Δε διαλέγεις τους γείτονές σου. Με τη φράση αυτή κλείνει το τρέιλερ της εν λόγω ταινίας από την Αργεντινή. Το θέμα της; Μάλλον οι σχέσεις των ανθρώπων, θα έλεγα. Ο τρόπος που εκδηλώνονται οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα, ο τρόπος που αντιμετωπίζονται τα προβλήματα, ο τρόπος που δημιουργούνται νέα προβλήματα... Μέσα από καθημερινά γεγονότα, λεπτομερώς παρουσιασμένα.
Η ταινία είναι γυρισμένη στην περίφημη Casa Crutchet, το μοναδικό σπίτι του Le Corbusier στη Λατινική Αμερική.
Σ' αυτό το φανταστικό σπίτι ζει ο Leonardo, πετυχημένος και σουπερ-μοδάτος designer, μαζί με τη γυναίκα του (που διδάσκει γιόγκα) και τη δεκάχρονη (ελαφρώς κακομαθημένη) κόρη τους. Τη γεμάτη καλαίσθητα αντικείμενα, εναλλακτική μουσική, κατάλευκους τοίχους και καθωσπρέπει κοινωνικές επαφές ζωή τους, διακόπτει ο Victor, ένας γείτονας από τη διπλανή πολυκατοικία (φωνή βαθιά, τατουάζ, πωλητής αυτοκινήτων ή κάτι παρόμοιο), που επιχειρεί να ανοίξει ένα παράθυρο στη μεσοτοιχία για να παίρνει λίγο ήλιο το σκοτεινό δωμάτιο. Το παράθυρο αυτό όμως βλέπει στο σπίτι της οικογένειας, κι έτσι αρχίζει ένας κύκλος διαπραγματεύσεων...
Δε λέω παραπάνω γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο να δεις την ταινία. Σκηνές από την καθημερινότητα, ίσως όχι τη δική μου και τη δική σου, αλλά πάντως από την καθημερινότητα κάποιων, διάλογοι ενδεικτικοί του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις. Και διαρκείς εναλλαγές, διαρκή ζουμ από το είναι στο φαίνεσθαι, και πάλι αντίστροφα.
Είναι εντυπωσιακό το πώς η ταινία καταφέρνει να αποτυπώσει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προβάλλουν τη ζωή τους, δημιουργούν την εικόνα του εαυτού τους και εν τέλει της ζωής που θέλουν να έχουν. Όλα τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένα και συμβολίζουν το καθένα από κάτι... Και, να μην ξεχνάμε, ότι η ταινία είναι γυρισμένη μέσα σε έναν πραγματικό Le Corbusier!!!
Εκεί που σκέφτεσαι απελπισμένα τι θα φορέσω πάλι αύριο, δεν κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη, ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι το αγαπημένο τζιν (που ευτυχώς δε χάρισες σε κανέναν!) είναι και πάλι διαθέσιμο... Έτσι μάλιστα, χαίρεσαι κι εσύ με τα λουλούδια που ανθίζουν!
Μετρό από Σύνταγμα προς Άγιο Αντώνιο. Δύο εμφανώς γκέι και ιδιαίτερα τρέντι 19χρονα αγοράκια κάθονται απέναντί μου. Ύφος σοφιστικέ, αέρας αλτέρνατιβ. Τεράστια κοκκάλινα γυαλιά, το απόλυτο μαστ. Συζητάνε, φλερτάρουν διστακτικά. Επόμενη στάση Αττική. Σηκώνομαι, πρέπει να κατέβω.
-Κάπου εδώ πρέπει να σ' αφήσω μάλλον... Κατεβαίνω. με τόνο λυπημένο
-Έχω facebook, ναι! με ανακούφιση Μπορείς να με ψάξεις αν θες... Είμαι ο ...
Δεν άκουσα παρακάτω, αλλά ξέρω ότι ο νεαρός δεν κατέβηκε Αττική. Κι αυτή ίσως ήταν η αρχή μιας σχέσης. Ενός φλερτ, στο οποίο ο καθένας εκδηλώνεται με αλλεπάλληλα like και χαμογελαστά προσωπάκια. Προτού καν υπάρξει ένα πραγματικό χαμόγελο, αντικριστά, πρόσωπο με πρόσωπο. Μα τι λέω τώρα κι εγώ, σε ποιά δεκαετία νομίζω ότι βρίσκομαι; ...
Είναι μερικά πράγματα που είναι δύσκολο να ειπωθούν, είναι δύσκολο ακόμη και να συνηδειτοποιηθούν. Ο ίδιος ο εαυτός σου αντιδράει στη σκέψη τους, τα αποφεύγει πεισματικά, προσπαθεί να τα προσπεράσει, προσποιείται ότι δεν τον απασχολούν. Όχι εκείνον. Απασχολούν κάποιους άλλους. Πάντα και μόνο κάποιους άλλους. Έρχονται όμως στιγμές που όλα αυτά τα πράγματα γίνονται ένα σφιχτό μπερδεμένο κουβάρι στο μυαλό σου, ένα ηφαίστειο που ετοιμάζεται να εκραγεί θεαματικά. Καυτή λάβα διαρρέει σιγά σιγά, προειδοποιητικά, και σε ακινητοποιεί. Είναι μάλλον ώρα να αντιμετωπίσεις αυτό που φοβάσαι, να το πλησιάσεις, να το κατανοήσεις. Να το αγαπήσεις, εν τέλει, γιατί είναι κομμάτι σου. Να σκύψεις και να του μιλήσεις, να το κοιτάξεις στα μάτια, όπως θα έκανες με ένα οργισμένο παιδάκι που πετάει πέτρες και ουρλιάζει για προσοχή. Μερικές φορές έχεις την τύχη να διαπιστώσεις ότι είναι κι άλλοι που φοβούνται το ίδιο όπως εσύ, ή τουλάχιστον, κινούνται σε παράλληλες τροχιές φόβων και ανασφαλειών. Μια τέτοια τύχη είχα σήμερα, μετά από ένα βασανιστικά ανήσυχο και ηλιόλουστο σαββατοκύριακο. Ορίστε λοιπόν μερικές από τις κυριακάτικες συζητήσεις χωρίς αρχή και τέλος...
Μεγαλώνεις. Αλλάζεις. Συναντιέσαι με άλλους. Σχετίζεσαι μαζί τους. Αλλάζουν κι αυτοί. Μετράς ανθρώπους που μπαίνουν στη ζωή σου. Μετράς ανθρώπους που φεύγουν από τη ζωή σου. Και φοβάσαι τη μέρα που οι τελευταίοι θα αρχίσουν να γίνονται περισσότεροι από τους πρώτους. Αναρωτιέσαι γιατί υπάρχουν παλιοί φίλοι που δεν παίρνεις τηλέφωνο από φόβο μήπως είναι πια κάποιοι άλλοι από αυτούς που ήξερες, μήπως δεν έχεις πια την ίδια σχέση μαζί τους όπως και πρώτα. Φοβάσαι να εκτεθείς, φοβάσαι μήπως κάποτε φοβηθείς. Αλλά η κάθε μέρα είναι μοναδική, περνάει και χάνεται, σαν αφρός από κύμα σε καλοκαιρινή ακρογιαλιά. Ναι, θα ήταν όλα απλούστερα αν ήμασταν όλοι ειλικρινείς, απλοί και ξεκάθαροι με τις επιθυμίες μας, αν ήμασταν όλοι θετικοί απέναντι στον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας, αν δε φοβόμασταν. Δεν είμαστε όμως, και ούτε θα γίνουμε ποτέ. Κάποιος λόγος θα υπάρχει και γι' αυτό.
Δεν μπορείς να ξαναφτιάξεις την πραγματικότητα. Δέξου την όπως έρχεται. Μην υποχωρείς και δέξου την όπως έρχεται. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. (Filip Roth, Καθένας, σ.95)
Κι αν η πραγματικότητα είναι παράξενη, ακατανόητη ή δύσκολη κάποιες φορές, είναι ακριβώς γιατί έτσι πρέπει. Γιατί μέσα από την απώλεια, ίσως και μέσα από το φόβο της απώλειας, συνηδειτοποιείς τη σημασία των όσων έχεις, έστω και προσωρινά. Κι έτσι, για λίγο, για μια στιγμή, ξεφεύγεις από την καθημερινότητα και πας λίγο πιο πάνω, βλέπεις λίγο πιο ξεκάθαρα. Και χαμογελάς.
Ο Μάρκο μπάινει σε μια πόλη΄ βλέπει κάποιον σε μια πλατεία να ζει μια ζωή ή μια στιγμή που θα μπορούσαν να είναι δικές του΄ στη θέση εκείνου του ανθρώπου θα μπορούσε να είναι ο ίδιος, αν είχε σταματήσει το χρόνο πολύ καιρό πριν, ή αν πολύ καιρό πριν, σε μια διασταύρωση, αντί να πάρει τον ένα δρόμο είχε πάρει τον αντίθετο και μετά από ένα μεγάλο γύρο βρισκόταν στη θέση εκείνου του ανθρώπου σ' εκείνη την πλατεία. Τώρα πια, από εκείνο το αληθινό ή υποθετικό του παρελθόν, ο ίδιος είναι αποκλεισμένος΄ δεν μπορεί να σταματήσει΄ πρέπει να συνεχίσει μέχρι να φτάσει σε μια άλλη πόλη όπου τον περιμένει ένα άλλο παρελθόν του, ή κάτι που ίσως να ήταν ένα πιθανό του μέλλον και τώρα είναι το παρόν κάποιου άλλου. Ένα απραγματοποίητο μέλλον είναι μονάχα ένα κλαδί του παρελθόντος: ένα ξερό κλαδί.
«Ταξιδεύεις για να ξαναζήσεις το παρελθόν σου;» ήταν στο σημείο εκείνο η ερώτηση του Χαν, ερώτηση που θα μπορούσε να διατυπωθεί και ως εξής: «Ταξιδεύεις για να ξαναβρείς το μέλλον σου;»
Και η απάντηση του Μάρκο: «Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δε θα έχει.»
(Italo Calvino, Οι αόρατες πόλεις, σ. 49)
Μ' αυτήν την (κατά βάθος) ανοιξιάτικη σκέψη, καλή βδομάδα!
[σημείωση: σχετικά με το βιβλίο αυτό του Filip Roth, ήταν αυτό το εξαιρετικό κείμενο (στα πορτογαλικά) που με έκανε να θέλω το διαβάσω...]
Ένα βράδυ. Ένα καθιστικό. Δύο κοπέλες. Μία τηλεόραση. Δύο υπολογιστές. Ένα βιβλίο.
Η τηλεόραση είναι ανοιχτή, μα βουβή. Εικόνες αλλάζουν, χρώματα και φωτεινές λάμψεις πάνε κι έρχονται. Ξαπλωμένη στον καναπέ η μία, με τον υπολογιστή αγκαλιά. Ήχοι πλήκτρων και πνιχτά γελάκια. Καθισμένη στην τραπεζαρία ακριβώς από πίσω η άλλη, με το βιβλίο και τον υπολογιστή μπροστά. Σιγανή μουσικούλα, μερικά κλικ και σελίδες που γυρίζουν.
Κάποια στιγμή τηλέφωνο χτυπάει. Κάποια στιγμή φτάνει μια ειδοποίηση, απότομος, κοφτός ήχος. Κι ένας αναστεναγμός. Κάποια στιγμή ανταλλάσσουν κουβέντες. Συνυπάρχουν, παράξενα, αλλά συνυπάρχουν. Και ταυτόχρονα, συνυπάρχουν με άλλους ανθρώπους εκτός του δωματίου, εκτός του σπιτιού. Τα πλήκτρα τους ενώνουν.
Κατά έναν περίεργο τρόπο τα όρια του σπιτιού έχουν επεκταθεί πέρα από αυτό, πέρα από την πολυκατοικία, τη γειτονιά, την πόλη, τη χώρα. Μα πρώτα από όλα, τα όρια του σώματος έχουν επεκταθεί πέρα από αυτό, τα χέρια μάς συνδέουν με το ψηφιακό δίκτυο υπερσυνδέσεων. Ανταλλάσσουμε ψηφιακές μακρινές ζεστές αγκαλιές, ψηφιακά χαμόγελα τρυφερότητας, ψηφιακούς προβληματισμούς, κάνουμε ακόμα και ψηφιακό φλερτ. Μέσα σε δευτερόλεπτα υποδεχόμαστε έναν ολόκληρο κόσμο στο σπίτι μας, στη ζωή μας, εισβάλλουμε σε άλλα σπίτια, σε άλλες ζωές. Μέσα σε δευτερόλεπτα κλείνουμε τις συνδέσεις γύρω μας και είμαστε μόνοι. Μέσα σε δευτερόλεπτα απομακρυνόμαστε από τον άνθρωπο με τον οποίο χωροχρονικά συνυπάρχουμε για να προσεγγίσουμε άλλους, χωροχρονικά μακριά μας. Και μέσα σε δευτερόλεπτα επιστρέφουμε στην πραγματικότητα του εδώ και του τώρα, της υλικότητας του σώματός μας, που δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε ένα σημείο τη φορά. Στον καναπέ. Ή στην τραπεζαρία.
Καλό ή κακό, τα πράγματα ευτυχώς δεν έχουν ποτέ μια μόνο όψη. Προσθέτει όμως μια ακόμη διάσταση στη ζωή μας, στον τρόπο που αυτή κυλάει, στον τρόπο που εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Εξαρτημένοι απόλυτα από αυτά τα πλήκτρα, μα ελεύθεροι να γεφυρώσουμε αποστάσεις.
Θυμάσαι την τελευταία νύχτα που πέρασες χωρίς ρεύμα στο σπίτι; Θυμάσαι την τελευταία νύχτα που πέρασες χωρίς ούτε μια κουβέντα στο σπίτι;
Αυτό που σε κάνει να χαμογελάς μπροστά στην οθόνη, τότε που φωτίζονται τα μάτια σου από μια παράξενη λάμψη. Αυτό που σε κάνει να ακτινοβολείς χωρίς αιτία ανάμεσα στο πλήθος που τρέχει βιαστικό. Αυτό που σε κάνει να κοιτάς τα αστέρια και να ονειρεύεσαι πως ήδη είσαι εκεί πάνω.
[αν βαρεθήκατε την γκρίνια μη διαβάσετε παρακάτω!]
1. Με ενοχλεί όταν κάποιος μιλάει στο τηλέφωνο μέσα στα ΜΜΜ. Ειδικά όταν μιλάει δυνατά. Μου διαταράσσει τον ειρμό τον σκέψεών μου, εισβάλλει στο προσωπικό μου πεδίο. Παραβιάζει τα όριά μου και διασπά το εύθραυστο συννεφάκι στο οποίο βρίσκομαι.
2. Μέσα σε ένα τρόλεϊ το βράδυ μπορεί κανείς να δει να βγαίνουν από τσάντες και τσέπες τα πιο απίστευτα πράγματα. Μπουκαλάκια πλαστικά απροσδιορίστου περιεχομένου τυλιγμένα σε σακούλες, κάλτσες συνήθως άπλυτες, κάθε λογής χαπάκια, βερνίκια νυχιών, ψαλιδάκια νυχιών, χτένες, είδη μακιγιάζ, φακοί επαφής, παμπάλαια βιβλία σε κάθε γλώσσα του κόσμου, κουτάκια που περιέχουν από κόσμημα μέχρι πετραδάκι ή φυλαχτό, φωτογραφίες ευλαβικά τυλιγμένες μέσα σε πάνινα φακελάκια, χιλιοσκισμένα σημειωματάρια, ακόμη και τετράδια που είναι γραμμένα και μουτζουρωμένα-σβησμένα σε όλες τις σελίδες, παιδικά ρουχαλάκια, καπάκια αναψυκτικών και πολλά άλλα που μάλλον ξεχνάω να αναφέρω... Όλα αυτά χρησιμοποιούνται κιόλας επιτόπου με κάποιον τρόπο, δε βγαίνουν στην επιφάνεια απλώς για να διακοσμήσουν το χώρο. Παρά τις οπτικές, ακουστικές, απτικές και οσφρητικές παρενέργειες που αυτό συνεπάγεται. Όταν είμαι μέσα σε ένα τέτοιο τρόλεϊ θέλω να κατέβω δυο στάσεις πριν τον προορισμό μου και να πάω με τα πόδια. Πηδώντας έξω με ορμή κατά την αποβίβαση και ρουφώντας όσο φρέσκο αέρα μπορούν να χωρέσουν τα πνευμόνια μου.
Ε, λοιπόν, είναι φορές που με ενοχλεί όλο αυτό το σύστημα συμβάντων.
Ξυπνητήρι διστακτικό. Σεντόνια που στριφογυρίζουν. Ακόμα υπάρχει ο ήχος των ονείρων. Ένας γλυκός, μελαγχολικός απόηχος... Ξυπνητήρι πιο αποφασισμένο! Παντζούρι που ανεβαίνει νωχελικά. Σελίδες βιβλίου γυρίζουν. Φωνές βγαίνουν από το βιβλίο. Πατ! Το βιβλίο ακουμπάει στο γραφείο. Διστακτικά βήματα, πάτωμα που τρίζει. Τσακ! Η ασφάλεια του θερμοσίφωνα. Ένα ήρεμο ροχαλητό από το μέσα δωμάτιο. Ο ήχος της ευτυχίας. Ο υπολογιστής σας καλοσωρίζει! Ο ηλεκτρικός κυλάει πάνω στις μπετονένιες ράγες του. Ντουλάπια και συρτάρια στην κουζίνα... Ψυγείο. Το κουτί των δημητριακών. Χρατς χρουτς! Πόρτα δωματίου που κλείνει, ξανά οι σανίδες που τρίζουν. Μερικά πουλιά κελαηδούν στο μπαλκόνι, ένας σκύλος κυνηγάει μια γάτα στο πεζοδρόμιο. Χαμηλή μουσικούλα. Ένα καινούριο μήνυμα. Πλήκτρα, γρήγορα και ρυθμικά. Μετά πιο σκεφτικά και αργά. Μικρές νότες πιάνου από πάνω. Πέρασε η ώρα. Οι νότες δυναμώνουν, παίρνουν ρυθμό. Βηματάκια και διακόπτες που ανοίγουν, πνιγμένα χαχανητά. Ζωηρή συζήτηση. Λογομαχία από το φωταγωγό, άνευ αιτίας. Μα είναι Κυριακή! Ζωηρή συζήτηση στο σπίτι. Διακόπτης του μπάνιου, καζανάκι. Οδοντόβουρτσα τρίβεται αποφασιστικά στα δόντια. Βρύση ανοίγει και κλείνει. Από πάνω η Αμελί συνεχίζει στο πιάνο, λίγο ξεκούρδιστα... Ο ήχος του ντους, τόσο λυτρωτικός! Πιστολάκι με ατελείωτο νερό που τρέχει. Η πετσέτα γυρίζει πάνω στο κρεμαστάρι της, φρρρρ!
Χιονίζει! Χιονίζει!
Μικρές και μεγάλες χαρούμενες άσπρες νιφάδες πέφτουν χορεύοντας από τον ουρανό. Έχουν βάλει τα καλά τους, είναι φρέσκιες, καθαρές και σιδερωμένες! Ανάλαφρες και ανέμελες! Κυρίως αυτό το τελευταίο. Προσγειώνονται στο χώμα, στην άσφαλτο, στο τσιμέντο, στο πλακάκι, στα χαλίκια, στη χλόη, στο καπώ του αυτοκινήτου, στην κορυφή ενός δέντρου. Μοιάζουν με τους πιο έμπειρους αλεξιπτωτιστές. Αιωρούνται για λίγο κι έπειτα ακουμπούν μαλακά και ήρεμα. Μένουν εκεί για λίγα δευτερόλεπτα, ίσως για σχεδόν ένα λεπτό. Κι εξαφανίζονται... Τα φουστάνια τους χάνουν το εκθαμβωτικό τους λευκό και γίνονται αόρατα. Κυλάνε στη γη, βουλιάζουν στο χώμα. Και ύστερα τίποτα. Μόνο μικρές λιμνούλες. Και λάσπες.
Αυτές οι νιφάδες μού μοιάζουν με τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Με τις προσπάθειες που πέφτουν στο κενό. Με τους αγώνες που χάνονται.
Θά 'θελα κάθε φορά που χιονίζει ένα παχύ λευκό στρώμα να καλύπτει τα πάντα.
Πολλές φορές υπερεκτιμάς τις δυνάμεις σου, υποτιμάς τα γεγονότα, πιστεύεις ότι θα καταφέρεις να φτάσεις στον ήλιο. Αφήνεσαι στους πειρασμούς, υποκύπτεις στο όμορφο, το εύκολο, το ευχάριστο. Πιστεύεις σε ό,τι σου υπόσχονται. Η ευθύνη είναι δική σου.
Κάποτε φτάνει η στιγμή της αναμέτρησης με την αλήθεια. Και η πανωλεθρία. Καταλαβαίνεις τα λάθη. Τα προβλήματα είναι μπροστά σου ένα προς ένα. Μπορείς να τα μετρήσεις, να τα βάλεις στη σειρά, να τα ζυγίσεις. Η ευθύνη είναι όλη δική σου.
Θυμώνεις με τον εαυτό σου. Θυμώνεις για όσα δεν έκανες. Για όσα κακώς έκανες. Κανείς δεν μπορεί να σου πει ότι είναι όλα εντάξει. Ξέρεις ότι δεν είναι. Καταλαβαίνεις ότι ποτέ δε θα είναι τελείως εντάξει. Να μπορούσες να γυρίσεις λίγο πίσω, θα τα έκανες όλα διαφορετικά. Όλα αλλιώς. Κάπως πιο συνετά. Κάπως πιο ήρεμα. Ίσως καλύτερα. Δεν μπορείς όμως. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Υπάρχεις εδώ και μεγαλώνεις. Λυπάσαι και ωριμάζεις. Μακάρι.
Είναι όμως φορές που το δίκιο της μαμάς δε σου λέει τίποτα. Δε θέλεις να το δεις. Θέλεις να το ανακαλύψεις μόνη σου. Πολύ αργότερα. Είναι κάτι κι αυτό.
Είναι καιρός να πέσεις στα βαθιά με δική σου ευθύνη. Κι όσο για τα λάθη, δεν τελειώνουν ποτέ!
Προσπάθησε να θυμηθείς τα γυμνασιακά σου χρόνια. Άντε και τα λυκειακά. Αυτό αμέσως αμέσως σημαίνει πήγαινε 5-10 χρόνια πίσω... Όλος σου ο κόσμος ήταν η μουσική σου, ναι. Τα τραγούδια που διάλεγες, οι στίχοι τους, οι ιστορίες τους, ο πόνος τους, η χαρά τους. Τα σιντάκια σου ήταν οι θησαυροί σου, τα αγόραζες τελετουργικά, τα ξεσκόνιζες και τα τακτοποιούσες επιμελώς, τα αρχειοθετούσες με τάξη. Κάθε πολύτιμο δισκάκι και μια ιστορία. Κάθε τραγούδι και μια ιστορία. Όλα μαζί συμπληρώνουν μια ανάγνωση της ιστορίας σου. Μια θέαση της ζωής σου με πρίσμα τα ακούσματά σου.
Τα τραγούδια σου άλλαξαν πολλές φορές, τα σιντάκια σου πολλαπλασιάστηκαν, τα ψηφιακά σου ακούσματα υπερπολλαπλασιάστηκαν. Κι εσύ έχεις αλλάξει, έχεις μεγαλώσει και πολλαπλασιαστεί κατά έναν τρόπο. Τα παλιά σου σιντάκια κάθονται πια λυπημένα και βουβά στη σιντοθήκη που σπάνια ξεσκονίζεις και χρησιμεύει για να ακουμπάς μικροαντικείμενα και τσαντούλες. Ακόμα χειρότερα, κάποια σιντάκια σου κάθονται φυλακισμένα στο τρίτο συρτάρι (αυτό που δεν ανοίγει σχεδόν ποτέ) στο πατρικό σου, αναγκασμένα να συνομιλούν στο σκοτάδι με τις παλιές μασημένες κασέτες.
Τα ξεχνάς, το ξέρω. Συνηθίζεις τη χωρική συνύπαρξη μαζί τους, ξεχνάς την ιστορία τους. Την ιστορία σου. Είναι λογικό, είσαι φτιαγμένη ώστε να εξελίσσεσαι. Αυτό σημαίνει να αντικαθιστάς. Διαρκώς. Λήθη; Όχι, σίγουρα όχι. Ένα ερέθισμα είναι πάντα ικανό να ανασύρει τις αντίστοιχες μνήμες, να σου διηγηθεί την ιστορία από την αρχή.
Επισκέφτηκα καναδυό από τα παλιά μου σιντάκια σήμερα, έτσι ξαφνικά και απρόσμενα. Χωρίς να το καταλάβω, έγινα και πάλι έφηβη, βρέθηκα και πάλι στην αυλή του σχολείου, κάτω από το γνωστό δέντρο με τα κίτρινα φύλλα. Κι όσο για τα τραγούδια... Ήταν σαν να συνάντησα φίλους καλούς που είχα να δω καιρό πολύ. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Τι κι αν πια έχω αλλάξει;
Τραγουδάκια μου σας αγαπώ το ίδιο όπως και τότε. Όχι, σας αγαπώ διπλά τώρα!
Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά, λένε.
Κι όμως, η νύχτα σου ασκεί μια παράξενη γοητεία, σου υπόσχεται... Ότι όλα μπορείς να τα κάνεις, ότι όλα μπορείς να τα κατακτήσεις. Σου προσφέρει γαλήνη και ηρεμία, μια τρυφερή αγκαλιά. Νιώθεις ότι μπορείς να κουρνιάσεις για πάντα εκεί. Κι εκείνη σε παρασύρει στην προσωρινή ευτυχία του να βλέπεις πρώτη τις πρωινές ηλιαχτίδες, το μπλε ημίφως του ξημερώματος. Η νέα μέρα ξεκινάει με ένα χαμόγελο. Χαμόγελο για όλα αυτά που νομίζεις ότι θα κάνεις. Μόλις προσγειωθείς στην καινούρια πραγματικότητα, βρίσκεσαι σε ένα σύννεφο γλυκιάς ζαλάδας, αταραξίας και μελαγχολίας. Υπάρχεις ανάμεσα, είσαι και δεν είσαι εκεί. Τότε είναι η ώρα να πεις Όνειρα γλυκά! Καληνύχτα σας! Και μην ανησυχείς, το επόμενο ξενύχτι δεν αργεί ποτέ όσο φαντάζεσαι!
[για κάποιο λόγο αυτό το βίντεο συνδέθηκε με το χθεσινό μου ξενύχτι... χρόνια αγαπημένο μα πολύ καιρό ξεχασμένο...]
Είναι φορές που θέλεις να φωνάξεις. Είναι φορές που θέλεις να ανέβεις στην πιο ψηλή ταράτσα, να ακούσεις τον αέρα που φυσάει και μαζί με τα μαλλιά σου, να τον αφήσεις να πάρει και τα λόγια σου. Μακριά. Είναι φορές που θέλεις να ουρλιάξεις μα νιώθεις ότι δε θα ακούσει κανείς. Ή ότι θα ακούσουν όλοι.
Τρέχει... Μόνο μπροστά. Ακούραστα. Δε σταματά, δεν κοιτάζει πίσω. Κι εσύ μαζί του, είτε το θέλεις είτε όχι. Ζεις την κάθε του στιγμή, ούτε κι εσύ σταματάς ποτέ. Ωστόσο, προσπάθησε να σκεφτείς, να θυμηθείς, να ανασύρεις τις μνήμες. Κάνε ένα γρήγορο ταξίδι πίσω.
Τί βρίσκεις; Στάσεις, σταθμούς, σύμβολα. Θυμάσαι ότι πήγες στη συναυλία μετά το μάθημα που σου άλλαξε τη διάθεση, θυμάσαι ακριβώς τι φορούσες στη γιορτή του τάδε γιατί σου σκίστηκε το καλσόν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Θυμάσαι τη διαδρομή στο λεωφορείο την πρώτη φορά. Θυμάσαι τον αποχαιρετισμό. Θυμάσαι το πρώτο λυπημένο βλέμμα, το πρώτο στοιχείο της θνητής και ανθρώπινης φύσης της. Θυμάσαι τη στιγμή που την κράτησες πρώτη φορά αγκαλιά, ήταν μόλις 20 ημερών, ήταν περίπου 5 το απόγευμα, φορούσες εκείνο το φουστάνι που αγαπάς και είχες άγχος να μυρίζεις όμορφα. Θυμάσαι ότι τη μέρα που συναντηθήκατε είχε ήλιο και βροχή και ήταν κάπως αστεία και θλιμμένα. Θυμάσαι τη λυπημένη μέρα που περπατούσες στο κρύο πεινασμένη και φορτωμένη γιατί ένιωθες ότι ο κόσμος δεν είχε για σένα μια γωνιά να κλάψεις, θυμάσαι όμως ότι ένιωσες επιτέλους ελεύθερη εκείνη τη μέρα. Θυμάσαι την πρώτη σου άσπρη τρίχα, μπορείς να προσδιορίσεις με ακρίβεια τη μέρα που αυτή η μικρή άσπρη τρίχα αποφάσισε να βγει στην επιφάνεια. Θυμάσαι την παραλία και τα αστέρια, θυμάσαι την άμμο στον αφαλό σου. Θυμάσαι το γέλιο, το ηλιοβασίλεμα, τα ιδρωμένα βλέμματα, την ευτυχία. Θυμάσαι ότι εκείνη τη μέρα σε τσίμπησαν 11 κουνούπια, θυμάσαι πού σταμάτησες για να βάλεις αμμωνία. Θυμάσαι το σκύλο που σε κοίταξε λυπημένος. Θυμάσαι τα μάτια του όταν σε είδε να μπαίνεις, μπορείς ακόμα να νιώσεις το άγγιγμά του στο χέρι σου. Θυμάσαι κι άλλα, θυμάσαι πολλά. Κλικ... Κλικ!
Υπάρχουν όμως κι άλλα αμέτρητα που αγνοείς. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να έχουν αναιρέσει το χωροχρονικό συνεχές. Σαν να ήταν κενά. Στη μνήμη; Ο χρόνος είναι συνεχής, η αντίληψή σου όμως γι' αυτόν είναι κβαντισμένη. Μεταπηδάς από γεγονός σε γεγονός, από όριο σε όριο. Αυτό το άπειρο, συνεχόμενο μυστήριο, προσπαθείς απελπισμένα να το κατανοήσεις με σημεία, στιγμές, στίξεις, ορισμένα και πεπερασμένα. Αυτά έρχονται μπροστά και όλα τα υπόλοιπα γίνονται το φόντο, το υπόβαθρο για τη δράση. Για τη μνήμη, για σένα.
Μοιάζεις σαν ένα Μικρό Πρίγκηπα που αιωρείται στο σύμπαν και φυτεύει τριαντάφυλλα στα γεγονότα που τον ορίζουν. Μετά, ανασυγκροτεί νοερά το σύνολο των τριαντάφυλλων και προσπαθεί να εποπτεύσει το σύμπαν, να χαρτογραφήσει την εικόνα του. Κι εκείνη, όλο του ξεφεύγει... Όλο και εμφανίζει κενά και θολές περιοχές...
[Σωζ, αν δεν ήταν η εργασία σου δε νομίζω να έφτανα σ' αυτή τη σκέψη. Οπότε, δικαιωματικά το ποστ σου ανήκει.]
pero a la montaña ni locos nos vamos
turistas y extraños, se acercan en vano
pa' que se preocupan? derechos humanos
si aquí la justicia sale sobrando
Καλημέρα!...sale sobrando...Ξυπνητήρι... Ξυπνητήρι;;; Ωωωωω... Αέρας! Νερά στο μπαλκόνι, σκοτεινό παράθυρο... Βροχή! Ώρα;;; Ιιιιμμμμμ! Σκατά! Θερμοσίφωνο! Ζεστό νερό, μπάνιο, ααχ... Γρήγορα, γρήγορα! Κρεβάτι, το πάπλωμα στη θέση του, τέντωμα καλό... Πιστολάκι, γρήγορα! Μαλλιά στεγνά; Γρήγορα... Τηλέφωνο, μη χτυπάς τώρα, μη σου λέω!Όχι, δε θέλουμε αποκωδικοποιητή... Γιατί δε βλέπουμε τηλεόραση! Καθόλου; Καθόλου!!! Μπότες, κλειδιά, ομπρέλα, ήδη στην πόρτα!
Φφφ... Αέρας! Μια ομπρέλα στη βροχή, μόνη της στο δρόμο... Απογειώνεται ελαφρώς... Οι ρόδες του τρόλεϊ, το όνειρο της ομπρέλας τελειώνει εδώ! Γρήγορα... Τράπεζα, ουρά, κρύο, χρωματιστές ομπρέλες, ταλαιπωρημένες ομπρέλες, ομπρέλες με καμπούρα σαν τον ιδιοκτήτη τους, επιθετικές ομπρέλες... Λιμνούλες με καφέ νερά. Ένα βλέμμα βαθυπράσινο, δέκατα του δευτερολέπτου. Μπιπ... Μπιπ... Λεφτά, απόδειξη, κάρτα, όλα στο πορτοφόλι. Φανάρι! Φανάρι! Γρήγορα... Πλιτς... Ωωωπ, εισιτήριο, ακύρωση... Ουφ! Μια θέση...
Ένα βιβλίο θρησκευτικό... Ιησούς Χριστός: προφητείες. Αφοσίωση. Κι άλλες ομπρέλες! Γκουχ... Γκουχ... Αψού! Ποταμάκι αίματος, η βροχή ξεπλένει το νεκρό σώμα της κατάλευκης γάτας. Γαλότσες, κι άλλες ομπρέλες, καρότσια... Μια βρεγμένη βαλίτσα, μαύρη με κόκκινα καρό, μέσα σε μια λιμνούλα γκρίζων νερών, αβοήθητη. Υποχόνδριος. Ευέξαπτος. Καβγάς... Ένα φούτερ ζακετάκι κι από μέσα ένα μακό. Βλέμμα κουρασμένο, χωρίς ομπρέλα, μούσκεμα ως το κόκκαλο! Μαλλιά ράστα, όχι από στιλ αλλά από απλυσιά, φυσικό άρωμα αποσύνθεσης, αληθινή μύγα πλεγμένη μαζί με τα ακατάστατα σκουπίδια...
Αέρας επιτέλους! Κρύος και χωρίς άρωμα. Ψηλός, μαύρο μακρύ παλτό, κεφάλι κάτω, βλέμμα μυστηριώδες... Διάσημος ηθοποιός κινείται με τα πόδια! Φανάρι... Φανάρι! Γρήγορα! Τηλέφωνο... Όχι τώρα... Λάθος ώρα! Κρύο, βροχή, μυρωδιά χαλασμένου απροσδιόριστου πράγματος. Το χέρι σφιχτά στην τσάντα... Βλέμματα καχύποπτα. Φοβισμένα. Φτάσαμε!
Εργασία, μάθημα, χαμόγελο. Παλιός συμμαθητής. Νυν ένστολος, όπλο με χάρη στη ζώνη! Φαγητό στα γρήγορα... Τρέξιμο στη βροχή... Πλατς! Ποτάμια στο κέντρο. Αυτοκίνητα... Φλους... Πλουτς! Άλλο μάθημα. Βροχή δυνατή... Μην κοιμάσαι, μη... Γέλια!
Παλτό, σκούφος, ομπρέλα... Πάμε! Ποτάμια, καταρράκτες και σκοτάδι. Αέρας και πολυκοσμία παντού. Αναμονή... Κρύο... Βρεγμένα πόδια, βρεγμένα χέρια... Λεωφορείο! Θέσεις... Ζακέτα λερωμένη, βλέμμα απλανές, άρωμα σκουπιδιών, παραμιλητά σε άγνωστη γλώσσα, σχήματα στο υγρό παράθυρο. Παπούτσια τρύπια... Συζήτηση λεωφορείου. Υγρασία παντού... Ύφος παντογνώστη, βλέμμα θιγμένο, τηλέφωνο στο αφτί, ανεβασμένα ντεσιμπέλ! Σκοτάδι και βροχή...
Φτάσαμε! Μαντάμ, να περάσω;;;Βρρρουουουμ βρρρουμμμ πάνω στην πλατεία! Νευρικά γέλια... Ομπρέλα... Υαλοκαθαριστήρες πάνω-κάτω, σινιάλο! Ευχαριστώ... Πλατς! Αέρας... Άσε την ομπρέλα μου κάτω! Σουπερμάρκετ... Παλτό, σκούφος, σακίδιο, σακούλες, ομπρέλα... Πλατς! Πλιτς! Πλιτς!...
Κλειδιά... Ασανσέρ. Κλειδιά... Σκοτάδι! Απλωμένα χαλάκια στο μπαλκόνι!! Μια δεύτερη πλύση τους ήταν απαραίτητη... Θερμοσίφωνο. Ζεστό ντους... Χιλιάδες πράγματα στη σειρά αναμένουν... Ζεστή σούπα, μάτια που κλείνουν... Και μετά;
Είσαι κοντά μου τόσον καιρό... Δίπλα μου, εκεί κάθε φορά, με το γνωστό χαμόγελο και την αφέλεια που σκοτώνει! Τόσο αφοπλιστικά, τόσο απλά... Καμιά φορά ξέρεις ότι με εκνευρίζουν όλα αυτά! Αλλά μόνο για λίγο...
Θα μου λείψει το γέλιο, θα μου λείψει η ενέργεια, θα μου λείψουν οι ατελείωτες συζητήσεις. Θα μου λείψουν οι αφηρημένες μέρες, οι λυπημένες, οι παρηγορητικές. Θα μου λείψουν οι φιλικές συμβουλές με ύφος τουλάχιστον εικοσιτεσσάρων φρόιντ. Θα μου λείψουν οι αναλύσεις με συνοδεία κινήσεων διευθυντή ορχήστρας... Θα μου λείψουν οι ξεσηκωμοί σου, οι ξαφνικές βόλτες, οι παρορμήσεις. Θα μου λείψει το φαγητό και τα ξενύχτια... Θα μου λείψει να νιώθω μεθυσμένη χωρίς να έχω πιει! Θα μου λείψουν οι νυχτερινοί περίπατοι, θα μου λείψουν τα περπατήματα που δεν κάναμε ενώ τα υποσχεθήκαμε! Έτσι, θα έχουμε πάντα κάτι να περιμένουμε για την επόμενη φορά.
Θα χαίρομαι όμως που θα περνάς καλά εκεί που πας και μη φοβάσαι.
Μη φοβάσαι
Μόλις κλείσεις τα μάτια
Κάνε μια ευχή
Μια μόνο σκέψη
Και ονειρέψου δυνατά
Εντάξει;
Πάρε μια βαθιά ανάσα
Έξω στο δρόμο
Ή απ' το ανοιχτό παράθυρο
Νιώσε τον αέρα
Δροσερό και φρέσκο
Χαμογέλα
Κοίτα γύρω σου
Κάπου θα δεις να πετάει ένα χνούδι
Ή να πέφτει ένα αστέρι
Είμαι κι εγώ εκεί
Σε χαιρετώ τώρα που μπορώ γιατί μετά δε θα 'χω λέξεις μικρή μου και δε θέλω να σε γεμίσω μελαγχολία! ...
[μόνο μη μου πεις ότι δεν αναγνωρίζεις τη φωτογραφία κακομοίρα μου!]
της επί χρήμασι(ν) διδομένης γυναικός το σιδηρούν κιγκλίδωμα
Δεν ξέρω γιατί και πώς μου ήρθε αυτή η φράση, Δευτέρα πρωί μέσα στο τρόλεϊ, καθώς κοιτούσα ήρεμα και αφηρημένα έξω απ' το παράθυρο. Μας την έλεγε συχνά μια πολύ αγαπημένη φιλόλογος στο λύκειο... Κι έτσι ξαφνικά, βρέθηκα να σκέφτομαι δοτικές και ευκτικές, περισπωμένες, δασείες, οξείες, βαρείες και ψιλές. Απαρέμφατα και υποτακτικές, δεύτεροι τύποι. Κατηγορούμενα, έμμεσα και άμεσα αντικείμενα, δευτερεύουσες, προσδιορισμοί κάθε είδους. Κάθε κείμενο, μια ευκαιρία για τον ντετέκτιβ να λύσει το συντακτικό μυστήριο... Και τί ευτυχία να βρίσκεις τους ενόχους!
Και κάπως έτσι, έφτασα σε μια ξεχασμένη παναγιώτα, μια παναγιώτα που ξεθώριασε και έσβησε σιγά σιγά. Ήταν εκείνη που αγαπούσε τα Αρχαία με πάθος, σχεδόν όπως μια ξένη γλώσσα, εκείνη που δε χόρταινε να ψάχνει τα υποκείμενα και τα αντικείμενα, που δεν ηρεμούσε αν δε λυνόταν σωστά το μυστήριο. Την άφησα να φύγει νομίζω, κάπου εκεί στο λύκειο, διαλέγοντας κατεύθυνση. Και μετά ταξίδεψα στην παναγιώτα που ήταν ερωτευμένη με τα μαθηματικά πιο πολύ από ποτέ, που έβλεπε την ακλόνητη (;) νομοτέλειά τους παντού. Και στην άλλη, που ήθελε να καταλάβει τα πάντα για το πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος. Που ρώταγε γιατί η θάλασσα φαίνεται γαλάζια και άλλα πολλά που πια ούτε θυμάμαι. Συνάντησα και την παναγιώτα που ενθουσιαζόταν με κάθε είδους γρίφους λογικής και παράδοξα. Κάθε μια έδινε τη σκυτάλη στην επόμενη, ώσπου κατάλαβα: η παναγιώτα που θέλει να γίνει μηχανικός είναι η πιο δυνατή. Μηχανικός στην αρχιτεκτονική δεν γίνεσαι, το πήρα χαμπάρι και την έδιωξα κι αυτήν όπως και τις προηγούμενες...
Έτσι ξαφνικά, κοιτώντας την υγρασία στο τζάμι, αρχίζεις χωρίς λόγο να νοσταλγείς τις παναγιώτες που έχασες, αυτές που έθαψες κι αυτές που ξέχασες... Πριν βάλεις τα κλάματα όμως, σκέψου τις παναγιώτες που κέρδισες. Αυτές που δεν είχες ιδέα ότι θα συναντήσεις και βγήκαν από το μαγικό κουτί τις πιο κατάλληλες και ακατάλληλες στιγμές. Χαιρέτα τες, τώρα που είναι μαζί σου. Δε θα είναι για πάντα ξέρεις! Και κάθε μέρα, μην ξεχνάς να καλωσορίζεις τη μικρή εκκολαπτόμενη παναγιώτα που φιλοξενείς.
Αν θα είσαι πάντα εσύ; Το συνεκτικό (ορατό ή αόρατο) νήμα που κρατάει τις παναγιώτες απ' το χέρι, αυτό είσαι εσύ! Και οι κλωστές που σου ξεφεύγουν στο δρόμο, τα χνούδια που αφήνεις στον άνεμο είσαι εσύ! Οι αναμνήσεις αυτές είσαι εσύ!
Και τώρα, μπορείς να κοιτάξεις ένα φύλλο που αιωρείται, αιωρείται, αιωρείται... και κολλάει στο τζάμι δίπλα σου. Ωπ! Όταν ξεκολλήσει, θα είναι διαφορετικό. Όμως για σένα θα είναι το φύλλο που σε έκανε να γελάσεις με τη σκέψη που σου πρόσφερε... Καλημέρα!
Δε θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου στη Στουρνάρη. Δε θέλω να ξαναπεράσω ανάμεσα από πεταμένες κόκκινες συσκευασίες από χαπάκια, δε θέλω να ξαναπατήσω σπασμένη σύριγγα, δε θέλω να ξαναμυρίσω καπνό αγνώστου προέλευσης και ποιότητας που εκπνέεται από κάποιον ζωντανό νεκρό. Δε θέλω να κάνω ζικ ζακ και να αλλάζω 100 φορές πεζοδρόμιο για να αποφύγω τους ναρκομανείς, τους εμπόρους, τους μεθυσμένους, τους μικροπωλητές, τους εγκληματίες και τα ΜΑΤ (γιατί ναι, έχει κι απ' αυτά η οδός Στουρνάρη) με τις φιάλες δακρυγόνων και τα υπερόπλα να κοιτάνε καταπάνω μου.
Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο και να 'ναι Κυριακή, η Τ12 κλειστή με τα πράγματά μου κλειδωμένα μέσα, και να μην μπορώ να δουλέψω. Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο και η είσοδος και όλη η αυλή να μυρίζει κάτουρο. Δε θέλω να ξαναδώ στο προαύλιο σπασμένα μπουκάλια μπίρας και αίματα.
Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο που ακόμα δεν ξέρει αν και πότε θα κάνουμε εξεταστική. Ακόμα σημαντικότερο, δε θέλω να πάω στο Πολυτεχνείο που κοροϊδεύει τον εαυτό του και όλους μας για τα μαθήματα που χάθηκαν και γι' αυτά που έγιναν. Δε θέλω να ξαναδώ αρχιτέκτονες που (νομίζουν πως) τα ξέρουν όλα και πιστεύουν ότι θα αλλάξουν τον κόσμο με την υψηλή τους τέχνη. Δε θέλω να ξαναδώ αρχιτέκτονες που προσπαθούν να επιβάλλουν στους ανθρώπους την οπτική τους για τον κόσμο και την κατοίκηση, χωρίς να σκέφτονται ότι η αρχιτεκτονική είναι για να τη ζεις, όχι για να την κάνεις κάδρο στον τοίχο σου... Δε θέλω να γίνω έτσι.
Δε θέλω να περιμένω στην Ομόνοια μισή ώρα μέχρι να περάσει ένα από τα 4 τρόλεϊ και 3 λεωφορεία (!) που με πάνε σπίτι μου. Και μάλιστα μεσημέρι, όχι αργά το βράδυ.
Να συνεχίσω; Όχι, νομίζω είναι η σειρά σας τώρα...
Ή μήπως είμαι απλώς κακομαθημένη;
Και το ξέρω πως δεν πρέπει, αλλά κάτι τέτοια γεγονότα με κάνουν να χάνω την όρεξη για τα πράγματα που αγαπάω και να γκρινιάζω. Και το ξέρω πως μετά θα το μετανιώσω που γκρινιάζω, όμως είναι κάποιες στιγμές που χρειάζεσαι μια μεγάλη σφιχτή αγκαλιά να σου πει με ασφάλεια και σιγουριά ότι όλα θα είναι εντάξει. Ότι όλα θα περάσουν μια μέρα. Όπως τότε που ήμασταν παιδιά και οι γονείς μας μας χάιδευαν τα μαλλιά και μας σκέπαζαν τρυφερά με το ζεστό πάπλωμα και περίμεναν μέχρι να κοιμηθούμε. Τότε που βλέπαμε χαζούς εφιάλτες και κλαίγαμε για τα παιδάκια που δε μας παίζανε στη γειτονιά, θυμάστε; Ε, λοιπόν μια τέτοια στιγμή έχω τώρα. Αλλά πολύ φοβάμαι πως είμαι μεγάλη πια για να περιμένω αγκαλίτσα.
υ.γ. Ευχαριστώ που είστε εδώ τώρα και διαβάζετε αυτές τις σκέψεις, είναι λυτρωτικό να ξέρω ότι είστε εδώ, ακόμα και από αυτήν την ψηφιακή απόσταση. Και υπόσχομαι οι επόμενες σκέψεις να είναι πιο χαμογελαστές!
Έχεις ύψος κάτι λιγότερο από το τραπέζι του φαγητού, ο ποπός σου τσιτώνει από το τεράστιο φουντωτό πάμπερς, όλοι ασχολούνται μαζί σου κοιτώντας σε σαν να είσαι κάποιο πολύτιμο μπιμπελό από άλλο πλανήτη. Κυκλοφορείς συνήθως παραπατώντας και σκοντάφτοντας στο καθετί, πατάς τα παιχνίδια σου και άλλα μικροαντικείμενα στο διάβα σου, γλιστράς και πέφτεις. Και σηκώνεσαι γελώντας, βάζοντας τα χέρια μπροστά και τουρλώνοντας τον ποπό μέχρι να ισορροπήσεις! Τινάζεις τα χέρια σου άτσαλα. Εκείνη τη στιγμή, όλο και κάποιος έρχεται και σε χαϊδεύει, σε ζουζουνίζει, σε φιλάει και σου ρίχνει τρυφερά πατ πατ στην πλάτη ή στο παραφουσκωμένο πάμπερς. Παρατηρείς τα πάντα γύρω σου, όσο μπορεί να πιάσει το μάτι σου δηλαδή, και κοιτάς με απορία. Σηκώνεις το χέρι, δείχνεις και ρωτάς με επιμονή Α(υ)τό; Α(υ)τό; Εξερευνάς τα πάντα, τα τραβάς, τα σέρνεις, τα πετάς και τα κάνεις αγκαλίτσα βγάζοντας κραυγές και αλαλαγμούς χαράς. Μιλάς, στον εαυτό σου, στα παιχνίδια σου, στους άλλους. Δε σε καταλαβαίνουν πάντα. Και μετά αρχίζουν οι ερωτήσεις: μήπως αυτό; εκείνο γλυκούλι μου; με χαζή μωρουδίστικη φωνούλα... Όταν το πετύχουν, αναφωνείς Ναι! με ανακούφιση και κουνάς το κεφάλι πάνω κάτω χαμογελώντας. Καμιά φορά, λες κάτι και όλοι ξεσπούν σε γέλια, αγκαλιάζονται, σε σηκώνουν ψηλά, σε φιλάνε πάλι πάλι και πάλι. Τους κοιτάς με απορία. Για κάποιον περίεργο λόγο όλοι θέλουν να φάνε λίγο απ' τα μπουτάκια σου ή τα μαγουλάκια σου, σου γελάνε και γαργαλάνε την κοιλιά σου... Κι εσύ χαμογελάς και πάλι! Νυστάζεις αλλά δεν πας για ύπνο, δε θέλεις να χάσεις στιγμή από τον κόσμο. Τρως μαζί με τους μεγάλους με καμάρι, πασαλείφεις τα πάντα στη μούρη σου, τα σκουπίζεις όπου βρεις. Και πάλι γελάς! Τριγυρίζεις κρατώντας κάτι στα χέρια σου και το δείχνεις παντού, φωνάζεις το όνομά του. Μπορείς να απασχοληθείς με μια ομπρέλα για πάνω από μισή ώρα και να είσαι ευχαριστημένος. Τραγουδάς μόνος σου και χορεύεις στο ρυθμό, μέχρι που τελικά ζαλίζεσαι, παραπατάς και πέφτεις. Επαναλαμβάνεις σαν παπαγάλος ό,τι καινούρια λέξη ακούσεις, με όποιον τρόπο μπορείς. Χαϊδεύεις κι εσύ, αγκαλιάζεις και δίνεις φιλάκια. Χαιρετάς. Επιβραβεύεις τον εαυτό σου λέγοντας Μπάβο! και χτυπώντας παλαμάκια χαρωπά. Κλαις, απογοητεύεσαι, νυστάζεις, κουράζεσαι. Δοκιμάζεις τα πάντα, ξέρεις τη γεύση του πατώματος, του τοίχου, ίσως ακόμη και των παπουτσιών, όλο και κάποια φορά θα πρόλαβες να τα γευτείς ενώ δεν κοιτούσε κανεις! Σου αρέσει να σε βάζουν στους ώμους, επιτέλους βλέπεις τον κόσμο από ψηλά... Όταν σε πηγαίνουν βόλτα ενθουσιάζεσαι και μετά εξιστορείς ξανά και ξανά ό,τι σου έκανε εντύπωση! Είσαι αγνά αφελής, τους αγαπάς σχεδόν όλους...
Είναι φανερό ότι καταλαβαίνεις πολλά περισσότερα από όσα μπορείς να τους δείξεις. Τί να σκέφτεσαι άραγε; Μπορείς να θυμηθείς;;;
[για δύο μικρά ανθρωπάκια που με κάνουν ευτυχισμένη]
Οδός Πατησίων. Μια διαδρομή. Σε κάποιο τρόλεϊ. Κάθε μέρα. Δυο φορές τη μέρα. Τεσσεράμισι χρόνια.
Πώς πέρασαν έτσι; Αναρωτιέσαι. Ξέρεις πια όλους τους δρόμους, κάθε γωνία, τα μαγαζιά με τις καλύτερες βιτρίνες, τα σημεία συνάντησης. Περιμένεις δίπλα στο παράθυρο να δεις το σχολείο που προβάλλει στο τέλος του δρόμου, να πάρεις άλλη μια ανάσα όμορφης Αθήνας κοιτάζοντας τη φυγή κάποιου στενού, τα Κάτω Πατήσια να σβήνουν στο βάθος της κατηφόρας, το βουνό να ξεπροβάλλει περήφανο πίσω από τις κυψελιώτικες πολυκατοικίες. Σχεδιάζεις πάντα βόλτες για να δεις από κοντά όλα αυτά τα όμορφα, έχεις όμως συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι αυτές τις βόλτες θα τις κάνεις μόνο στη φαντασία σου. Θα τις ερωτευτείς πλατωνικά και το επόμενο πρωί θα τις αντικαταστήσεις. Ξανά και ξανά. Καμιά φορά μυρίζεις τον πρωινό ήλιο και σκας ένα χαμόγελο. Σκέφτεσαι ότι θα είναι καλή μέρα, αφού σε χάιδεψε μια τρυφερή αχτίδα.
Ξέρεις πόσος κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει σε κάθε στάση. Μπορείς πια να μαντεύεις ποιός θα κατέβει πού. Ξέρεις πια τη φθορά των κτηρίων, τα μπαλκόνια του πρώτου ορόφου, άλλα φροντισμένα και άλλα αφρόντιστα. Θυμάσαι τα λουλούδια, τις τέντες με τα λογότυπα των καταστημάτων, κάποιες έχουν σαπίσει από τη βροχή και στέκονται υγρές και αρρωστιάρικες, γεμάτες μούχλα και βρύα. Έχεις πια μάθει τα δέντρα που είναι μεγαλύτερα και τα κλαδιά τους προβάλλουν πάνω από το δρόμο, προκαλώντας κάθε φορά αυτό το χαρακτηριστικό θρόισμα, τον ήχο της τριβής, της ατυχούς συνάντησής τους με τις κεραίες του τρόλει, που σαν επιθετικοί εραστές αρπάζουν και βιάζουν την αβοήθητη λεία τους καθώς περνάνε. Για λίγο.
Κι οι άνθρωποι; Η ζωή; Ναι, τους βλέπεις κι αυτούς εκεί έξω, πηγαινοέρχονται, τρέχουν, σταματάνε, καθυστερούν, μιλάνε, μερικές φορές μαλώνουν. Τους κοιτάς με απορία, με χαμόγελο, με συμπόνοια, με θαυμασμό. Βλέπεις μέσα στα αυτοκίνητα, οι άνθρωποια αγχώνονται, κουράζονται, βιάζονται, ταιριάζουν τα ρούχα τους, φρεσκάρουν το μακιγιάζ τους, διαφωνούν, ερωτεύονται. Ανταλλάσεις βλέμματα και χαμόγελα. Καμιά φορά, αν είσαι τυχερή, τους ακούς να μιλάνε. Φευγαλέα. Και συνεχίζεις, προσπερνάς και προσπερνιέσαι. Χωρίς να μπορείς να αντιδράσεις.
Κάθε φορά βρίσκεις ένα νέο θέαμα, ένα δρώμενο, ένα σκηνικό, ένα αντικείμενο, μια λεπτομέρεια που αγνοούσες, για να σου τραβήξει την προσοχή. Ανάλογα με τη διάθεσή σου, την αισιοδοξία, την εσωστρέφεια, την απελπισία, την κούραση, την ελπίδα της στιγμής. Λες πως αυτό το θέατρο σε έχει πια κουράσει, το έχεις σιχαθεί. Δεν αντέχεις άλλο τα μικρά ανθρωπάκια που κινούνται πάνω-κάτω, δε θέλεις να ξαναδείς αθηναϊκή πολυκατοικία, όχι άλλο μπαλκόνι, όχι άλλο έρκερ. Αλήθεια;
Και ξαφνικά, οι απεργίες... Περπατάς στην ίδια διαδρομή. Όχι πως δεν είχες περπατήσει ξανά στην Πατησίων. Δεν είχες περπατήσει ποτέ όμως με συχνότητα τέσσερις φορές την εβδομάδα. Και δεν είχες ποτέ πριν όλα αυτά τα ερεθίσματα που σε κάνουν να λες ότι σιχάθηκες την Πατησίων. Κάνεις πια μια εντελώς άλλη ανάγνωση της πόλης, από άλλη όψη. Από άλλο επίπεδο.
Τώρα ξέρεις όχι τις φυγές, αλλά τις λακκούβες στο πεζοδρόμιο, τα σημεία με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις επικίνδυνες στροφές. Προσέχεις πια να μη σε πατήσουν, να μην πατήσεις τα απομεινάρια μιας ζωής διαφορετικής από τη δική σου, κάνεις ζικ-ζακ ανάμεσα σε περιττώματα και λασπόνερα. Γνωρίζεις τις πλάκες του πεζοδρομίου που ξεκόλλησαν και αν τις πατήσεις θα γεμίσεις πάλι με αυτά τα υπέροχα καφετιά υγρά στα παπούτσια, τις κάλτσες και το παντελόνι σου. Θυμάσαι το σπασμένο φανάρι, τη βιτρίνα με το ωραίο φουστάνι, το μαγαζί που κάθε πρωί πλένει το πεζοδρόμιο μπροστά του, θυμάσαι τον κουβά, τη σκούπα. Αποφεύγεις τις γωνίες με τα κλιματιστικά που στάζουν, σταματάς για να θαυμάσεις ένα φύλλο, μια είσοδο, ένα χερούλι σε κάποια πόρτα. Μυρίζεις, το ψητοπωλείο, το φρέσκο ψωμί, τα κάτουρα της προηγούμενης νύχτας. Το άρωμα ενός ξένου.
Δεν ξέρω αν το συνειδητοποιείς, αλλά έχεις γίνει πια ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Κινείσαι κι εσύ βιαστικά ή τεμπέλικα. Σκοντάφτεις, χτυπάς πάνω σε κάποιον, διαπληκτίζεσαι με κάποιον. Τώρα σε ακουμπάει ένα από τα μικρά ανθρωπάκια. Ακούς τις κουβέντες τους, στο τηλέφωνο ή πρόσωπο με πρόσωπο. Είναι θυμωμένοι, λυπημένοι, ενθουσιασμένοι, σε υπερένταση. Είναι μεθυσμένοι. Σε ποθούν, σε πειράζουν. Να ήξερες τί γλώσσα μιλάνε! Να καταλάβαινες έστω μια φευγαλέα τους φράση! Θα σου χάριζε ένα χαμόγελο για τη μέρα που έρχεται, απαιτητική και δύσκολη, έτοιμη να ζητήσει τα πάντα από σένα.
Δεν είσαι πια στο θέατρο... Και σου αρέσει. Σου αρέσει που μπορείς να κάνεις χίλιες σκέψεις τη στιγμή, που δεν κοιτάς πια πάνω από το ισόγειο. Νιώθεις την ελευθερία...
Οδός Πατησίων. Κλίμακα; Από την (απρόσωπη;) πόλη στην (προσωπική;) καθημερινότητα. Στη γη. Σε κάθε κλίμακα βλέπεις σε άλλη εστίαση, σε άλλες ταχύτητες, σε άλλους χρόνους. Και κάθε άνθρωπος βρίσκεται στο δικό του σύμπαν. Αυτό είναι, οι παράλληλες πραγματικότητες που συνθέτουν τελικά μια εικόνα του κόσμου, κάθε φορά πιο γεμάτη. Άραγε αν μπορούσες να δεις από τα μάτια ενός μυρμηγκιού; Αν άκουγες ό,τι ακούει ένα πουλί;
[το soundtrack της στιγμής που μου ήρθε η πρώτη φευγαλέα σκέψη για το θέμα αυτής της ανάρτησης, ένα πρωινό στην Πατησίων, σε ένα πεζοδρόμιο ασφυκτικά γεμάτο με κόσμο....]
Και ναι, μπορεί η περίπτωση να είναι δύσκολη, παράξενη, στραβή, όχι ιδανική... Όμως έχεις δύο επιλογές: να κάτσεις εδώ και να λες πόσο δύσκολα είναι όλα και ότι δε θα τα καταφέρεις ή να προσπαθήσεις. Να προσπαθήσεις με όλη σου τη διάθεση και να ενεργοποιηθείς από την ιδιαιτερότητα των περιστάσεων! Είναι μια πρόκληση!
[τα λόγια δεν είναι δικά μου, αν επρόκειτο για σενάριο θα είχα κάνει μάλλον την προσαρμογή, όμως τα παραθέτω, έτσι χωρίς σχόλιο, και σας προσγειώνω στην εκκωφαντική σιωπή που αφήνουν πίσω τους - ευχαριστώ Σ.]
Ξυπνάς κάθε μέρα δίπλα σε κάποιο εγώ μου. Κάπου συναντιόμαστε. Μιλάμε. Μου θυμίζεις εμένα, ξεδιπλώνεις εμένα. Με βοηθάς κάθε φορά να ανακαλύψω αυτό που δεν ξέρω (ακόμη) ότι κρύβω μέσα μου, σε βοηθάω να καταλάβεις τα όριά σου. Κι ύστερα, προσπαθείς να τα φτάσεις. Κι εγώ, ξεκινάω ένα νέο δρόμο. Όταν συναντηθούμε ξανά θα είμαστε πια κάποιοι άλλοι. Και ξέρεις γιατί; Γιατί, αγαπημένε, θα έχω πλησιάσει το εγώ μου, θα έχεις γίνει πιο εσύ από ποτέ. Και ταυτόχρονα, θα έχουμε απλωθεί ήρεμα και ελεύθερα ο καθένας προς τη θάλασσα του άλλου. Τα ρούχα που ανταλλάξαμε θα επιπλέουν στο νερό ανάμεσά μας...
Joan Miró | Bleu II (1961)
Δε διαφέρουμε πολύ από αυτές τις μαύρες τελείες.
Η κάθε μια από μόνη της δεν είναι παρά μια μαύρη τελεία, και ίσως κανείς να σκεφτεί ότι μπορεί να φτιάξει κι εκείνος πολλές τέτοιες μαύρες τελείες, ίσως ακόμη και καλύτερες. Όλες μαζί όμως, σε αυτό το συνδυσμό θέσεων, χρωμάτων και αλληλεπιδράσεων, απαρτίζουν έναν εξαιρετικό πίνακα. Και μέσα στο σύνολο, η κάθε μαύρη τελεία αποκτά το χαρακτήρα της, γίνεται μοναδική. Εξάλλου, δεν είναι όλες ίδιες!
Έτσι κι εμείς, μέσω της συνύπαρξης με τους άλλους γινόμαστε ο εαυτός μας. Κάποιος πάντα μας εμπνέει και μας κινητοποιεί, μας ξεκλειδώνει. Φίλος, γονιός, δάσκαλος, άγνωστος, τυχαίος, μακρινός, πλατωνικός... Κάποιος! Εν αγνοία του... Μέσα από μια διαρκή διαδικασία σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και ετεροπροσδιορισμών, η εικόνα συμπληρώνεται. Σ' αυτήν έχουμε θέση αυτόνομη, ξεχωριστή, έχουμε ταυτότητα.
Κι ας είναι μόνο στιγμιότυπο, εικόνα μαγική, που αλλάζει κάθε τόσο.
Πάντα πίστευες ότι είναι λίγος ο χρόνος, ότι είναι πολλά τα θέλω... Αν μπορούσες να έχεις την ελευθερία να επιλέξεις! Αχ... τότε θα ήταν όλα καλύτερα, όλα θα έπαιρναν το δρόμο τους ήρεμα και τακτοποιημένα και θα μπορούσες να προλάβεις και να καταφέρεις τα πάντα!
Και να που αυτή η ελευθερία σου δόθηκε καλή μου! Η πολυτέλεια του χρόνου... Η ευκαιρία σου να κατακτήσεις τον κόσμο! Όχι, δεν την εκμεταλλεύτηκες, το ξέρω. Όχι, νομίζω πως σε τρόμαξε! Και την άφησες ήσυχη στην άκρη, κοιμήθηκες στη σκιά της...
Σήμερα όμως... Σήμερα κάτι άλλαξε! από την αρχική στάση ως τις λεπτομέρειες...
Κι είναι αυτές οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, μικρά πράγματα, τυχαία γεγονότα που μπορούν να αλλάξουν το μικρόκοσμό σου!
Και το ξέρω πως τώρα πια δεν πιστεύεις στην πολυτέλεια. Πιστεύεις στα ερεθίσματα που σε προκαλούν συνεχώς... Κυνήγησέ τα!
από την έκθεση για τον Πικιώνη στο Μουσείο Μπενάκη | πλακόστρωση στο λόφο του Φιλοπάππου
Σας παρακαλώ κύριε! Μα πώς θα περάσω, από πάνω σας; Σηκωθείτε παρακαλώ! Μα, πού να πάω, δε χωράμε!Λίγη ευγένεια, η ευγένεια ξέρετε λείπει από τους νέους!Εμένα μου λέτε; Τουρκίαέχουμε καταντήσει πια! Τόσοι ξένοι... ε, βέβαια, αυτά έμαθες στο σπίτι σου, άξεστε! Λίγη ησυχία, σας παρακαλώ! Ηρεμήστε πρωί πρωί! Δεν έχουμε την όρεξή σου κυρά μου!!! (ουρλιάζοντας) Ο Μητσοτάκης... Ε, ας μη γινόμαστε ρατσιστές! Μα, χώρα είναι αυτή; Τί σημαίνει ρατσισμός κορίτσι μου; Μάθατε τώρα μια λέξη και την τσαμπουνάτε!... Ο Μητσοτάκης, ναι, αυτός φταίει για όλα! Και ο Καραμανλής, ο γέρος! Α, εδώ θα διαφωνήσω, δεν ξέρεις τί λες μου φαίνεται! Ωχ, ωχ, ωχ! Το νύχι μου... Αχ μη βρε κύριε στο νύχι μου! Αυτοί φέρανε τη χώρα σ' αυτήν την κατάσταση! Αδιέξοδο! Συγγνώμη, πονάτε; Ε, νύχι είναι βρε κύριε, πονάει, τι να κάνει; Το ξέρω, το ξέρω ότι δεν το θέλατε, θα περάσει... αχ, αχ! Είκοσι λεπτά περίμενα στη στάση! Μη σπρώχνετε άλλο, δε χωράμε! Πήγαινε λίγο κατά κει, να κατέβω! Μανία, να κάθονται όλοι τους στην πόρτα! Πάνε πιο μέσα, κοπελιά! Οδηγέ, βάλε λίγο μουσική να ηρεμήσουνε!ΗΣΥΧΙΑ!!!! Γιατί κι η Παπαρήγα καλύτερη είναι; Όλοι τους σκότωμα θέλουν! Να μπει με τα καλάσνικοφ ο κόσμος στη βουλή... Όχι, κυρία μου, εμείς φταίμε που τους ψηφίζουμε! Αχ, καζάνι έγινε το κεφάλι μου, κυριακάτικα! Κλείσε πια το καβουρντιστήρι το στόμα σου κυρά μου! Οι ξένοι τα φταίνε όλα! Κι εμείς τους δίνουμε δουλειά, τα χαϊβάνια!Όχι, δεν είναι έτσι! Μόνο σε όσους δεν έχουν χαρτιά δίνουν δουλειά! Εγώ που είμαι νόμιμη είμαι πόσους μήνες άνεργη, κανένας δε με παίρνει, πρέπει να μου πληρώνει 100 ευρώ παραπάνω για το ΙΚΑ! Χωρίς δουλειά, άνεργη, και πληρώνω τους φόρους και 150 ευρώ το μήνα στο ΙΚΑ! Από πού να τα βρω; Εμένα που με βλέπετε, τρεις φορές μου ανοίξανε το σπίτι! Με τακαλάσνικοφ στη βουλή, ναι, και να τους καθαρίσουμε όλους πρέπει! Όλοι βρώμικοι είναι! Βρωμιάρηδες, μαύροι! Να γκαμήσου! Εγκώ ντεν πειράζει κανέναν! Ούτε ένας να μη μείνει! Εμένα που με βλέπεις, 70 χρονών είμαι και έχω εφτά φορές να ψηφίσω! Κι εγώ δεν ψήφισα την τελευταία φορά! Μπράβο, και βλέπετε τα αποτελέσματα! Σαν τα πρόβατα στη σφαγή μας πάνε! Μας κάνουν ό,τι θέλουν! ΣΚΑΣΤΕ ΠΙΑ!!! Έχει γεμίσει η Αθήνα ξένους! Να φύγουμε, η μόνη λύση!Εσείς οι νέοι είστε το μέλλον! Όργανο της Αμερικής είναι κι αυτός... Μην τα ακούς αυτά, οι Κινέζοι κυβερνούν τον κόσμο!Κιτρινιάρηδες, ετοιμάζονται να μας επιτεθούν!!Μόνο με αίμα πρέπει να γίνει η Επανάσταση του κόσμου! Μόνο έτσι θα πιάσει!Να τους σκοτώσουν και τους 300 της Βουλής! Σφαγή να γίνει! Κι οι Έλληνες ήταν μετανάστες κάποτε! Και θα ξαναγίνουν σύντομα! Σας παρακαλώ, μη σπρώχνετε άλλο! Δεν μπορώ να κλείσω την πόρτα! Δε χωράτε άλλοι, δεν το βλέπετε; Ας κατέβει κάποιος! Και πώς να πάω κύριε, με τα πόδια;;;Σταματήστε επιτέλους αυτές τις απεργίες! Τον κοσμάκη ταλαιπωρείτε! Να μιλάτε πιο ευγενικά! Είκοσι λεπτά περίμενα στη στάση! Τι ευγένεια, εδώ είμαστε σε στάβλο!!!Δεν καταλαβαίνετε, δε θα 'χουμε να φάμε σε λίγο! Κανείς μας... Ένα παράθυρο, ανοίξτε! Τι μετανάστες κι Έλληνες! Ανοιχτά είναι, δε βλέπεις;;; Αμ, θα μας σκοτώσει αυτός έτσι όπως πάει...Μήπως βλέπω και μέχρι το παράθυρο;; Εμένα που με βλέπεις, έφτυσα την Μπακογιάννη μέσα στο ζαχαροπλαστείο! Μμμ, και κάτι καταφέρατε! Δεν ταράζεται ο κώλος τους, είναι μαθημένοι όλοι τους! Μια χούντα μας χρειάζεται!Τύφλα να 'χει η Παξινού μπροστά στους βουλευτές μας, από υποκριτική ξέρουν καλά!Μου το χτυπάτε λίγο; Μην ανακατεύετε τους ηθοποιούς με τους πολιτικούς! Οι ηθοποιοί ποιούν ήθος!!!Ηθοποιός σημαίνει φως!
Ένα τρόλεϊ. Μια διαδρομή. Ένα πρωί Κυριακής. Λίγα λεπτά. Πόσοι άνθρωποι. Πόσες ζωές. Πόσα άγχη. Πόσοι φόβοι. Πόσα προβλήματα. Επικοινωνία. Ανάγκη.
Μοιάζει με θεατρικό βασισμένο σε κάποιο κείμενο του Ψαθά ή του Τσιφόρου, για μια τρελή Αθήνα μιας άλλης εποχής. Είναι όμως πραγματικότητα... Αρχή του χρόνου, Κυριακή, ο κόσμος δεν έχει ξεκινήσει ακόμα να δουλεύει. Κι όμως, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλα ξεσπούν! Ένα ολόκληρο τρόλεϊ που ασφυκτιά από κόσμο αρχίζει να φωνάζει. Αιτία απροσδιόριστη. Ο κόσμος βρίσκει βήμα να εκφραστεί, τα προβλήματα τον πνίγουν πια και τα λέει όπου μπορεί. Τα νεύρα είναι τεντωμένα...
Πού πήγαν οι ήρεμες Κυριακές στα λεωφορεία; Τότε που όλος ο κόσμος έμοιαζε να πηγαίνει βόλτα και χαμογελούσε (ναι, χαμογελούσε!) και που όλοι οι μαύροι ήταν ντυμένοι πολύχρωμα με τα καλά τους (αυτά τα μακριά, φαρδιά, υπέροχα εκκεντρικά) και πήγαιναν μάλλον εκκλησία ή κάτι τέτοιο;
Οι μόνοι που γελούσαν σήμερα ήταν αυτοί που έμοιαζαν να μην έχουν τίποτα να χάσουν, να μην έχουν τίποτα...
Κι εγώ... Κι εγώ γελούσα από μέσα μου. Ένιωσα για μια στιγμή ότι είμαι στο θέατρο, ότι είναι θέατρο η ζωή κι εγώ ένας ρόλος! Ένιωσα να βγήκα λίγο έξω απ' την κατάσταση...
κι όταν κοιτάς από ψηλά... μοιάζει η γη με ζωγραφιά...
Ο περίπατος...
Πόσα πολλά χωράνε σε μια βόλτα... Πόσες σκέψεις, πόσοι άνθρωποι, πόσες ζωές, πόσες εικόνες, πόσες αναμνήσεις, πόσες κουβέντες, πόσα βλέμματα...
Οι φωτογραφίες είναι από μια βόλτα στην Αθήνα με άλλο μάτι, μισό μήνα πριν. Και ευχαριστώ τη φίλη μου που μου χάρισε αυτές τις εικόνες στη βόλτα και την όμορφη συζήτηση.
Σε περιμένω μπροστά από την οθόνη. Η μικρή, χαρούμενη κουκκίδα σου αναβοσβήνει. Εμφανίζεται, με το όνομά σου... Και χάνεται, με ένα δυναμικό, ξαφνικό, χαρούμενο σάλτο! Έχει αυτοπεποίθηση. Σου μοιάζει κατά βάθος. Η δική μου μάλλον μοιάζει σ'εμένα, είναι πιο παρορμητική. Κάποτε, οι κουκκίδες μας πλησιάζουν, έρχονται κοντά, ανταλλάσσουν ένα βλέμμα, δυο λέξεις. Και μετά... Μετά υπάρχει πάλι ένα σύννεφο από μικρές χαρούμενες κουκκίδες!
Καληνύχτα
Όχι, όχι... Δεν είναι ακόμα μια νοσταλγική και μελαγχολική σκέψη που φέρνει αυτό το βιντεάκι εδώ!
Τί καλύτερη αρχή για τη νέα χρονιά από τα χρώματα, τους ήχους, τη φρεσκάδα και την αισιοδοξία που μας μεταφέρουν αυτά τα παιδάκια;
-Σσσσσ! θα κάνει τον ήλιο να ανατείλει! (με ανυπομονησία ο μικρός)
-Έκανε τον ήλιο να ανατείλει! (έκπληκτη η μικρή!)
[είναι από την ταινία Orfeo Negro (1959), που διηγείται με το δικό της τρόπο μια ιστορία του Ορφέα και της Ευριδίκης]