Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

πρωτοχρονιά παραμονή


ποίηση Γιώργου Ανδρέου

Πρωτοχρονιά παραμονή
-σε βλέπω που κοιμάσαι
στου ονείρου σου τη μουσική
ευτυχισμένος νά`σαι.
Τον ύπνο σου ζεσταίνουνε
-κι ας είναι η νύχτα κρύα
τα δώρα που σε καρτερούν 
από την Καισαρεία.

Για σένα ο κόσμος κι ο καιρός
δεν λιώνουν σαν τους πάγους.
Έχεις Χριστό και Παναγιά,
αστέρι και τρεις μάγους.
Έχεις το ψέμα της γιορτής
και τη φωτιά της νιότης.
Πρίγκηπας είσαι και φτωχός,
προσκυνητής και ιππότης.

Πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;
Σε ποιόν το γράμμα σου θα στείλεις
για να ζητήσεις τα παιχνίδια που αγαπάς.
Όταν μονάχος σου στη γη θα περπατάς
παντού κλεισμένες πόρτες πόρτες θα χτυπάς.
Χρήμα και χρόνο πάντα θα χρωστάς
κι αγάπη δανεική θα οφείλεις
πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;

Πρωτοχρονιά παραμονή
-ακόμα ένας χρόνος.
Άλλο ένα βήμα στα τυφλά,
ένας ακόμα πόνος.
Θά`ρθουν πολλά κι άλλα πολλά
ατέλειωτη θητεία
ταξίδι ωραίο η ζωή
σπουδή και μαθητεία.

Να το θυμάσαι, είσαι παιδί
κι αν θες παιδί να μείνεις
κρύψε στη μέσα σου ψυχή
πίσω σου όσα αφήνεις.
Για να τα βρεις έναν καιρό
μπροστά σου φωτισμένα
και μες στης μνήμης τον σωρό
να θυμηθείς κι εμένα.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

μελομακάρονο σαν παραμύθι

Από την αγαπημένη Άρτεμις.
Καλή απόλαυση!

συναγερμός στην άχνη

Ορδές ζαχαροπλαστών, γκουρμεδόφιλων και ορκισμένων κουραμπιεδολατρών κατακλύζουν από σήμερα το μεσημέρι τα νοσοκομεία του πλανήτη, μετά τη σοκαριστική και ξεδιάντροπη αποκάλυψη της αλήθειας για την ιστορία του διάσημου χριστουγεννιάτικου γλυκίσματος. Εμφανίζουν συμπτώματα οξείας νευρικής κρίσης, παραληρήματος και γενικής κατάρρευσης, ενώ οι γιατροί δηλώνουν αδυναμία να τους συνεφέρουν. Στις ψυχιατρικές κλινικές γίνονται αγωνιώδεις προσπάθειες να στεγαστούν οι νέοι ασθενείς, χωρίς να διαταράξουν την ήδη εύθραυστη ισορροπία των τροφίμων ψυχασθενών.
Η κρίση πανικού αρχίζει να εξαπλώνεται με γοργό ρυθμό, μέσα και έξω από τα νοσοκομεία, ενώ ταυτόχρονα καταγράφονται περιπτώσεις λιποθυμίας στη θέα ή στο άκουσμα του κουραμπιέ. Δεν είναι λίγες μέχρι στιγμής οι περιπτώσεις ατυχημάτων εξαιτίας του ισχυρού σοκ κατά τη συνειδητοποίση της αλήθειας.
Η απομυθοποίηση της λαχταριστής λιχουδιάς επηρεάζει ακόμα και τα παιδιά, που δηλώνουν ότι φοβούνται να βγουν για τα κάλαντα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μήπως και κάποιος αθεόφοβος χαιρέκακος κακούργος τα κεράσει τον -απαγορευμένο πια- κουραμπιέ. Τα χαρούμενα τριγωνάκια φέτος θα σωπάσουν, βυθισμένα σε βαθιά θλίψη και αγωνία. Φημολογείται πως πίσω από αυτό το γεγονός κρύβεται η σατανική μάγισσα Φρικαντέλα, που νομίζει πως με αυτό το υποχθόνιο κόλπο βρήκε επιτέλους τον τρόπο να απαλλαγεί από τα κάλαντα. Ειδικοί μυστικοί πράκτορες ερευνούν την κατάσταση.
Ταυτόχρονα, χωρίς βασιλόπιτα και χωρίς ψωμί φαίνεται πως θα μείνουν αυτήν την Πρωτοχρονιά χιλιάδες οικογένειες, αφού ο ένας μετά τον άλλο οι φούρνοι κλείνουν, ελλείψει προσωπικού. Τσαρλατάνοι ψευτομάγειρες επιχειρούν να θησαυρίσουν πουλώντας γιαλαντζί ψωμάκια, ενώ στη μαύρη αγορά ανάρπαστες γίνονται οι λίγες βασιλόπιτες που υπήρχαν στα καταστήματα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα αποτελέσματα της σημερινής αποκάλυψης. Οι Αρχές καταστρώνουν σχέδιο καταπολέμησης πιθανών καταστροφικών συνεπειών.
Καταζητείται ο δημοσιογράφος Λαζαρολύκ Μεγαλοστοματίκ, ενώ άγνωστες ακόμη παραμένουν οι πηγές του. Έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, με τις κατηγορίες της ανεύθυνης διάδοσης απόρρητων πληροφοριών και της ανεπανόρθωτης κατάλυσης του Μύθου των Χριστουγέννων.

Don Curabiatto

Με αφορμή το Στόμα του κακού Λύκου: El Kurabiero

Οι πραγματικοί κουραμπιέδες πήραν το όνομά τους από τον Ιταλό κόμη Don Curabiatto, που ήταν γνωστός για τις γαστρονομικές του ευαισθησίες και τα συμπόσια στην αυλή του ήταν μυθικά. Μάγειρες και ζαχαροπλάστες από όλα τα μέρη του κόσμου ένωναν τις δυνάμεις τους, σε μια πανδαισία γεύσεων, χρωμάτων και μεθυστικών μυρωδικών.
Μάλιστα, φήμες λένε ότι η όλη ιστορία με το μεξικανό Kurabiero είναι πλαστή και οι μαϊμού κουραμπιέδες φτιαγμένοι μόνο και μόνο για να σαμποτάρουν το αληθινό ευγενές γλύκισμα.
Αν προχωρήσουμε λίγο ακόμη τις έρευνές μας, ανακαλύπτουμε ότι η έχθρα αυτή ξεκίνησε όταν ο Curabiatto ξεμπρόστιασε το Σικελό μαφιόζο παππού του τρομοκράτη, τον κακόφημο χοντρό Kurabiedonni. Μετά από αυτό το γεγονός, εκείνος μετανάστευσε στο Μεξικό για να γλιτώσει και να ξεφύγει από τη λοιδορία των συνεργατών του. Εκεί στην εξορία, δίδαξε στον εγγονό του την τέχνη της εκδίκησης.
Βέβαια, όλα αυτά είναι εικασίες που ερευνώνται ακόμη, αλλά η δικαιοσύνη δε θα αργήσει να κάνει τη δουλειά της και να αποκαταστήσει το όνομα και την υπόληψη του γιορτινού πειρασμού.

Καλή όρεξη, φάτε άφοβα! Φροντίστε μόνο να βγείτε και καμιά βόλτα στο κρύο για να μη σας βρει ο νέος χρόνος τετράπαχους και κολλημένους σε στρώσεις ζάχαρης, επάνω στο τραπέζι!

έρωτας άνευ όρων


Γλυκιά παράδοση στα χέρια του εραστή, παθιασμένα φιλιά, αξεχώριστα σώματα, μπλεγμένα σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι γεύσεων, αισθήσεων, υφών και αρωμάτων.

Κουραμπιέδες, ασφαλώς. Το απόλυτο χριστουγεννιάτικο γλύκισμα, απόλυτα χειμερινό, απόλυτα ζεστό, απόλυτα ευωδιαστό, απόλυτα εύγευστο. Άρωμα βανίλιας, διακριτικά ποτισμένο από καβουρντισμένα αμύγδαλα, βελούδινη γεύση αγνού μυρωδάτου βουτύρου, με επίγευση αφράτης κατάλευκης ζάχαρης άχνης.
Νυχτερινή παρασκευή κουραμπιέδων με συνοδεία καλής μουσικής και χαμόγελου είναι η απόλυτη ευτυχία των γιορτών. Εκεί, που η καρδιά πλημμυρίζει έρωτα, τον άνευ όρων έρωτα των απλών υλικών, που οδηγεί σε μια σχεδόν παιδική μπισκοτένια γεύση, αλλά εξευγενισμένη και κολασμένα νόστιμη, προκλητική για όλες τις ηλικίες.
Εκεί, είναι που θέλεις να χιονίζει και η πόλη να είναι γεμάτη φωτάκια και να έχει χρώμα ασπρόμαυρο και να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα μόνο τα πολύχρωμα τρυφερά κασκόλ των ανθρώπων. Ίσως, κάπου μακριά, να νιώσεις πως είδες την άκρη ενός έλκηθρου που γλιστρούσε απαλά στο σκοτάδι...

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

ο αγιοβασιλάκος


Δεμένος με τα Χριστούγεννα, από τότε που τα θυμάσαι. Αυτός ο φτηνός αρκουδάκος με το σάκο των γιορτινών παιχνιδιών είναι ο αγιοβασιλάκος σου. Ενσαρκώνει το πνεύμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τον έψαχνες πάντα, ανάμεσα στα στολίδια, τον έβρισκες με χαρά και τον κρεμούσες πρώτο πρώτο, σε εξέχουσα θέση στο δέντρο. Ήταν το γούρι, η βεβαιότητα ότι ο Άη-Βασίλης θα ερχόταν και πάλι, να φάει τον κουραμπιέ, να πιει το λικεράκι και λίγο από το γάλα του και να σου αφήσει ένα δωράκι.
Τώρα, που τα στολίδια εκείνα πια έχουν παλιώσει, καταχωνιαστεί σε ένα κουτί βαθιά στο πατάρι και ξεχαστεί, ο αγιοβασιλάκος επιμένει, σε εξέχουσα θέση, να σου θυμίζει τί ήταν για σένα οι γιορτές. Τί είναι για σένα οι γιορτές. Εκεί, στη λάμψη των πλαστικών του ματιών, αντικρίζεις εκείνον το χοντρούλη με τη μακριά άσπρη γενειάδα που κάθε χρόνο σου υποσχόταν μυστικά πως όλα θα γίνονταν λίγο καλύτερα.
Και συνεχίζει να σου υπόσχεται.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

η λεηλασία του μουσείου

Παιδικό δωμάτιο. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια παιδικό. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια για παιδιά. Παιδικό δωμάτιο που εγκαταλείπεται, δίνοντας χώρο στη φυγή προς μια κάποια ενηλικίωση. Πάντα το δωμάτιο μένει πίσω. Απομένει, ερημώνεται, περιμένει καρτερικά, αφήνεται στην παρακμή του. Ένα λείψανο παιδικού δωματίου, στεγάζει περιοδικά μικρές επιστροφές. Επιστροφές, δηλαδή επισκέψεις. Επιστροφές, δηλαδή σύντομες εξορμήσεις επούλωσης τραυμάτων.

Σε πονάει κάθε επιστροφή. Σε πονάει και σε ανακουφίζει ταυτόχρονα. Σε ελευθερώνει και σε φυλακίζει. Σου θυμίζει αυτά που θέλεις να θυμάσαι, αυτά που κάποτε ήσουν και πια έχεις διώξει μακριά σου, αυτά που θα ήθελες να είσαι και ποτέ δεν έγινες. Σου θυμίζει τις προσδοκίες, τα όνειρα, τα απροσδόκητα όνειρα, την αφέλεια, τα όσα πια ξέρεις πως δεν πρόκειται να γίνουν. Σου θυμίζει αυτά που δε θέλεις να θυμάσαι, σου φτιάχνει υπομνήσεις για το μέλλον, σου επισημαίνει την αξία του παρόντος σου.
Είσαι στο μουσείο σου. Κάθε αντικείμενο και μια ιστορία. Κάθε βιβλίο, κάθε ράφι, κάθε ρωγμή, κάθε παιχνίδι, κάθε μικρή τελίτσα, ένα έκθεμα μόνο δικό σου. Μόνο για σένα μιλάει, μόνο εσύ ξέρεις γιατί είναι τόσο σημαντικό το σπασμένο γλαστράκι από το ξεραμένο κακτάκι να μη μετακινηθεί ούτε χιλιοστό. Μόνο εσύ. Κάποτε, φεύγοντας, άφησες τα πάντα στην ίδια γνωστή θέση πιστεύοντας αφελώς πως θα μπορούσες μια μέρα να συνεχίσεις τη ζωή εκεί που την άφησες, στο ίδιο παιδικό δωμάτιο. Σήμερα, ξέρεις πόση ουτοπία έκρυβε μέσα της αυτή η σκέψη.
Σαν άλλος πειρατής του εαυτού σου, έχεις λαηλατήσει πολλαπλά το μουσείο σου. Στην αρχή, παίρνοντας τα απαραίτητα, τα αναγκαία, αυτά που δεν μπορούσες να αποχωριστείς. Αυτά που αποτελούσαν την ψυχή της καθημερινότητάς σου αλλά όχι την ψυχή του παιδικού δωματίου. Όχι την ψυχή του μουσείου. Έπειτα, λεηλάτησες κι άλλα, αναζητώντας εναγωνίως στάλες οικειότητας και ζεστασιάς στη νέα σου φωλιά, πιστεύοντας αφελώς ότι θα μπορούσες να μεταφέρεις την ατμόσφαιρα που αγαπούσες. Ότι θα μπορούσες να έχεις ένα φορητό χωρικό πεδίο θετικής ενέργειας. Μα όχι, όχι, ούτε αυτό λειτούργησε.
Κι έχεις τώρα απέναντί σου ένα λεηλατημένο μουσείο, που δεν παύεις να λεηλατείς αλλά δεν παύει να είναι μουσείο. Κάπως ιερό και απείραχτο, δεν μπορείς να το διαλύσεις, να κόψεις τα δεσμά, δεν μπορείς να το αλλάξεις, μπορείς μόνο να το λεηλατήσεις κι άλλο. Σιγά σιγά και βίαια, αφαιρώντας του κομμάτια, καταστρέφοντας το χαρακτήρα του, αλλοιώνοντάς το ως το τέλος. Με τύψεις. Πολλές. Και για το ότι το παιδικό δωμάτιο εκφυλίστηκε σε μουσείο και για το ότι το λεηλατείς μέχρι τελικής πτώσης.
Μη γνωρίζοντας τί από τα δύο βαραίνει πιο πολύ, μη γνωρίζοντας αν είσαι περισσότερο συλλέκτης ή πειρατής, παραπαίεις. Και η λεηλασία του μουσείου συνεχίζεται, σε μια παράξενη συνύπαρξη αντικρουόμενων χαρακτήρων.


Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

υπερ-σύνδεση



Joan Baez. Πάντα μου θύμιζε τη Φλέρυ. Μια μετενσάρκωσή της, μυστική, ανεξήγητη. Μια επικοινωνία πλανάται μεταξύ τους, στο μυαλό μου, μια επικοινωνία αιθέρια και τέλεια όσο οι φωνές τους.
Δεν ξέρω αν ποτέ συναντήθηκαν, δεν ξέρω αν ποτέ αντάλλαξαν δυο νότες, δεν ξέρω αν ενέπνευσαν η μία την άλλη. Αυτά τα ξέρουν οι ειδικοί μουσικόφιλοι κι εγώ ασφαλώς δεν ανήκω σ' αυτήν την κατηγορία. Δεν ξέρω αν οι φωνές τους μοιάζουν, αν ταιριάζουν μουσικά, αν έχουν παρόμοιες συχνότητες, παρόμοια τεχνική. Αυτά είναι για τους μουσικούς κι εγώ δε σκαμπάζω ούτε νότα. Εσύ, μουσικέ μου, που διαβάζεις τώρα, πες μου την επιστημονική σου γνώμη.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι νιώθω μια αιωρούμενη, δυνατή και αβέβαιη συγγένεια ανάμεσά τους. Κάθε φορά που τις ακούω και τις βλέπω. Από παιδί.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

μυτούλα που τρέχει και ματάκια δακρυσμένα

Από το συνάχι, φυσικά. Φατσούλα κόκκινη, κατακόκκινη από τον ερεθισμό και φωνή βραχνή σαν νταλικέρη. Με τρίχρονη αφέλεια και μπουκωμένα χάχανα, τρέχουν ασταμάτητα και ακούραστα, χοροπηδάνε, γελάνε, παίζουνε. Πλατύ χαμόγελο με βλέμμα ταλαιπωρημένο και εκδηλώσεις τρυφερότητας. Παναγιωτούλα μου εγώ σ' αγαπάω... Σ' αγαπάω και σε φιλώ!
Μόνο αγάπη ξέρουν να προσφέρουν τα παιδιά. Μόνο αγάπη. Είναι δυνατόν να μη σε κάνουν ευτυχισμένη;

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

η μακέτα που δεν υπήρξε ποτέ


Ένας μήνας. Ένας μήνας μέσα στο υπόγειο. Ένας μήνας πάνω σε σχεδιαστήρια. Ένας μήνας ανάμεσα σε χαρτόνια, πολυκαρβονικές διατομές, ελαστικά καλούπια και πολυεστερικές ρητίνες. Ένας μήνας με μάσκες και γάντια και επικίνδυνες καρκινογόνες ουσίες. Ένας μήνας άπειρης φαιάς ουσίας σπαταλημένης σε τεχνικές τελειότητας μιας αναπαράστασης ενός φανταστικού κτηρίου. Ένας μήνας αϋπνίας και μαύρων κύκλων και κούρασης και ζέστης, μέσα στη σκόνη. Ένας μήνας. Τέσσερις εβδομάδες. Τριανταμία ημέρες. Εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες. Μία μακέτα.

Ενα χρόνο και κάτι αργότερα. Καμία μακέτα. Καμία φωτογραφία. Κανένα τεκμήριο για την ύπαρξη του εξεζητημένου αντικειμένου. Κανένα ίχνος. Η μακέτα αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Είναι καταδικασμένη να μείνει στη μνήμη σου, μα μόνο εκεί. Είναι καταδικασμένη να φαντάζει για πάντα προϊόν του εγκεφάλου σου. Έτσι κι αλλιώς, μια μέρα θα περάσει στη λήθη, εκεί όπου δε θα ξέρεις πια αν είναι όνειρο, φαντασία, μύθος ή πραγματικότητα.

Καμία μακέτα. Ή μάλλον, μια μακέτα λιγότερη. Ένας μήνας, τέσσερις εβδομάδες, τριανταμία ημέρες, εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες από τη ζωή σου αφιέρωμα ολοκληρωτικό σε κάτι που ποτέ δεν υπήρξε. Αφιέρωμα σε μια μακέτα που ποτέ δε θα υπάρξει, από 'δω και στο εξής.

μακάρι η πτήση της εν λόγω κυρίας μακέτας να ήταν σαν κι αυτήν εδώ