Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

"σαν γυφτάκια ξυπόλητα με λαδωμένα μαλλιά"


Βρεγμένο γρασίδι, αστέρια και ήχος κρυστάλλινος. Πεντακάθαρος. Ήχος ψιθυριστός. Ανάμεσα σε ψιχάλες και ανέμους, νότες σε τύλιγαν και μπλέκονταν στα μαλλιά σου. Θυμάσαι; Ήσουν μικρή, ίσως να μη θυμάσαι. Κοιμόσουν αποκαμωμένη, με τα μπράτσα ακουμπισμένα στην πλάτη μιας πλαστικής καρέκλας, τα μαλλιά σου λυτά, αφημένα σε μπούκλες που τυλίγονταν νωχελικά γύρω από τον εαυτό τους. Δίπλα σου, ένα ζευγάρι, θείοι σου ή κάτι τέτοιο, κι ένα κορίτσι μερικά χρόνια μεγαλύτερό σου, ξαδέρφη που γνώριζες κάθε καλοκαίρι. Σε είχαν πάρει μαζί τους εκείνο το βράδυ. Μύριζες παιχνίδι στην αυλή και αθωότητα και παιδική δίψα -τα παιδιά μεγαλώνουν πολύ το καλοκαίρι- και σε είχαν πάρει μαζί τους στη συναυλία. Χωρίς την αδελφή σου. Εφηβικά πείσματα, ίσως σκέφτηκες, εκείνη άλλωστε το συνήθιζε να ευχαριστιέται τη μοναξιά πού και πού, να μένει μόνη όταν οι άλλοι ήταν μαζί. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχεις ξεχάσει τα Χριστούγεννα που κάνατε μόνες στο σπίτι. Εκείνη το είχε προτείνει τότε, ήταν πάντα λιγάκι αρχηγός. Μα δεν παραπονιόσουν. Εξάλλου ήσουν η πιο μικρή και τα μαλλιά σου μύριζαν παιδικό σαμπουάν και τρυφερότητα. Κοιμόσουν, λοιπόν, και σε σκέπασαν με το τζιν μπουφάν, σε σκέπασαν και δεν κουνήθηκες καθόλου. Σε χάιδευαν στην πλάτη απαλά, όλο το βράδυ, και μάλλον το απολάμβανες. Με τις πρώτες σταγόνες, ο τόπος γέμισε ομπρέλες, μικρές, μεγάλες, πολύχρωμες, ομπρέλες. Και ακατάληπτη βαβούρα, μικρή δυσφορία. Ίσως να το ονειρεύτηκες, γι' αυτό και το θυμάσαι. Η βροχή δυνάμωνε, δυνάμωνε, καλοκαιρινή καταιγίδα κι η ομπρέλα δεν ήταν πια αρκετή. Στη βροχή σε άφησαν οι δικοί σου να κοιμάσαι ευτυχισμένη, χαϊδεύοντας την πλάτη σου και μουλιάζοντας τα πόδια τους στο λασπωμένο γρασίδι. Οι ομπρέλες σηκώνονταν μία μία και εξαφανίζονταν τρέχοντας, ώσπου απόμειναν άσπρες καρέκλες άδειες και διάσπαρτοι άνθρωποι καλοκαιρινοί, απροστάτευτοι, αγκαλιασμένοι και ήρεμοι. Τα μικρόφωνα έκλεισαν και η ορχήστρα μάζεψε τα όργανά της, μα εκείνοι παρέμειναν ανοιχτοί, γύρω σου. Οι δικοί σου τρίβοντάς σε απαλά, παρατηρώντας τη βρεγμένη σου κόμη, όχι χωρίς μια δόση ανησυχίας. Και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Όλα απογυμνώθηκαν, έμοιασαν κρυστάλλινα σαν σταγόνες, κι ήταν εκεί εκείνος, η τρυφερή του φωνή και το μαντολίνο, εκείνη, η διάφανη αγριάδα της φωνής της, οι σταγόνες, το βρεγμένο γρασίδι, ο θυμωμένος ουρανός και τα φωτισμένα ερείπια στο βάθος. Η φωνή της, καθαρή και τραχιά όσο ένα ξαναμμένο παιδί που δε σταματά να παίζει, ιδρωμένο, κατάκοπο, με γρατσουνισμένα γόνατα, κι εσύ κοιμόσουν με ένα ανεπαίσθητο ροχαλητό. Όταν κόπασε η μπόρα, ανασηκώθηκες και βρέθηκες περιτριγυρισμένη από ανθρώπους που είχαν ενωθεί, στις νότες εκείνες που ακούστηκαν βρεγμένες, κρυστάλλινες, χωρίς μικρόφωνο, χωρίς φτιασίδια, αληθινές, διαπερνώντας τις στάλες και σκεπάζοντας την υγρή χλόη με ένα μεταξένιο πέπλο. Θυμάσαι; Ήταν η πρώτη σου συναυλία, ίσως, και θα σε έκανε να αναζητάς, πάντα, έναν περίπατο στα αστέρια, μια πτήση στη γη.