Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

νυχτοπερπατήματα



Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Μέσα στην πόλη αυτή, μια όμορφη απέραντη λίμνη δεν υπάρχει, το να φτάσεις σε μια έρημη ακρογιαλιά φαντάζει άθλος, και οι μοναχικοί λόφοι σπανίζουν. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες.

Είναι βράδυ κι έχει κρύο και ψιχαλίζει μικροσκοπικά παγωμένα σταγονίδια που εξαϋλώνονται μόλις ακουμπήσουν το σώμα σου. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και φώτα και κίνηση, και αυτοκίνητα και ταχύτητες και κόρνες και σχεδόν κανείς δεν περπατάει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και το πρόσωπό σου είναι σκεπασμένο με τον τεράστιο γιακά του παλτού σου, τυλιγμένο μέσα στο μαντίλι σου, κι από πάνω, ένα σκουφί σε σκεπάζει γλυκά, σε προστατεύει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και στους δρόμους της πόλης είσαι μόνη χωρίς να είσαι.
Μπορείς να φωνάξεις, να κλάψεις, να τραγουδήσεις. Κανείς δε θα σ' ακούσει. Μπορείς να σκεφτείς δυνατά, είναι βράδυ κι έχει κρύο και οι σκέψεις παγώνουν στιγμιαία, μπορείς αν θέλεις να σταματήσεις μια στιγμή και να τις κοιτάξεις κατάματα. Και κάθε βήμα, μια ανάσα. Κάθε βήμα, ένα ταξίδι προς τα μέσα. Κάθε βήμα, μια στιγμή. Μια στιγμή συνειρμικά παρασέρνει άλλη στιγμή, κι ύστερα κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη. Η μια γειτονιά διαδέχεται την άλλη, κι άλλα φώτα, κι άλλα αυτοκίνητα, κι άλλη λεωφόρος. Κι ένα παιδάκι, σπίτια, ερείπια, ένας σκύλος, χαλάσματα, σκουπίδια. Πολλά βήματα συνθέτουν μια μεγάλη απόσταση από ανάσες και συναισθήματα. Το βράδυ στο κρύο τα συναισθήματα μοιάζουν κρυστάλλινα, καθαρά και εύθραυστα, πανέμορφα και διάφανα. Είναι βράδυ κι έχει κρύο κι η μύτη σου είναι κόκκινη και κρύα, το χνώτο σου ζωγραφίζει σκιές πάνω στα φώτα.

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Και τόση ώρα μετά, τόσα βήματα και τόσα χιλιόμετρα πιο πέρα, είσαι ακόμη ο ίδιος άνθρωπος, μόνο λίγες ανάσες πλουσιότερος. Κι αν αυτή η πόλη συμπαθούσε, έστω λίγο, τους περιπατητές σαν κι εσένα, θα είχες κερδίσει ακόμα μερικές ανάσες. Έστω λίγες, και λίγο πιο βαθιές.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

παράνοια



Κατέβα! είπε ο οδηγός με τόνο επιτακτικό. Κατέβα τώρα αμέσως!
Εκνευρισμένος μέσα στο καλοκαιρινό σούρουπο του φθινοπώρου, ο οδηγός συνέχισε να μουρμουρίζει, στη γλώσσα των δυσάρεστων δυσανασχετημένων μουρτζούφληδων ανθρώπων που δεν ξέρουν τι τους φταίει. Που νομίζουν ότι όλα τους φταίνε, όλα μα όλα, κι είναι τόσο κρίμα που βρίσκονται στην κόλαση της πραγματικότητας ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται σε έναν παράδεισο ευταξίας, ευνομίας και ευημερίας.
Τα χοντρά του, νευρικά και αγύμναστα, δάχτυλα πλησίασαν με νεύρο και πάτησαν σαστισμένα το κόκκινο κουμπί, με μανία, σαν να έλιωναν μια σιχαμερή κατσαρίδα. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια έκφραση απέχθειας και υπεροψίας, ενώ τα κουμπιά του γαλάζιου πουκαμίσου του αντιστέκονταν μετά βίας στις πιέσεις του υπερταϊσμένου στομαχιού του. Νομίζω πως ανυπομονούσε να φτάσει στο σπίτι, να ανοίξει ένα κουτί μπίρα και να χυθεί στον καναπέ, με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι και ένα κομματι πίτσα στο χέρι, εν αναμονή του ματς.
Δεν ξέρω αν είχε ματς σήμερα. Κι αν δεν είχε όμως, δεν πειράζει. Το ματς θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τις ειδήσεις, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην εξέλιξη της σκηνής. Κάτι να κινείται, κάτι να ακούγεται, κάτι. Κάτι να υπάρχει, κι από μέσα να σβήνουν οι ήχοι ενός νοικοκυριού. Το πλυντήριο πιάτων, ο απορροφητήρας, λίγες φωνές στο μισοσκόταδο, τα παιδιά που ετοιμάζονται για την έξοδο της Παρασκευής. Μια διάχυτη ακαταστασία. Τα ρούχα πεταμένα στο σαλόνι, απομεινάρια μιας μέρας δυσάρεστης, λυπημένα κουρέλια. Και ένα πιάτο με το μισοφαγωμένο γλυκό να στέκει ξεχασμένο στον πάγκο της κουζίνας.
Ο οδηγός κορνάρει, κορνάρει και φρενάρει απότομα. Φωνάζει ξανά, βγάζει το χέρι από το παράθυρο και χειρονομεί βρίζοντας αθυρόστομα. Νομίζει πως ήδη είναι στο γήπεδο, μόνο που του λείπει η μπύρα απ' το χέρι και γι' αυτό ανακατεύει τα δάχτυλά του νευρικά, ψάχνει το λεβιέ και αλλάζει ταχύτητα. Άει σιχτίρ! Οι ανυποψίαστοι επιβάτες, ξαφνιασμένοι, προσπαθούν να κρατηθούν. Σαν σαρδέλες τυποποιημένες σε βαζάκι με κενό αέρος, αναπνέουν στιγμιαία ο ένας το άρωμα του άλλου, και επαναφέρονται βίαια σε μια θέση ισορροπίας.
Εκείνος, ατάραχος. Δηλαδή ταραγμένος, αλλά στο δικό του πάντα μήκος κύματος. Αλλάζει συχνότητα στο θόρυβο που ονομάζει ραδιόφωνο μέσα στην κίνηση, και μια παθιασμένη φωνή αναλύει αγανακτισμένη. Το ματς! Α, όχι, είναι πολιτικός σχολιασμός, συγγνώμη, μπερδεύτηκα. Ζοχαδιασμένος, γυρίζει απότομα το τιμόνι λες και βρισκόταν στα συγκρουόμενα του λούνα παρκ. Ένας ποδηλάτης παραπαίει, ξυρίζοντας το πεζοδρόμιο με έναν ελιγμό.
Δίπλα στο νευρικό του μπράτσο, ένα μαύρο, ακριβό κράνος. Όχι ότι ξέρω από κράνη, τα ακριβά πράγματα όμως ξεχωρίζουν εύκολα. Μηχανή, λοιπόν. Στοιχηματίζω κάτι ακριβό και γυαλισμένο, μεγάλου κυβισμού - για να μπορεί να τον σηκώνει, φαντάζομαι. Ακριβό ήταν και το πουκάμισό του, άλλωστε. Ασυνήθιστα ακριβό για οδηγό, ασυνήθιστα καλοσιδερωμένο. Όχι με το μεράκι μιας παραδοσιακής νοικοκυράς που χρησιμοποιεί Μέριτο, επαγγελματικά καλοσιδερωμένο.
Έτσι εξηγούνται πολλά. Ο οδηγός μας δεν είχε πάρει τη θέση επιβάτη, ή κι αν κάποτε την είχε πάρει, είχε φροντίσει να απωθήσει το γεγονός στα ενδότερα δωμάτια της μνήμης και να τριπλοκλειδώσει την πόρτα. Τώρα, από θέση ισχύος, στο ψηλό του κάθισμα με τις αναπαυτικές αναρτήσεις, οχυρωμένος πίσω από το μεγάλο του τιμόνι, επιτελούσε το υψηλό έργο της μεταφοράς ποταπών ανθρωπακίων χωρίς πρόσωπο. Ο οδηγός είναι ανώτερος από τους επιβάτες, μα φυσικά. Καπετάνιος στο υπερωκεάνιό του, που δαμάζει τα αγριεμένα κύματα των λεωφόρων και ανοίγει δρόμους μέσα από επιθετικούς ποδηλάτες και απειλητικούς πεζούς.
Μπορούσε έτσι και φώναζε Κατέβα αμέσως! Γρήγορα, γαμώτι μου, κατέβα! σε όποιον αυθάδη γεράκο προσπαθούσε να γραπωθεί στο χερούλι της πόρτας, καθώς προσγείωνε αβέβαια το πόδι του στη ζούγκλα της ασφάλτου. Κι όσο για τις εναπομείνασες σαρδέλες, καλά θα κάνετε να συμμορφωθείτε, αν θέλετε (κάπως, κάπου) να φτάσετε.
Α! Κι αν έχετε τίποτα όμορφες, ανάλαφρες και νεφελώδεις σκέψεις, κομμένες κι αυτές. Εδώ υπάρχει μόνο θόρυβος, θόρυβος, παράνοια και βαθιά θλίψη.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

όταν ήμουνα μεγάλη...


για τα δύο μικρά μου αστεράκια

-Όταν γίνω μεγάλη και εσείς θα γίνετε μικροί, θα σας π(ρ)οσέχω εγώ και θα σας βάζω για ύπνο.
-Α, θα γίνουμε μικροί;
-Ναι.
-Ποιός θα γίνει μικρός;
-Η μαμά κι ο μπαμπάς, που είναι τώρα μεγάλοι.
-Κι εγώ;
-Ε, εσύ, τίποτα, γιατί είσαι λίγο μεγάλη και λίγο μικρή.
-Α.
-Και ξέρεις, όταν ήμουνα μεγάλη και πήγαινα τρίτη δημοτικού, είχα μια φιλενάδα που μου είπε...

Αλήθεια, γλυκειά μου, ήσουν κάποτε μεγάλη. Και ζούσες ευτυχισμένη σε ένα σπίτι με κήπο, και είχες τρία παιδάκια, και μετά πήγες στο πανεπιστήμιο και έκανες διπλωματική, και μετά είχες ένα ποδήλατο και έκανες βόλτες με τους φίλους σου, και πήγαινες διακοπές και μετά διάβαζες πολύ και μετά πήγες και στο νηπιαγωγείο και έγινες μικρούλα.

Έχει πλάκα αυτή η θεώρηση του χρόνου. Μέσα σε ένα απέραντο χωροχρονικό τοπίο, η ζωή κινείται ελεύθερα, με άνεση, και μπορεί να μεταφέρεται απροειδοποίητα από το ένα στιγμιότυπο στο άλλο, από το παιδικό παιχνίδι στη νεανική παρέα, από εκεί ξανά πίσω στην κούνια, κι ύστερα στα σχολικά θρανία, κι έπειτα στην ενήλικη σοβαροφάνεια της δουλειάς, στο σκίρτημα του πρώτου ραντεβού και στα εγγονάκια με τα γυαλιστερά τους μάτια. Έτσι, δεν υπάρχει μέλλον, ούτε παρελθόν. Όλα τα στιγμιότυπα του εαυτού μας, ζουν ανάμεσά μας, συνεχώς. Υπάρχει μόλις ένα απέραντο παρόν, με άπειρες δυνατότητες.

Άπειρες δυνατότητες, άπειρες μορφές ύπαρξης, άπειρες πιθανές εκδοχές της μιας και μόνης ζωής. Ο γραμμικός χρόνος εξαλείφεται και αμέτρητοι δρόμοι ανοίγονται, μπροστά και πίσω, προς όλες τις κατευθύνσεις. Όταν είσαι μικρούλα, μπορείς να ταξιδέψεις ελεύθερα και να τους περπατήσεις όλους. Μεγαλώνοντας πάλι, μου φαίνεται πως σου αρέσει να φαντάζεσαι πως τα περισσότερα μονοπάτια είναι δύσβατα.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012

υπό κλίμακα



Κρυφακούγοντας τους διαλόγους της πόλης, στήνοντας αυτί ή περνώντας ξυστά πλάι τους, μετράς διαστάσεις και φράσεις κι αισθήματα, μετράς τη σημασία, την αφοσίωση και την οργή.

Ναι, ναι, άσ'το εκεί, καλά είναι... Κοντά, 5-6 χιλιόμετρα από την ακτή. Ε, είναι μια ώρα δρόμος, πάω κι έρχομαι... Θα πεταχτείς μέχρι το κέντρο να μου πάρεις ένα κουτάκι που θέλω; Λίγο πιο κάτω, ε, θα το δεις μπροστά σου, περίπου στα 200 μέτρα... Κάνα μέτρο πιο εδώ δηλαδή; Ε, τίποτα, ούτε έναν όροφο ψηλότερα. Λέω να αφήσω ένα χιλιοστό γύρω γύρω για να κάνει διαφορά. Άσε καλύτερα ενάμισι. Κοίτα, είναι περίπου 6 εκατοστά. 20, 30 πόντους, μην το κάνεις πολύ μεγάλο. Ξέρω κι εγώ τώρα, ένα οικοπεδάκι 10 στρέμματα. Λοιπόν, 54 τετραγωνικά, ευάερο ευήλιο, αλλά παραμένει ακριβό. Και τα 42 τετραγωνικά βεράντα; θα κάνετε κάτι πάρτι εκεί... Νομίζω μισό χιλιοστό είναι ιδανικό, ξεχωρίζει τέλεια.

Ξέρεις τις αποστάσεις που διασχίζεις καθημερινά από καρδιάς, μετρημένες με βήματα, τα μεγέθη των χώρων σου με το μάτι, τα καθημερινά σου αντικείμενα με το βάρος τους στην παλάμη σου. Κι είναι φορές, πολλές φορές, που τα χιλιοστά δε σε αφορούν, τα εκατοστά γίνονται μέτρα και τα μέτρα χιλιόμετρα, πάντα χωρίς αξία. Το ξέρω. Το ξέρω καλά. Μα αν αφήσω τα ακροδάχτυλά μου να διατρέξουν το κορμί σου, θα υποδιαιρώ τα χιλιοστά στα χίλια και θα θέλω να τα γνωρίσω όλα, ένα προς ένα, κι όλα τα χιλιόμετρα του κόσμου θα είναι λίγα.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

παράσιτα

Μέσα στο μικρό φαρμακείο, κάτι στην ατμόσφαιρα σε ξενίζει. Κάτι μικρό και υπέροχο, ανοίκειο και οικείο μαζί. Κάτι παράξενο, κάτι μυστηριακό, κάτι απρόσμενο, κάτι... Ο χρόνος κυλάει αργά, και το φως της ημέρας δε φτάνει μέχρι το βάθος της στοάς, που παραμένει δροσερή παρά τους 30 βαθμούς υπό σκιά στο πεζοδρόμιο. 
Ο παπούλης φαρμακοποιός ακούει κλασσική μουσική, νωρίς το πρωί, και όλα είναι γαλήνια. Σαν το πρόσωπό του. Γαλήνια σαν τα γαλάζια μάτια του, δύο λίμνες γεμάτες στεναγμούς και  πόνους και κούραση αρκετών δεκαετιών. Γαλήνια σαν τις κινήσεις του, όταν ψάχνει αργά και διεξοδικά να σου βρει το κατάλληλο κουτί. Ο χρόνος έχει σταματήσει, η κίνηση του δρόμου, οι κόρνες και οι φωνές της λαϊκής έχουν εκτοπιστεί σε ένα σκηνικό ηχητικό βάθος και το άγχος της καθημερινότητας έχει καλυφθεί από αυτήν την ιδιόμορφη αίσθηση που σου κεντρίζει την περιέργεια στο μικρό φαρμακείο.
Και ύστερα παρατηρείς. Ω ναι! Ένα κασετόφωνο. Ένα κασετόφωνο GRUNDIG, μακρουλό, μαύρο, σαν εκείνα των σχολικών αιθουσών. Εκείνα που ήταν βαριά και τα κουβαλούσε η δασκάλα των αγγλικών με κόπο, κουτσαίνοντας και προσπαθώντας να συγκρατήσει στο άλλο χέρι τη στοίβα με τα βιβλία και την τσάντα που από το βάρος ξεγλιστρούσε απ' τον ώμο και έπεφτε ως τον αγκώνα. Ένα πραγματικό κασετόφωνο, χωρίς CD, χωρίς mp3, μα με κεραία. Και τα παράσιτα. Ω ναι! Τα παράσιτα του ραδιοφώνου. Όχι! Τα παράσιτα της παλιάς κασέτας, που ξετυλίγει αργά, αργά την ταινία της, γυρίζοντας πίσω από το διαφανές πορτάκι της. Γαλήνια.
Κάτι στην ατμόσφαιρα του μικρού φαρμακείου σε ξενίζει ευχάριστα. Γνώριμη αίσθηση, γνώριμος ήχος, γνώριμη πολύωρη αναμονή στο ραδιόφωνο, για να ακούσεις, ανάμεσα σε μικρά παράσιτα, τη μουσική που περίμενες. Γνώριμη, μα τόσο μακρινή. Σαν νά 'ταν μνήμη κάποιου άλλου, τοποθετημένη ανάμεσα στις δικές σου.
Στην έξοδο, πίσω στο δρόμο, την κίνηση, τα φρεναρίσματα, τις κόρνες, τα τρόλεϊ που ποτέ δε φτάνουν στην ώρα τους, και τη ζέστη. Στο μυαλό σου, εικόνες από το κασετόφωνο, τραγούδια που κάποτε σιγοτραγουδούσες με το αφτί κολλημένο στο ηχείο, και νύχτες βροχερές γεμάτες παράσιτα, ήχους και στίχους. Ένας κόσμος ξεχασμένος και αναπόφευκτα νεκρός , ζωντάνεψε στιγμιαία μέσα στη φαντασιακή σου μνήμη. Κι έμεινες εκεί, μακριά από θορύβους και κόρνες και φωνές και τσακωμούς.
Έμεινες εκεί, με ένα τραγούδι να στιφογυρίζει στο κασετόφωνο του μυαλού σου. Γαλήνια και πεντακάθαρα. Μόλις γυρίσεις σπίτι, θα ανοίξεις το ραδιόφωνο και θα το περιμένεις. Ή θα βάλεις την κασέτα να παίζει καθώς μαγειρεύεις. Κι έτσι γλυκά, ανάμεσα στα παράσιτα, θα το ερωτευτείς ξανά και ξανά. Καλημέρα.

Τρίτη 22 Μαΐου 2012

βαβέλ

Μέσα σε ελάχιστα, κινούμενα, τετραγωνικά μέτρα, το τρόλει είναι φτιαγμένο για να χωράει και να εξυπηρετεί αναρίθμητους, μετακινούμενους, ανθρώπους. Τους καταπίνει λαίμαργα, τους ανακατεύει με μανία και τους ξεβράζει απότομα πίσω στη ζούγκλα της καθημερινής Αθήνας. Το απόλυτο χωνευτήρι εθνών, θρησκειών, πολιτισμών, συμπεριφορών και τρόπων, μα πάνω απ' όλα γλωσσών. Μια πραγματική βαβέλ πάνω σε ρόδες.
Λέξεις, φράσεις, ερωτήσεις, καβγάδες και φιλοφρονήσεις, όλα σε γλώσσες ακαταλαβίστικες, διαφορετικές, παράξενες, απολαυστικά μπερδεμένες. Γλώσσες προσαρμοσμένες στην αθηναϊκή διάλεκτο της καθημερινότητας, με εμφανείς καταβολές από κάθε γωνιά της γης, με εμφανή ίχνη άλλων γλωσσών στο διαφανές υπόβαθρο της ομιλίας. Γλώσσες που διαδεχονται η μία την άλλη στην ίδια φράση, χωρίς παύση, χωρίς σύνδεση. Γλώσσες διαφορετικές που συντίθενται ταυτόχρονα, κι εσύ τις ακούς και τις επεξεργάζεσαι δίχως να νιώθεις τη διαφορά, διακρίνοντάς τες μόνο σε κατανοητές και ακατανόητες, γνωστές και άγνωστες.
Πόσο όμορφα θα ήταν αν τις καταλάβαινες όλες και κατάφερνες να γελάσεις, πετώντας ψηλά πάνω από τη βαβέλ, αγναντεύοντας τον πύργο ανάμεσα απ' τα σύννεφα;


Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

ομιχλώδης διαδικτυακή φαντασία

αφιερωμένο στα ομιχλώδη πορτραίτα της μπλογκόσφαιράς μου

Ανάσες, αισθήσεις, στίξεις, σκέψεις, συναισθήματα, λέξεις, εμπειρίες και αναμνήσεις. Κατασκευάζεις την ασαφώς πεντακάθαρη διαδικτυακή σου εικόνα. Κοιτάζεις με περιέργεια άλλες, εξίσου θολές, εικόνες και βλέπεις το είδωλό σου να καθρεφτίζεται στην απαράμιλλη διαδικτυακή τους θαμπάδα. Νιώθεις, ζεις, ονειρεύεσαι, ξυπνάς και κοιμάσαι μέσα στις ίδιες εικόνες. Εκείνες, επιβλητικές, σαν κάδρα κρεμασμένα στο κάστρο, γεμάτα σκόνη που εμπνέει σεβασμό, σε καλούν να πας κοντά τους. Δε γνωρίζεις την ιστορία τους, αγνοείς τα πρόσωπα που εικονίζονται και ερμηνεύεις την εικόνα. Απλώς ερμηνεύεις την εικόνα. 
Και νιώθεις όμορφα, πολύ όμορφα. Και μπαίνεις μέσα στο ομιχλώδες σύμπαν της, και επιπλέεις ελεύθερα από άκρη σε άκρη. Και φαντάζεσαι, και δημιουργείς, και ανακατασκευάζεις, και ταυτίζεις με τις δικές σου εμπειρίες και μνήμες. Και κάπου, κάπως, κάποτε, το θολό πορτραίτο γίνεται για σένα πεντακάθαρο. Είναι πια ένα δικό σου πορτραίτο, μα δεν έχει πια σημασία. Ίσως η αρχική εικόνα έχει γίνει διάφανη μόνο για σένα κι έχεις καταφέρει να φτάσεις μαγικά στην καρδιά της. 
Ίσως η ομιχλώδης διαδικτυακή φαντασία σου είναι που τα δημιούργησε όλα. Μα δεν έχει πια σημασία. Δεν έχει πια σημασία, γιατί έχεις φτάσει ένα βήμα πιο κοντά στο μοναδικό πυρήνα που δε θα καταφέρεις ποτέ να αγγίξεις. Το άπιαστο εσωτερικό σου εγώ σου χαμογελάει γλυκά μισοκρυμένο πίσω απ' το πεντακάθαρο πορτραίτο σου (τους).

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

η τέχνη της επιλογής



Κάθε λεπτό άπειρες δυνατότητες. Κάθε στιγμή χιλιάδες προοπτικές, μα μόνο μία επιλογή. Λίγο μετά, άπειρες δυνατότητες έχουν πια καταρρεύσει και μια επιλογή παραμένει, καθορίζοντας τις νέες δυνατότητες, αποκλείοντας προοπτικές. 
Η ζωή σου είναι φτιαγμένη από στιγμές, από στιγμές που, λίγο ή πολύ, επιλέγεις και προκαλείς. Καμιά τους δεν είναι ουδέτερη, γιατί όλες μαζί διαμορφώνουν μια αλληλουχία στιγμών και καταστάσεων, που δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς και δε θα μπορούσε ποτέ να ανατραπεί. Με κάθε επιλογή που κάνεις προστίθενται νέοι κόμποι στο πλέγμα, κι εκείνο επεκτείνεται, επεκτείνεται συναντώντας άλλα πλέγματα, σταματώντας σε ακλόνητα εμπόδια, βουλιάζοντας, παραπαίοντας, τυλίγοντας σφιχτά ή αφήνοντας λάσκα. Κάθε επιλογή σου έχει βάρος, κάθε στιγμή σου περνάει ανεπιστρεπτί και αφήνει τα ίχνη της.
Κι εσύ, που ακόμα είσαι παιδί, πρέπει να μάθεις να επιλέγεις, με τόλμη και αποφασιστικότητα. Κι ύστερα, να συνεχίσεις να επιλέγεις, κάθε στιγμή, κρίνοντας εκ νέου, ισορροπώντας στιγμιαία και κοιτάζοντας γύρω. Κι όταν κοιτάξεις πίσω, να μπορείς να αναγνωρίσεις τα ίχνη σου ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, κι όταν δεις από ψηλά την εικόνα του πλέγματός σου να ξαναζήσεις κάθε του καμύλη, κάθε του στράβωμα, κάθε του κόμπο, κάθε του ασυνέχεια, και να μπορέσεις να χαμογελάσεις. Ακριβώς όπως χαμογελάς στον καθρέφτη σου τα ευτυχισμένα πρωινά.

Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

ήρθε, η στιγμή που όλοι περιμένατε!

Είναι κάποια πράγματα στη ζωή, κάποιες στιγμές, που περιμένεις πώς και τί, ανυπομονείς, φαντασιώνεσαι, ονειρεύεσαι, τελειοποιείς ξανά και ξανά. Ίσως και από φόβο, από δέος για το πρωτόγνωρο, το άγνωστο. Όπως η στιγμή που θα μείνεις μόνος σου, όπως η μέρα που θα περάσεις στο πανεπιστήμιο, όπως η πρώτη σου φορά, όπως το πρώτο σου μεγάλο ταξίδι, όπως όταν θα κάνεις παιδί, όπως η μέρα της αποφοίτησής. Όπως τώρα.
Είναι που τις έχεις ζήσει τόσο πολύ, ξανά και ξανά στο μυαλό σου αυτές τις μέρες, που θα 'θελες να είναι λίγο μεγαλύτερες. Είναι που σου φάνηκαν τόσο πολλές, τόσο μεγάλες οι εκδοχές, που θα 'θελες τώρα να ήταν όλα λίγο πιο σύνθετα. Μα πάνω απ' όλα είναι που πίστεψες ότι οι μεγάλες στιγμές κυλάνε διαφορετικά. Είναι που νόμισες ότι όλα θα γίνονταν τελετουργικά, αργά, φωτεινά και κινηματογραφημένα, μ' εσένα να παρακολουθείς από μια άκρη, νηφάλια και χαμογελαστά.
Κι όμως, όχι. Όλες οι μέρες είναι ίδιες. Κι εσύ είσαι πάντα μέσα στο πλάνο, ποτέ στη θέση του σκηνοθέτη, ούτε καν στου θεατή. Κι ο χρόνος, κι ο χώρος, είναι μικρός, και δε σε χωράει. Δε χωράει τις φαντασιώσεις σου. Και δε συγχωρεί, ούτε αφήνει περιθώρια για επανεγγραφές. Απλώς υπάρχει, απλώς περνάει, αμείλικτα. Αμείλικτα γρήγορα. Και ψάχνεις να βρεις το pause, για να απολαύσεις τη στιγμή, μα έχεις χάσει το κοντρόλ. Και όλα απλώς συμβαίνουν, κι εσύ απλώς συμμετέχεις, δε σταματάς, τρέχεις, μόνο μπροστά.

Και φοβάσαι πως σε λίγο όλα θα έχουν γίνει αφρός στη μνήμη. Και τα "θα" του παρελθόντος θα έχουν μετατραπεί σε "αν". Χωρίς να το έχεις καταλάβει, τα όνειρα θα έχουν γίνει νοσταλγικές αναπολήσεις.


Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

η λεηλασία του μουσείου

Παιδικό δωμάτιο. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια παιδικό. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια για παιδιά. Παιδικό δωμάτιο που εγκαταλείπεται, δίνοντας χώρο στη φυγή προς μια κάποια ενηλικίωση. Πάντα το δωμάτιο μένει πίσω. Απομένει, ερημώνεται, περιμένει καρτερικά, αφήνεται στην παρακμή του. Ένα λείψανο παιδικού δωματίου, στεγάζει περιοδικά μικρές επιστροφές. Επιστροφές, δηλαδή επισκέψεις. Επιστροφές, δηλαδή σύντομες εξορμήσεις επούλωσης τραυμάτων.

Σε πονάει κάθε επιστροφή. Σε πονάει και σε ανακουφίζει ταυτόχρονα. Σε ελευθερώνει και σε φυλακίζει. Σου θυμίζει αυτά που θέλεις να θυμάσαι, αυτά που κάποτε ήσουν και πια έχεις διώξει μακριά σου, αυτά που θα ήθελες να είσαι και ποτέ δεν έγινες. Σου θυμίζει τις προσδοκίες, τα όνειρα, τα απροσδόκητα όνειρα, την αφέλεια, τα όσα πια ξέρεις πως δεν πρόκειται να γίνουν. Σου θυμίζει αυτά που δε θέλεις να θυμάσαι, σου φτιάχνει υπομνήσεις για το μέλλον, σου επισημαίνει την αξία του παρόντος σου.
Είσαι στο μουσείο σου. Κάθε αντικείμενο και μια ιστορία. Κάθε βιβλίο, κάθε ράφι, κάθε ρωγμή, κάθε παιχνίδι, κάθε μικρή τελίτσα, ένα έκθεμα μόνο δικό σου. Μόνο για σένα μιλάει, μόνο εσύ ξέρεις γιατί είναι τόσο σημαντικό το σπασμένο γλαστράκι από το ξεραμένο κακτάκι να μη μετακινηθεί ούτε χιλιοστό. Μόνο εσύ. Κάποτε, φεύγοντας, άφησες τα πάντα στην ίδια γνωστή θέση πιστεύοντας αφελώς πως θα μπορούσες μια μέρα να συνεχίσεις τη ζωή εκεί που την άφησες, στο ίδιο παιδικό δωμάτιο. Σήμερα, ξέρεις πόση ουτοπία έκρυβε μέσα της αυτή η σκέψη.
Σαν άλλος πειρατής του εαυτού σου, έχεις λαηλατήσει πολλαπλά το μουσείο σου. Στην αρχή, παίρνοντας τα απαραίτητα, τα αναγκαία, αυτά που δεν μπορούσες να αποχωριστείς. Αυτά που αποτελούσαν την ψυχή της καθημερινότητάς σου αλλά όχι την ψυχή του παιδικού δωματίου. Όχι την ψυχή του μουσείου. Έπειτα, λεηλάτησες κι άλλα, αναζητώντας εναγωνίως στάλες οικειότητας και ζεστασιάς στη νέα σου φωλιά, πιστεύοντας αφελώς ότι θα μπορούσες να μεταφέρεις την ατμόσφαιρα που αγαπούσες. Ότι θα μπορούσες να έχεις ένα φορητό χωρικό πεδίο θετικής ενέργειας. Μα όχι, όχι, ούτε αυτό λειτούργησε.
Κι έχεις τώρα απέναντί σου ένα λεηλατημένο μουσείο, που δεν παύεις να λεηλατείς αλλά δεν παύει να είναι μουσείο. Κάπως ιερό και απείραχτο, δεν μπορείς να το διαλύσεις, να κόψεις τα δεσμά, δεν μπορείς να το αλλάξεις, μπορείς μόνο να το λεηλατήσεις κι άλλο. Σιγά σιγά και βίαια, αφαιρώντας του κομμάτια, καταστρέφοντας το χαρακτήρα του, αλλοιώνοντάς το ως το τέλος. Με τύψεις. Πολλές. Και για το ότι το παιδικό δωμάτιο εκφυλίστηκε σε μουσείο και για το ότι το λεηλατείς μέχρι τελικής πτώσης.
Μη γνωρίζοντας τί από τα δύο βαραίνει πιο πολύ, μη γνωρίζοντας αν είσαι περισσότερο συλλέκτης ή πειρατής, παραπαίεις. Και η λεηλασία του μουσείου συνεχίζεται, σε μια παράξενη συνύπαρξη αντικρουόμενων χαρακτήρων.


Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

μυτούλα που τρέχει και ματάκια δακρυσμένα

Από το συνάχι, φυσικά. Φατσούλα κόκκινη, κατακόκκινη από τον ερεθισμό και φωνή βραχνή σαν νταλικέρη. Με τρίχρονη αφέλεια και μπουκωμένα χάχανα, τρέχουν ασταμάτητα και ακούραστα, χοροπηδάνε, γελάνε, παίζουνε. Πλατύ χαμόγελο με βλέμμα ταλαιπωρημένο και εκδηλώσεις τρυφερότητας. Παναγιωτούλα μου εγώ σ' αγαπάω... Σ' αγαπάω και σε φιλώ!
Μόνο αγάπη ξέρουν να προσφέρουν τα παιδιά. Μόνο αγάπη. Είναι δυνατόν να μη σε κάνουν ευτυχισμένη;

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

η μακέτα που δεν υπήρξε ποτέ


Ένας μήνας. Ένας μήνας μέσα στο υπόγειο. Ένας μήνας πάνω σε σχεδιαστήρια. Ένας μήνας ανάμεσα σε χαρτόνια, πολυκαρβονικές διατομές, ελαστικά καλούπια και πολυεστερικές ρητίνες. Ένας μήνας με μάσκες και γάντια και επικίνδυνες καρκινογόνες ουσίες. Ένας μήνας άπειρης φαιάς ουσίας σπαταλημένης σε τεχνικές τελειότητας μιας αναπαράστασης ενός φανταστικού κτηρίου. Ένας μήνας αϋπνίας και μαύρων κύκλων και κούρασης και ζέστης, μέσα στη σκόνη. Ένας μήνας. Τέσσερις εβδομάδες. Τριανταμία ημέρες. Εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες. Μία μακέτα.

Ενα χρόνο και κάτι αργότερα. Καμία μακέτα. Καμία φωτογραφία. Κανένα τεκμήριο για την ύπαρξη του εξεζητημένου αντικειμένου. Κανένα ίχνος. Η μακέτα αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Είναι καταδικασμένη να μείνει στη μνήμη σου, μα μόνο εκεί. Είναι καταδικασμένη να φαντάζει για πάντα προϊόν του εγκεφάλου σου. Έτσι κι αλλιώς, μια μέρα θα περάσει στη λήθη, εκεί όπου δε θα ξέρεις πια αν είναι όνειρο, φαντασία, μύθος ή πραγματικότητα.

Καμία μακέτα. Ή μάλλον, μια μακέτα λιγότερη. Ένας μήνας, τέσσερις εβδομάδες, τριανταμία ημέρες, εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες από τη ζωή σου αφιέρωμα ολοκληρωτικό σε κάτι που ποτέ δεν υπήρξε. Αφιέρωμα σε μια μακέτα που ποτέ δε θα υπάρξει, από 'δω και στο εξής.

μακάρι η πτήση της εν λόγω κυρίας μακέτας να ήταν σαν κι αυτήν εδώ

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

όνειρο κακό

Εσύ, που πάντα ζεις στο δικό σου κόσμο, εσύ, που πάντα ελπίζεις για το καλύτερο, εσύ, που πάντα πιστεύεις ότι οι δυσκολίες στο περιβάλλον μπορούν μόνο να σε κινητοποιήσουν και να προκύψει μια λάμψη μες στην καταχνιά, εσύ, ξύπνησες με έναν εφιάλτη.
Μέσα στον ιδρώτα και το άγχος, πετάχτηκες με σπασμούς και αναφιλητά. Συνειδητοποίησες ότι ήταν εφιάλτης, όνειρο, φαντασία, πλανεύτρα μάγισσα κακιά. Συνειδητοποίησες και προσπάθησες να το αποτινάξεις από πάνω σου κουνώντας χέρια και πόδια, με απελπισία. Κι όμως, δυσκολεύτηκες να ξυπνήσεις. Βαθιά μέσα σου ένιωσες πως αυτή κατά βάθος είναι η αλήθεια. Με πόνο, αισθάνθηκες αυτήν την πραγματικότητα να σε κυριεύει, να καταπλακώνει τον κόσμο, και τον κόσμο σου μαζί.

Στο όνειρο, βρέθηκες μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο. Αντίκρισες μια εικόνα παρακμής, ερήμωσης, κούρασης και εγκατάλειψης. Δε διέφερε πολύ από την εικόνα που βλέπεις στην τηλεόραση. Για το τέλος, τεράστιοι παχουλοί πολιτικοί σε χλεύασαν και φουσκωμένοι αστυνόμοι-φύλακες αποπειράθηκαν να σε παρενοχλήσουν, λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς ο βιασμός είναι κάτι που δέχεσαι αδιαμαρτύρητα. Χρόνια τώρα, όπως και τα άλλα μικρά ανθρωπάκια σαν κι εσένα.

Στην πράξη, δεν υπάρχει πια τίποτα που να νιώθεις θετικό εδώ. Θεσμικά και κοινωνικά μιλώντας. Υπάρχουν ακόμη τα πράγματα και οι άνθρωποι που αγαπάς, ναι. Υπάρχουν ακόμη αυτά που σε εμπνέουν. Έχουν πληθύνει όμως επικίνδυνα αυτά που σε πνίγουν, αυτά που σε φοβίζουν, αυτά που σε σπρώχνουν και αυτά που σε διώχνουν. Και αναρωτιέσαι: γιατί; Και αναρωτιέσαι: πώς φτάσαμε ως εδώ;



Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

μετά μουσικής

ένα βίντεο που εμφανίζεται σήμερα στο A RONDA DOS DIAS
απολαύστε!



Μια αγορά. Μια απλή καθημερινή κλειστή αγορά, σε μια απλή κοινή μέρα. Με απλό, καθημερινό και βιαστικό κόσμο. Με κόσμο που κάνει απλά ψώνια, αγχωμένος, θυμωμένος, χαρούμενος, ανέμελος, σκεφτικός, ερωτευμένος, αφηρημένος. Ξαφνικά, μέσα από τους ανθρώπους, ανάμεσα στους πολυάσχολους πωλητές, πίσω από υπαλλήλους που κουβαλάνε τρόφιμα, ξεπετάγονται τραγουδιστές της όπερας. Περπατάνε δίπλα τους, τραγουδούν, χαμογελάνε, χορεύουν μαζί τους. Για λίγα λεπτά, όλα σταματούν, για λίγα λεπτά, όλοι κοιτάζουν έκθαμβοι. Για λίγα λεπτά, όλοι ακούνε μουσική.
Αμηχανία, ασφαλώς, υπάρχει. Γιατί η τέχνη, η μουσική, το θέατρο, η παράσταση, το πηγαίο ή στημένο δρώμενο, δεν είναι μέρος της ζωής. Είναι ένα κομμάτι ξεκρέμαστο, ξεκομμένο από την καθημερινότητα. Η τέχνη είναι για το μουσείο, οι πίνακες για την γκαλερί, ο πολιτισμός για το θέατρο, η καλή μουσική για τα σοβαρά κονσέρτα, η όπερα για τη Λυρική, οι καλές ταινίες για τους κουλτουριάρικους εναλλακτικούς κινηματογράφους. Εκεί όπου όλοι φοράνε τα καλά τους, ετοιμάζονται κατάλληλα και μπαίνουν σε "λειτουργία πολιτισμού", παίρνουν τη δόση τους και μετά τέλος. Τέλος. Είναι ελεύθεροι να να κάνουν τα ψώνια τους, να πάνε στις δουλειές τους, να οδηγήσουν, να βρίσουν στο φανάρι, να σπρώξουν τον κόσμο στο λεωφορείο, να ποδοπατηθούν για να μπουν πρώτοι στο μετρό, να πάνε για καφέ και να συζητάνε μεγαλόφωνα αναλύοντας τα κουτσομπολιά των ημερών.
Όταν, όμως, οι τενόροι και οι σοπράνο είναι άνθρωποι σαν κι εκείνους; Όταν ξεπροβάλλουν στο πλάι τους ανέλπιστα, ντυμένοι με φόρμα εργασίας; Όταν αντί για πολυτελές θέαμα η όπερα θυμίζει μεσαιωνικό θέατρο δρόμου;

Είναι το απρόβλεπτο, η έκπληξη, το διαφορετικό που κανει το θαύμα του. Αυτό που κάνει το χρόνο να σταματήσει, το χώρο να ξεχαστεί, το περιβάλλον να γίνει οικείο. Είναι αυτό το ίδιο απρόβλεπτο που μας θυμίζει αυτό που ίσως έχουμε ξε-χάσει. Να αναζητάμε την ποιότητα, την αλήθεια και την ομορφιά στις απλές, μικρές, καθημερινές μας στιγμές. Γιατί είναι οι στιγμές που απαρτίζουν τα χρόνια, είναι οι στιγμές που (απο)δομούν την ευτυχία.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

ρετρό...

[Παρίσι, Μάρτιος 2011]

Η ζωή, η πραγματική ζωή, στο παρόν, δεν είναι πάντα όπως την ονειρεύεσαι. Δεν είναι πάντα όπως θα την ήθελες. Νιώθεις προδομένος, νιώθεις μισός, νιώθεις ανεκπλήρωτος. Νιώθεις ότι έφτασες αργά, ότι σου καταστρέψανε τον κόσμο που λαχταρούσες και σε πετάξανε σε έναν άλλο, μίζερο, φτηνό, φτωχό και ασφυκτικό. Το προβληματικό σου παρόν φταίει για όλα κι εσύ, ονειροπόλος, χαμένος στις φαντασίες σου, ανάμεσα στα χιμαιρικά σου συννεφάκια, αναπολείς. Αναπολείς ένα παρελθόν που δεν έζησες, νοσταλγείς εποχές που δεν πρόλαβες, φθονείς τις προηγούμενες γενιές. Ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο, χρησιμοποιώντας τη μαγική άμαξα - κολοκύθα της σταχτοπούτας, εκείνη που ξέρεις ότι θα χαθεί μαζί με το γοβάκι σου μόλις η ώρα περάσει.
Έχεις εξιδανικεύσει το παρελθόν σου, έχεις μυθοποιήσει αυτό που ποτέ δεν ήταν δικό σου. Και ψάχνεις απεγνωσμένα να το φτάσεις. Είναι όμως η δική σου προβολή του παρελθόντος που το κάνει τόσο μαγικό, γιατί και το παρελθόν αυτό υπήρξε κάποτε το παρόν κάποιου άλλου που ονειρευόταν ένα χρυσαφένιο παρελθόν. Γιατί αυτή τη στιγμή, τώρα, εδώ, εσύ κατασκευάζεις άθελά σου το παρελθόν που κάποιος θα ονειρεύεται νοσταλγικά τις νύχτες με αστέρια ή θα βλέπει στους εφιάλτες του όταν ο παγωμένος αέρας θα θερίζει την πόλη και θα σφυρίζει ανάμεσα από τις γρίλιες των κατεστραμμένων παραθύρων. Γιατί στο παρελθόν που εσύ νοσταλγείς, κάποτε κάποιος ευχήθηκε να ζήσει όπως εσύ, κάποτε κάποιος οραματίστηκε το παρόν σου.
Κι είναι το ίδιο αέναο ταξίδι πίσω που όλο σου γλιστράει απ' τα χέρια που σε κρατάει εδώ, αλυσοδεμένο σε αυτό το κομμάτι χρόνου που νιώθεις ξένο και κρύο, σαν φυλακή.
Και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι αυτό που τόσο εκτιμάς και αγαπάς δεν μπορείς να το αναστήσεις, ούτε να το ξαναζήσεις, μόνο να το αγαπήσεις ακόμη πιο βαθιά, να το οικειοποιηθείς και να δημιουργήσεις από αυτό το καταφύγιό σου. Για να μπορείς να χωρέσεις στον κόσμο αυτό, για να μπορεί κάποιος από το μέλλον να νοσταλγήσει ένα ταξίδι στο πλάι σου.
Κάνε το ταξίδι μέσα σου, μα ζήσε έξω από αυτό. 

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

κάθε που αλλάζει η εποχή

Μου αρέσουν όλες οι εποχές. Όλες, από λίγο, για κάποιο λόγο. Εντάξει, αγαπώ ιδιαιτέρως το χειμώνα. Το κρύο, το χιόνι, τα ζεστά φουντωτά ρούχα, το γκρίζο του ουρανού που μοιάζει γαλήνια θυμωμένος, απόκοσμος. Τη μελαγχολία, τις λιγοστές ακτίνες που φέρνουν την κίτρινη λάμψη τους ανάμεσα απ' την ομίχλη. Αυτό όμως είναι άλλη συζήτηση, άλλης μέρας, άλλης ώρας.

Πάμε πάλι, λοιπόν.
Μου αρέσουν όλες οι εποχές. Ο χειμωνιάτικος χειμώνας, η ανοιξιάτικη άνοιξη, το καλοκαιρινό καλοκαίρι, το φθινοπωρινό φθινόπωρο. Όταν όμως έχουμε καλοκαιρινό φθινόπωρο; Ανοιξιάτικο χειμώνα; Φθινοπωρινό καλοκαίρι; Χειμωνιάτικη άνοιξη; Φθινοπωρινό χειμώνα; Όταν όμως έρχεται η ώρα να αλλάξει η βάρδια αλλά η προκάτοχος δε λέει να αποσυρθεί από το χρυσαφένιο θρόνο της και η μέλλουσα φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες της;
Θα σας πω τί έχουμε τότε. Στιχομυθία θεατρική κι επίμονη. Στιχομυθία κυκλοτερή, χωρίς εξέλιξη. Κι εμείς, ανήμποροι θεατές, απλώς κοιτάμε με απορία. Άλλοι με νοσταλγία για αυτό που η πλοκή του έργου τους υποσχέθηκε ανεκπλήρωτα, άλλοι με ανυπομονησία γι' αυτό που ακόμα δεν είδαν.

Κάθε που αλλάζει η εποχή, λαμβάνει χώρα μια μετάβαση. Μετάβαση εξωτερική, που ωστόσο δεν αργεί να διεισδύσει στο εσωτερικό. Να επιβληθεί εκ των έξω και στο δικό σου κόσμο. Μετάβαση σημαίνει αλλαγή, σημαίνει όμως και παύση. Παύση σημαίνει σκέψη, σημαίνει ξεκούραση, σημαίνει όμως και πόνο. Οι μεταβάσεις είναι δύσκολες, δεν έχει σημασία από ποιά πλευρά τις βιώνεις. Γνωρίζοντας το τελεσίδικο του αποτελέσματος, δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις, παρά να περιμένεις να ολοκληρωθούν. Να επανεγγράψεις συνθήκες και δεδομένα για να ξεκινήσεις ξανά. Να προσαρμοστείς εκ νέου. Να αρχίσεις να χτίζεις.

Φθινόπωρο, έλα επιτέλους! Σε μυρίζω, μα δε σε φτάνω. Μου μιλάς, μα σε χάνω. Μ' αγγίζεις και φεύγεις τρομαγμένο. Μένω με το χάδι σου στην πλάτη μου. Και με το ζηλιάρικο Καλοκαίρι να παραμονεύει πίσω από τις γρίλιες. Φοβάμαι.


Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

φωτάκια

ιδέα τρόπον τινά κλεμμένη από την pepperann 

Φωτάκια. Πολύχρωμα, ατμοσφαιρικά φωτάκια. Αναβοσβήνουν, τρεμοπαίζουν και χάνονται. Όπως στις ταινίες, εκείνες τις ρομαντικές ονειροπόλες τρυφερές, με τους μεγάλους έρωτες, τις ζωές που αλλάζουν μέσα σε μια στιγμή, τη δυστυχία και τη θλίψη όλου του κόσμου μπροστά στα μάτια σου, τις ζεστές αγκαλιές και τα χαμόγελα. Χαμόγελα συγκαταβατικά, φοβισμένα, γεμάτα πόνο. Χαμόγελα αληθινά, που προσπαθούν να φανούν δυνατά, να μη λυγίσουν, να κρατήσουν λίγη από τη λάμψη τους. Με μια βαθιά, θολή και βραχνή νότα σισιοδοξίας. 
Έξω κάνει κρύο, μέσα κάνει κρύο, και τα φωτάκια απλώνονται μαγικά σαν αντίδοτο. Προσπαθούν να ξεγελάσουν τη θλίψη σου. Της χαρίζουν κοσμοπολίτικο αέρα φαντασμαγορίας, τη ζεσταίνουν. Την κάνουν να μοιάζει με σπίτι φιλόξενο. Είναι στη μελαγχολία που κατοικείς, με φωτάκια ή χωρίς.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

σιωπή



Έχεις αναρωτηθεί πολλές φορές τί σημαίνει η σιωπή. Η δική σου ή των άλλων. Από πού προέρχεται; Είναι ευτυχία, είναι μελαγχολία, είναι η στιγμή λίγο πριν ξεσπάσεις σε δάκρυα; Είναι η μεταβατική φάση πριν το δημιουργικό οργασμό; Είναι ο βαθύς ύπνος μετά από μια δύσκολη μέρα; Είναι απλώς το προσωρινό τέλος; Είναι το κλείσιμο ενός κυκλου;
Λένε ότι η σιωπή είναι αμήχανη. Όχι πάντα. Είναι όμως αναγκαία. Κάποτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο. Ή μάλλον, για κάποιους συχνότερα, για άλλους πιο σπάνια. Η σιωπή είναι μια ανάσα. Βαθιά. Από αυτές που εισπνέεις αχόρταγα για να πάρεις κουράγιο. Κάποιες φορές νιώθεις να τρέφεσαι από αυτήν, οπότε κουρνιάζεις στην ασφάλεια της αγκαλιάς της, άλλες νιώθεις να σε πνίγει ανυπόφορα, να σε φυλακίζει, και προσπαθείς να τρέξεις μακριά της, με κραυγές φοβισμένες. Έπειτα, είναι κι εκείνη η σιωπή η πλημμυρισμένη από δράσεις, φωνές και συναισθήματα. Εκείνη η σιωπή που επιβάλλεται γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί κανένας ήχος δεν θα ήταν αρκετός για να την αντικαταστήσει. Στο μυαλό σου τουλάχιστον. Στο συναισθηματικά φορτισμένο εγκέφαλό σου που όλα τα ερμηνεύει κατά βούληση.

Είναι όλα αυτά μαζί και τίποτα από αυτά ξεχωριστά. Η σιωπή είναι μια μάχη. Βίαιη μάχη. Είναι η φαινόμενη ηρεμία μιας καλά κρυμμένης τρικυμίας. Είναι οι χαμένες ισορροπίες που ψάχνουν στο σκοτάδι να βρουν το δρόμο τους. Συχνά χωρίς επιτυχία. Με τη βεβαιότητα όμως ότι κάποτε θα βγουν στο ξέφωτο που τις περιμένει υπομονετικά.
Με τη  βεβαιότητα ότι κάποτε θα ακουστεί ένας ήχος, ο σωστός ήχος, αυτός που θα ήθελες κατά βάθος να ακουστεί, ακόμη κι αν δεν το ξέρεις.

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

διαδικασία κατασκευής αναμνήσεων

στη φίλη μου, με την ελπίδα να αρχίσει πάλι να καταγράφει στιγμές...

Η ζωή του σήμερα είναι οι αναμνήσεις του αύριο. Τουλάχιστον κάποια κομμάτια της ζωής έχουν την τιμή να γίνουν αναμνήσεις. Να περάσουν μερικά στρώματα συσσωρευμένων γεγονότων και να βγουν στην επιφάνεια.
Συχνά, τις θέλεις αυτές τις αναμνήσεις. Τις αναζητάς ανάμεσα σε χιλιάδες ανυποψίαστα μικροπράγματα της καθημερινής τρέλας. Συχνά, επιχειρείς να τις κατασκευάσεις. Όχι να τις ανασκευάσεις, αλλά να τις κατασκευάσεις, για σένα ή για τους άλλους. Τη στιγμή που συμβαίνει ένα γεγονός, με ψυχρή σχεδόν νηφαλιότητα (ή τυφλωμένο συναισθηματισμό) αναλαμβάνεις την πρωτοβουλία να το κάνεις σημαντικό. Να το χαράξεις απαλά και ύπουλα στη μνήμη. Έχεις αγωνία να μη μείνει ξεχασμένο. Και αναλαμβάνεις αυτό που συνήθως ο χρόνος κάνει από μόνος του, ήρεμα όπως μόνο εκείνος ξέρει. Μα τί αλαζονεία!
Κι όμως, είναι μάλλον αυτός ο μοναδικός σου τρόπος να αντιδράσεις απέναντι στην ισοπεδωτική ηρεμία του ευγενούς χρόνου. Αν δεχτούμε ότι είσαι μια συνάρτηση που μεταβάλλεται (και) με το χρόνο, τότε οι αναμνήσεις σου έχουν αξία μόνο ως προβολές του σημερινού σου εαυτού πάνω σ' αυτούς που προϋπήρξαν. Δεν έχουν αξία ως σύμβολα των προηγούμενων εαυτών σου, γιατί δεν επιλέχτηκαν από αυτούς και είναι πια όλα τόσο θαμπά που δεν ξέρεις με βεβαιότητα τί πραγματικά ήσουν και τί θυμάσαι πως ήσουν.
Έτσι, προσπαθείς να κατασκευάσεις σήμερα τις αναμνήσεις του αύριο. Να σταματήσεις για λίγο, προσπαθώντας δειλά να ανακτήσεις τον έλεγχο. Να τοποθετήσεις δωράκια μέσα σε κρυφά συρταράκια του μυαλού που θα ανοίξουν απρόοπτα την κατάλληλη στιγμή. Επιτηδευμένη κατασκευή, χωρίς αμφιβολία.