου μοιάζουν παράξενες. Αλλόκοτες. Αλλοπρόσαλλες. Σπονδυλωτές. Ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής τους της ιδιοτυπίας να σου είναι χρήσιμες. Ακριβώς τώρα. Που οι φόβοι έχουν πια περάσει, που τα όνειρα έχουν αλλάξει. Που οι στιγμές έχουν γίνει φωτογραφίες στο υποσυνείδητο, που ανασύρεις με αφορμή το κείμενο της Μαρίας.