Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

να 'μουν πουλί, να πέταγα ψηλά

Για κάποιες φορές που αναζητείται μια κορυφή...



Σε ποιο βουνό απόψε που πονώ,
θα πάω να βρω τ' αθάνατο νερό.
Σε ποια οξιά θα βρω τη μοναξιά,
σε ποια πηγή θα γειάνω την πληγή.

Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.
Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.

Να 'μουν πουλί να πέταγα ψηλά,
τους στεναγμούς να ρίξω χαμηλά.
Πικρός καημός, τετράδιπλη χαρά,
να 'σαι φτωχός με πλούσια καρδιά.

Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.
Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

μια άθραυστη διάφανη φούσκα

Προσπαθείς να ισορροπήσεις στην τομή δύο κόσμων. Αυτού που είναι γύρω σου και του άλλου που βρίσκεται μέσα σου. Στο μυαλό σου, χιλιάδες εικόνες ασταμάτητα αναδημιουργούνται, χιλιάδες σκέψεις διαρκώς αναφλέγονται, χιλιάδες άπιαστοι κόσμοι γεννιούνται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν κάθε λεπτό.
Κι είναι φορές που οι διάφανοι μέσα κόσμοι αποκτούν υπόσταση, αυξάνονται και δυναμώνουν, ζωντανεύουν σαν ειδικά εφέ από ταινία φαντασίας, ξεπερνούν τα όρια του σώματός σου και σε περιβάλλουν, σε περικυκλώνουν, σε προστατεύουν, σε σφίγγουν απαλά. Κι είναι φορές που η στιβαρή πραγματικότητα του εξω κόσμου αλλοιώνεται και απομακρύνεται, λιώνει αργά σαν πάγος σ' ένα λακκάκι με καυτή άμμο κι εσύ τη χαζεύεις αργά, αργά και ήρεμα καθώς συρρικνώνεται μπροστά σου.
Στους δυο σου κόσμους, δεν έχεις την ίδια θέση. Κι αν στον αληθινό και μεγάλο έχεις το ρόλο θεατή, στον ψεύτικο και μικροσκοπικό είσαι ο πρωταγωνιστής. Κι αν το ένα σκηνικό ετοιμάζεται να σε ρουφήξει και να σε καταπιεί ενώ βρίσκεται μέσα σου, το άλλο το βλέπεις αδρά να απομακρύνεται ολόκληρο ενώ βρίσκεται παντού τριγύρω.
Κάτι τέτοιες φορές, μια άθραυστη διάφανη φούσκα σε κλείνει μέσα της και σε ανεβάζει ψηλά ψηλά, εκεί που μπορείς πια να διακρίνεις τις κορυφογραμμές, τα αστέρια και τα βουνά. Μα δεν ξέρεις, δεν μπορείς πια να διακρίνεις, τα όνειρα. Κάποιο μαγικά σ' έχει κλέψει και δυσκολεύεσαι, δε θέλεις να ξυπνήσεις.


επιστροφή

[Joan Miró, Bleu II, 1961]

Κάθε φορά που σε κοιτάζω, γίνομαι κι εγώ μια μαύρη κουκκίδα που επιπλέει δίπλα στη δική σου. Μέσα στη δική σου θάλασσα αναγνωρίζω στεριές και απύθμενα βάθη, ανεξερεύνητους βυθούς, επιθυμίες και φόβους. Στα δάκρυά σου κολυμπώ, κι είναι η αλμύρα τους τόσο ζεστή που με τυλίγει σφιχτά και με παρηγορεί σαν παραμύθι της γιαγιάς. Κι είναι η ίδια αλμύρα αυτή που συναντάω στο γέλιο σου, αγαπημένε, και το φως της με τυφλώνει γλυκά, σαν ήλιος καλοκαιριού το σούρουπο στην παραλία.
Κάθε φορά που σ' αγκαλιάζω, απαλλάσσομαι από τα ρούχα που καιρό φορούσα και δοκιμάζω για λίγο να εκτεθώ γυμνή. Κι ύστερα, δοκιμάζω δειλά καινούρια φορέματα και επιπλέω ξανά σαν άλλη μαύρη κουκκίδα στο απέραντο μπλε. 
Ίσως, κάποια μέρα, καταφέρω να γίνω η κουκκίδα που ξεστράτισε ψάχνοντας να βρει το δικό της ολόθερμο ήλιο. Και κάπως, σε κάποια χρονική στιγμή, ίσως, σε κάποιο σημείο, συναντηθούν οι ήλιοι μας και μπορέσουμε να κοιταχτούμε ολόγυμνοι και να αγκαλιαστούμε ολόγυμνοι κι έτσι χαμογελαστοί να αποκοιμηθούμε στη θέρμη.
Και τότε, αγαπημένε, μπορεί να γίνουμε μια κόκκινη μυστηριώδης γραμμή στην ανεξερεύνητη θάλασσα, ένα μικρό όριο στον ατελείωτο ορίζοντα.

(μια μικρή εσωστρεφής επιστροφή εδώ)