Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

προφέροντας τα βήματα

Ήταν γεμάτη. Γεμάτη, φουσκωμένη, ένιωθε την ενέργεια να συσσωρεύεται σε ένα ακίνητο σώμα, ακουμπισμένο σε μια άβολη καρέκλα. Ένιωθε την πληροφορία να την κατακλύζει, ένιωθε να γεμίζει με μεγάλη ταχύτητα, ένιωθε τις σκέψεις της να πολλαπλασιάζονται. Ένιωθε να γεμίζει, να μην μπορεί να αναπνεύσει, να μην αντέχει άλλο. Ένιωθε μια δυσφορία. Και τότε κατάλαβε. Βγήκε στο δρόμο με φόρα, άφησε τη σιγή με τα πνιχτά σχόλια και τους ήχους υπό καταστολή πίσω της. Βγήκε κι ελευθερώθηκε από τα ιδρυματικά φώτα, από το επίμονο βουητό του κλιματισμού, από τη γυαλιστερή ατμόσφαιρα εργαστηρίου. Στο δρόμο, ψιχάλιζε ειρηνικά. Χωρίς ομπρέλα, επιτάχυνε το βήμα. Κι άλλο, κι άλλο, με δύναμη, με ορμή, με ένταση. Ναι, ένταση ήταν αυτό που την έπνιγε. Κι άλλο, με δύναμη, περπατούσε βουβά και άκουγε γύρω της. Η λεωφόρος, ο κόσμος που περπατούσε στο πεζοδρόμιο, μερικές φευγαλέες κουβέντες. Η βροχή σκέπαζε τους ήχους, τους κατάπινε. Τα φώτα εμφανίζονταν θολά μέσα στην υγρασία. Κι εκείνη συνέχιζε, με αυξανόμενη ταχύτητα, με ένταση. Ένα τραγούδι τη βρήκε στο φανάρι, το μουρμούρισε. Το μουρμούρισε για λίγη ώρα. Μέσα της, έφτιαχνε διαλόγους, εξηγούσε, ρωτούσε, απαντούσε. Πήρε τις απαντήσεις της. Πήρε μερικές απαντήσεις. Στα φανάρια, τώρα, ένιωθε τα πόδια της να τρέμουν, κάθε φορά που σταματούσε. Κάθε φορά που σταματούσε πίστευε πως θα λυγίσει. Είχε την αίσθηση πως δε θα έφτανε σπίτι, η ενέργεια τώρα είχε φύγει όλη, είχε εξαφανιστεί στις σταγόνες της βροχής, στον αέρα, στις πλάκες του πεζοδρομίου. Σαν τους ήχους, σαν τα φώτα των αυτοκινήτων. Περίεργο, η ίδια διαδρομή, και αλλάζει τόσο. Αλλάζει ο ρυθμός, αλλάζει το πεζοδρόμιο. Τι σε κάνει να διαλέξεις πεζοδρόμιο; Χωρίς να κόβει ταχύτητα, ένιωθε το δρόμο ατέλειωτο, ένιωθε πως δε θα έφτανε ποτέ. Ήξερε όμως, ήξερε καλά, πως πάντα φτάνεις, πάντα. Μερικές φορές η πόλη κινείται κάτω από τα βήματά σου και σου φέρνει το σπίτι κοντά, ενώ εσύ μένεις ακίνητος. Ναι, αυτό της συνέβη. Είχε κιόλας πλησιάσει. Στο πάρκο, οι σταγόνες της βροχής χόρευαν επάνω στο νερό, ανέβηκε στο χείλος του ρυακιού και περπάτησε εκεί. Ισορρόπησε, χωρίς να κόψει ταχύτητα. Ακολούθησε τις στροφές και έφτασε στην άκρη. Πεζοδρόμιο. Η πόλη ήταν βουβή, άκουγε μόνο λέξεις καθώς περπατούσε. Σωρούς από λέξεις, τις ένιωθε να συσσωρεύονται, η πόλη ήταν βουβή. Άκουσε τα βήματά της, τα βήματα αυτά που της μιλούσαν. Της έλεγαν, μη βιάζεσαι, μη φοβάσαι, μόνο συνέχισε, κι έπειτα συνέχιζαν να προφέρουν. Λέξεις, σχέδια, όνειρα, αποφάσεις. Σταμάτησε να βρέχει. Η πόρτα της ήταν απέναντι.

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

σπίτι, αναζητείται.

Ένα τέταρτο. Ένιωθε το ένα τέταρτο να ολοκληρώνεται. Ένα τέταρτο. Ετοιμαζόταν να το ζωγραφίσει κλειστό, στρογγυλό και γεμάτο, ακέραιο, ένα κομμάτι της διαδρομής που θα άφηνε οριστικά πίσω της. Βρισκόταν μακριά, για πρώτη φορά. Τόσο μακριά που έλειπαν οι γεύσεις και οι μυρωδιές του πρώτου τετάρτου. Ήταν μακριά από όλα εκείνα τα καθημερινά που όριζαν το σπίτι, την οικειότητα, που προκαλούσαν τη θαλπωρή της επανάληψης, τη γνώριμη αίσθηση που την παρηγορούσε, άθελά της, επί ένα τέταρτο του αιώνα. Και είναι αλήθεια πως εκείνο το βράδυ λίγο φοβόταν. Φοβόταν μήπως το γλυκό της όνειρο για νομαδικές περιπλανήσεις την άφηνε κάποια μέρα χωρίς αναφορές, χωρίς δεσμούς, χωρίς εκείνα τα πολύχρωμα σχοινάκια που κρατάνε τα μπαλόνια κοντά στη γη. Και είναι αλήθεια πως τα μπαλόνια μοιάζουν ευτυχισμένα όταν αιωρούνται ελεύθερα. Όμως είναι επίσης αλήθεια πως φοβόταν μήπως δεν είχε πια πού να κατοικήσει, πώς να κατοικήσει. Και ήθελε χώμα, αγάπη και σώμα, ήθελε γεύσεις και ήθελε αρώματα οικεία, ήθελε ήχους ζεστούς, ήθελε λέξεις, ήθελε σπίτι. Σπίτι που να την αγκαλιάζει σφιχτά. Και ήταν τότε που έψαχνε πώς να φτιάξει το σπίτι, με κάθε τρόπο, έτσι που να μπορεί να το έχει πάντα μαζί της. Σε κάθε τέταρτο, ώσπου να μην υπάρχουν πια τέταρτα, μόνο συνέχειες, μόνο ροές.

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

ένα κορίτσι ντυμένο γυναίκα

Κλακ, κλακ. Εκεί, στον παγωμένο αέρα, τα βήματα αντηχούσαν στους δρόμους μιας ξένης πόλης. Εναλλάσσονταν ρυθμικά, αριστερό δεξί αριστερό δεξί αριστερό... Της άρεσε να τα ακούει, και στον παγωμένο αέρα ακούγονταν ξεκάθαρα. Κλακ, κλακ. Το αριστερό κλακ και το δεξί κλακ δεν ήταν ίδια. Τα δύο της πόδια δεν παρήγαγαν τον ίδιο ήχο, το ένα κλακ ήταν η απάντηση στο άλλο κλακ, όχι το τέλειο καθρέφτισμά του. Κλακ, κλακ. Επιτάχυνε. Μετρούσε το χρόνο με τα βήματα, κάθε βήμα κι ένα κλακ. Άρχισε να νιώθει τη φαρδιά παντελόνα επάνω στα καλάμια της. Το βαρύ ύφασμα έπεφτε επιβλητικά, χτυπούσε με αδράνεια στα πόδια της σε κάθε κλακ. Συγκεντρώθηκε στην αίσθηση αυτή, προσπάθησε να αγνοήσει τους ήχους. Το κάθε χτύπημα ήταν μια ανάσα, και στην ανάσα αυτή γέμιζε αυτοπεποίθηση. Η ανάσα της ήταν συντονισμένη με τα βήματα, κοφτή και σίγουρη. Στα φανάρια της άρεσε να κλείνει τα μάτια και να πλημμυρίζει το μυαλό της με σκέψεις, να αναπνέει βαθιά και να νιώθει μέσα από τα κλειστά βλέφαρα το ζεστό πράσινο φως. Κι ύστερα πάλι, κλακ, κλακ, με σταθερό ρυθμό. Εκεί, στον παγωμένο αέρα μιας ξενης πόλης, ένιωθε τις σκέψεις της κρυστάλλινες. Πανέμορφες. Ένιωσε την ανάγκη να κατοικήσει τον παγωμένο αέρα, να κάνει δική της την ξένη πόλη, να βρεθεί για λίγο στο σπίτι. Έχωσε το πρόσωπό της μέσα στο κασκόλ, ξεκίνησε να σιγοτραγουδάει μελωδίες όμορφες, παλιές, θυμήθηκε τα λόγια. Και τα βήματα μετρούσαν το χρόνο, και η ανάσα της γινόταν έντονη, πιο έντονη, δυνατή. Άρχισε να απαγγέλει τις σκέψεις της, μέσα από το κασκόλ, στον παγωμένο αέρα. Χρειαζόταν οικειότητα, χρειαζόταν στοργή και οι λέξεις αυτές ήταν ολόδικές της. Στη δική της γλώσσα, εκεί που πάντα κατοικούσε, της ήταν γνώριμοι οι ήχοι, γνώριμα τα λόγια, γνώριμη η φωνή. Χαιρόταν να ακούει αυτούς τους ήχους. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στους ήχους, να παράγει μόνο λέξεις, τη μία πίσω από την άλλη να τις αρθρώνει στην παγωμένη νύχτα. Κλακ, κλακ. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα οι λέξεις, προσπαθούσε να μη σκέφτεται, μόνο να παράγει ήχους, ασταμάτητα, γρήγορα. Να ακούει τους ήχους να σπάνε τη σιωπή, ασυνάρτητοι. Περπάτησε πιο γρήγορα, παράγοντας υπόκωφα κλακ κλακ κλακ. Ανυπόμονα. Έφτασε σπίτι, ήταν ώρα να ακούσει την ανάσα της, να την ακουμπήσει σε ένα βιβλίο και να ξαπλώσει μέσα του. Κλακ, κλακ. Έβγαλε με μια γρήγορη κίνηση τα φορητά της χρονόμετρα. Ένιωσε το πάτωμα στις γυμνές της πατούσες. Αφουγκράστηκε, ο ήχος ήταν άλλος, άλλος κι ο ρυθμός.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

εκεί, στην άκρη της άνοιξης

Με αγωνία και αγάπη ξυπνούσε κάθε πρωί. Μέσα από το παράθυρο, παρατηρούσε τα σύννεφα, κι είχε ένα αερόστατο δεμένο στο δεξί του πόδι. Δεν το έβλεπε πάντα, ήξερε όμως πως ήταν εκεί. Δεν μπορούσε παρά να είναι εκεί. Εγώ δεν το έχω δει ποτέ μου, το φαντάζομαι όμως, χρωματιστό, ελαφρύ, χειροποίητο, ημιδιάφανο, χάρτινο. Χάρτινα ήταν και τα μικρά του δωράκια. Με ίχνη από μελάνι, με γράμματα, γράμματα που σχημάτιζαν λέξεις, λέξεις στη σειρά που σχημάτιζαν φράσεις, φράσεις που συνέθεταν κείμενα. Κείμενα που ήταν εμπειρίες, συναισθήματα, σκέψεις, όνειρα, αερόστατα, σχεδίες, σύννεφα. Κείμενα δεμένα, διαλεγμένα, κείμενα γραμμένα με αγωνία και αγάπη, με φροντίδα και κόπο, με πρωινή ενέργεια και άρωμα φρέσκου αέρα, κείμενα σκοτεινά, γεμάτα ήρεμη θλίψη. Ήταν μικρές δόσεις ενέργειας συγκεντρωμένες σε μικρούς τόμους που ακουμπούσε σε χέρια αγαπημένων. Χέρια που ξαφνιάζονταν αμήχανα, τρεμούλιαζαν από χαρά μα δεν ήξεραν πού να αγγίξουν, πώς να σταθούν, κι έκλειναν μέσα τους σφιχτά τους τόμους. Έκλειναν ερμητικά τους κόπους. Κι εκείνος ένιωθε την ενέργεια να εξανεμίζεται, σε μικρές δόσεις. Και το μελάνι του να στεγνώνει και τα χαρτιά του να γίνονται αδιαπέραστα. Μέχρι που κατάλαβε πως ήταν δική του η ενέργεια, δικές του οι λέξεις, δικό του το μελάνι, δικά του τα πολύχρωμα χαρτιά. Δικό του το μικρό αερόστατο, το έβλεπε εκεί, δεμένο στο δεξί του πόδι. Και τα σύννεφα σαν να χαμογελούσαν, στην αρχή της άνοιξης.