Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ηλιοβασίλεμα

Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις.
 - [...] Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ' έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα...
[...]
- Μα τώρα θα κλάψεις!
- Ναι, σωστά.
- Και τότε τί κέρδισες;
- Κέρδισα, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.
[Ο Μικρός Πρίγκηπας, κεφ. ΧΧ]

Θυμάσαι, ήσουν 8 χρονών, μικρή, αδύνατη με κόκκινη καρό φουστίτσα, κόκκινο καλσόν και φθαρμένα μποτάκια. Περίμενες την Τετάρτη για να διαβάσεις το Μικρό Πρίγκηπα. Υπολόγιζες τη βδομάδα σου γύρω από την Τετάρτη. Και ήξερες ότι είχες περίπου δύο ώρες το απόγευμα για να καθίσεις αναπαυτικά και ήρεμα μαζί με το βιβλίο που μύριζε εφηβεία του μπαμπά και σκονισμένο ράφι. Δύο ώρες για να ταξιδέψεις με την αλεπού και το τριαντάφυλλο. Δύο ώρες για να χωρέσεις στην παιδική σου φαντασία όλα εκείνα τα παράξενα. Δύο ώρες κάθε Τετάρτη.


 


Είναι τα χωράφια με το στάρι, η μνήμη μιας σφαίρας, η εικόνα αυτού που δεν υπήρξε. Είναι το ποτέ που ενυπήρξε στο πάντα. Είναι οι μέρες που δε χωράς πουθενά. Που θέλεις να πάρεις τη φανταστική σου σχεδία και να φύγεις για άλλους κόσμους. Είναι οι φορές που τίποτα δε σου μοιάζει αρκετό. Είναι οι στιγμές που τα πάντα μπορεί να σε συγκινήσουν.

Κι εσύ, που κρύβεσαι δειλά πίσω από τις πολυκατοικίες, γύρνα πίσω. Παίρνεις μαζί σου κάτι από μένα.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

τα γεμάτα απογεύματα

Είναι εκείνα που δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάνε.

Όλα λέγονται, ήρεμα και απλά, με ή χωρίς λέξεις. Ένα δάκρυ, λίγο πριν κυλήσει. Λαμπυρίζει εκεί, στην άκρη του ματιού σου, παίζει κρυφτό με το δικό μου, που χάνεται πίσω από μια βλεφαρίδα. Δίνουν ραντεβού στα όνειρά τους. Πλατωνικό. Ανταλλάσσουν ίσως δύο σκέψεις κι ένα χαμόγελο. Ένα ηλιοβασίλεμα, μερικά δέντρα. Φύλλα στον ουρανό, με φόντο τα σύννεφα. Φύλλα τόσο ελεύθερα όσο και παγιδευμένα, δεμένα γερά σ' αυτή τη γη. Με φόντο πάντα τα σύννεφα. Μυρωδιά δροσοσταλίδας στον ανοιξιάτικο άνεμο. Μια ελαφριά αύρα αναμνήσεων. Οι δικές σου αναμνήσεις. Οι δικές μου αναμνήσεις. Ίσως κάποτε συναντήθηκαν κρυφά, χωρίς να το ξέρουμε. Ένα απαλό αεράκι νοσταλγίας. Για το μέλλον σου. Για το μέλλον μου. Μικρή γλυκιά μελαγχολία. Ένα γέλιο, αβίαστο. Ξεσπάει ξαφνικά από το πρόσωπό σου. Κάνω ρυτίδες όταν γελάω. Μα νιώθω ομορφότερη. Χωρίς μάσκες.

 [Φωτογραφία _ αυτό είναι το χρώμα των ονείρων μου _ Joan Miró _ 1925]


Τα γεμάτα απογεύματα.

Είναι εκείνα που δε θέλεις να τελειώσουν. Που θέλεις να κρατήσεις για πάντα ανέπαφα. Σαν αυτή τη φωτογραφία ονείρων. Ευτυχώς μπορείς πάντα να ανατρέχεις σ' αυτά. Και να αναδημιουργείς νέα.


για όσους μου χάρισαν κάποτε ένα γεμάτο απόγευμα... ή πρωινό...

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

μαθήματα συμπεριφοράς

Αττικό Μετρό. Έτος 2011.

Ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Παρακαλείστε να αναμένετε την αποβίβαση των επιβατών από τους συρμούς πριν επιβιβαστείτε σε αυτούς.
Άφιξη του συρμού. Συνωστισμένος κόσμος, όλοι μπροστά από την κόκκινη γραμμή της αποβάθρας. Όλοι αναμένουν εναγωνίως την πόρτα να ανοίξει, με τη μύτη κολλημένη πάνω στο συρμό. Δειλά δειλά βηματάκια προς τα πίσω, μαζική έξοδος από το τρένο.
Επιβάτες αναμένουν στην αποβάθρα, μπαίνουν αργά αργά στα βαγόνια. Οι πόρτες του συρμού κλείνουν απότομα, κόσμος εγκλωβίζεται στις αυτόματες πόρτες. Μπιιιπ μπιιιιιπ... Ξανά απόπειρα να κλείσουν οι πόρτες, ακόμα ο κόσμος παλεύει να μπει. Μπιιιπ μπιιιιιιπ...
Στριμωξίδι, σπρωξίματα, κακό. Θα περάσω και από πάνω σου αν χρειαστεί. Αρκεί να μπω μέσα. Αρκεί να χωρέσω. Προτού κλείσουν οι πόρτες.

Χωρίς σχόλια. Είναι η παιδεία που έχουμε.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

ονειρομπερδέματα

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο έρχονται τα όνειρα που βλέπεις. Όχι αυτά που συνειδητά κάνεις, με το νου και τη φαντασία σου. Αυτά που έρχονται στον ύπνο σου και σε αιφνιδιάζουν. Ακόμα πιο εντυπωσιακός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα όνειρα διαδέχονται το ένα το άλλο, μπερδεύουν και ανακατεύουν την πραγματικότητα με τον παραλογισμό. Ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά τελικά σου φαίνονται φυσιολογικά. Ένα σπίτι που δεν είναι σπίτι σου, πράγματα που δε σου ανήκουν, καταστάσεις στις οποίες ποτέ δε βρέθηκες, συνδυασμοί προσώπων και γεγονότων που ποτέ δεν είχες τολμήσει να κάνεις... Και μια αίσθηση γλυκιά και παράξενη με το ξύπνημα...

Ταξιδεύεις κάθε μέρα. Μακρύτερα από εκεί που σκεφτόσουν ότι θα μπορούσες να φτάσεις. Μερικές φορές αυτό είναι αρκετό.


Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

στη Χλόη...



Στη Χλόη, τη μεγάλη πόλη, τα άτομα που περπατάνε στους δρόμους δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Σε κάθε τους συναπάντημα φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά.
[Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, σ.. 73]

Η Χλόη δεν είναι πολύ μακριά από μας, είναι μια από τις πόλεις που κρύβονται μέσα σ' αυτήν που ζούμε. Και μερικές φορές είναι ακριβώς έτσι. Μεγάλη. Ηδονική με ένα δικό της τρόπο. Χωρίς λόγια. Με μια παράξενη, ιδιόρρυθμη, δική της επικοινωνία. Στη φαντασία μας.

άνθρωποι και μέρες

Κάποτε, όσο ήμουν παιδί, μισούσα τις Δευτέρες. Έφερναν μαζί τους ένα βάρος που δεν μπορούσα να σηκώσω. Με παρέσυραν σ' ένα ρυθμό που δεν ήταν για μένα. Και τις μισούσα. Παθητικά.
Μεγαλώνοντας, άρχισα να μισώ τις Παρασκευές. Ήταν κουρασμένες, φορτωμένες με μια βδομάδα που αδημονούσε να τελειώσει. Ταυτόχρονα, ήταν τεμπέλικες. Σχεδόν άχρηστες. Από αυτές τις νωθρές μέρες που δεν κάνεις τίποτα, απλώς περιμένεις να περάσουν. Περίμενα τη βδομάδα να κλείσει.
Εδώ και λίγο καιρό, νιώθω παράξενα με τις Κυριακές. Δεν ξέρω αν τις μισώ. Αλλά με ενοχλούν. Με αγχώνουν. Με στήνουν στον τοίχο. Μου θυμίζουν πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, έτσι καθώς με φέρνουν αντιμέτωπη με όλη τη βδομάδα που πέρασε. Που τέλειωσε. Το ηλιοβασίλεμα κοκκινίζει τον ουρανό αργά και βασανιστικά, η Δευτέρα φαντάζει μακρινή παραδεισένια όαση.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

αναμνήσεις

Μόλις διάβασα το κείμενο της Μαρίας στον Υπογραμμιστή, με αναμνήσεις από την πρώτη ημέρα των Πανελλαδικών. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στις δικές μου μνήμες που ήρθαν ξαφνικά, να αντιπαρατεθούν σ' εκείνες της Μαρίας.



Οι δικές μου Πανελλήνιες λοιπόν... Μετά από 5 ολόκληρα χρόνια. Θυμάμαι στιγμές. Σκόρπιες και ανάκατες. Εικόνες. Χρώματα. Ήχους. Μερικές μυρωδιές. Τίποτα το συγκεκριμένο. Τίποτα το συνεχόμενο.

Το μάθημα της Έκθεσης στο φροντιστήριο, παραμονή της εξέτασης. Αγχωμένοι συμμαθητές με χέρια που έτρεμαν, μια κοπέλα που ξέσπασε σε κλάμματα. Τελευταίες συμβουλές και υπενθυμίσεις, τόσο ξένες σε μένα. Τόσο άχρηστες. Μη γράφεις τόσο λογοτεχνικά, το ύφος σου να είναι δοκιμιακό. Δεν άκουγα, είχα κατεβάσει ρολά. Ήμουν απλά χαρούμενη που αυτό το μαρτύριο του δοκιμίου επιτέλους θα τελείωνε. Σε μία μόλις μέρα. Ήμουν ήρεμη, ή ίσως μουδιασμένη. Τα τρομερά πιτσάκια της μαμάς, με μοτσαρέλα και ρόκα. Το σχεδιάγραμμα που ποτέ δεν έκανα, που ποτέ δεν είχα συνηθίσει να κάνω. Αγωνιώδη χέρια τριγύρω μου να γράφουν μανιωδώς στο πρόχειρο, κι εγώ να κοιτάζω το θέμα. Κατάματα, περιμένοντας να μου μιλήσει. Και ύστερα τη λευκή μου κόλλα, στήνοντας στο μυαλό μου την εικόνα του κειμένου. Κάπου εδώ θα φτάσει. Αγχώδεις ερωτήσεις, στο προαύλιο του σχολείου. Υπέροχο φαγητό στο σπίτι. Και ύπνος. Πολύς, βαθύς ύπνος.
Το κόκκινο παντελόνι, το άσπρο μπλουζάκι με τις κόκκινες ρίγες. Πίστευα ότι είναι τυχερό. Το άσπρο λινό μου παντελόνι. Πήγα τουαλέτα, με συνοδεία μιας χοντρής επιτηρήτριας που άνοιξε το καζανάκι ψάχνοντας για τα σκονάκια που δεν είχα. Γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα συμμαθήτριας καημενούλα, έχεις χάσει 10 λεπτά! Ο φόβος των ημερών, μη χυθεί νερό επάνω στο τετραδιάκι με τις απαντήσεις... Τα τυροψωμάκια της μαμάς, με δυόσμο και βασιλικό από το μπαλκόνι μας. Τα οχτασέλιδα (!) θέματα της Φυσικής, σκέφτηκα ότι μόνο για να τα διαβάσω θα χάσω πολύ χρόνο! Η απρόσμενη ψυχραιμία μου σε στιγμές που δεν περίμενα. Τα απογεύματα στο φροντιστήριο, που μόνο εγώ είχα διάθεση για πλάκα... Εκείνο το απόγευμα στο σπίτι που αποκοιμήθηκα καθιστή στο κρεβάτι προσπαθώντας να βγάλω τα παπούτσια μου. Το τριήμερο που πέρασα απαγγέλλοντας τη Βιολογία κατεύθυνσης, που βγήκα από το σπίτι μόνο για να πάρω εφημερίδα μια Κυριακή μεσημέρι.
Η αφόρητη ζέστη, τα βράδια στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να εξηγήσω πράγματα που σε λίγες ώρες θα έπαυαν να έχουν σημασία. Οι τακτοποιημένες σημειώσεις, που σε λίγες ώρες θα έμεναν για πάντα στο ράφι. Τα αγχωμένα μεσημέρια στο φροντιστήριο, τα κλάματα δίπλα μου, οι παρηγορητικές αγκαλιές. Το καφέ λινό παντελόνι της κοπέλας στο Σχέδιο που είχε άσπρους λεκέδες από τον ιδρώτα, πίσω από τα γόνατα. Το πενάκι που παραλίγο να τρέξει πάνω στην κόλλα μου. Παραλίγο. Τα πράσινα παράθυρα της αίθουσας.
Δεν κοιμήθηκα το βράδυ πριν την ανακοίνωση των βαθμολογιών. Την παραμονή της ανακοίνωσης των βάσεων έβλεπα εφιάλτες, ότι έχανα τη Σχολή για 2 μόρια. Θυμάμαι την παρηγορητική βόλτα στο ΙΚΕΑ εκείνο το πρωί, πριν μάθουμε τις βάσεις. Θυμάμαι τη φίλη που έχασε τη Σχολή για 7 μόρια. Ίσως της βγήκε σε καλό τελικά. Θυμάμαι το τηλεφώνημα που με ενημέρωσε για την επιτυχία (η βόλτα στο ΙΚΕΑ είχε τραβήξει λίγο παραπάνω...).  Θυμάμαι...

Δε διάβαζα πια. Δεν ένιωθα πια. Ο χρόνος είχε σταματήσει για μένα. Μόνο κοιμόμουν. Πολλές, πολλές ώρες. Δεν ξέρω αν έβλεπα όνειρα. Και κάθε φορά, σε κάθε μάθημα, άδειαζα κι από ένα φορτίο. Άφηνα τις ατελείωτες ώρες προσπάθειας σε μια κόλλα χαρτί. Οριστικά.
Τελευταία μέρα των Πανελλαδικών πήγα για ψώνια. Μου αγόρασα ένα θαυμάσιο αέρινο μεταξωτό φαρδύ τιραντάκι. Είχα ραντεβού το βράδυ. Ήταν για 5 καλοκαίρια το αγαπημένο μου. Φέτος είναι πια τρύπιο... Μαζί μ' αυτό φθείρονται και οι αναμνήσεις μου.

Ναι, τα πράγματα παίρνουν την πραγματική τους αξία αφού τα ζήσεις, αφού τα ξεπεράσεις. Όταν μπορέσεις να τα δεις με ψυχρό βλέμμα. Και τότε οι αναμνήσεις σου μοιάζουν παράξενες. Αλλόκοτες. Αλλοπρόσαλλες. Σπονδυλωτές. Ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής τους της ιδιοτυπίας να σου είναι χρήσιμες. Ακριβώς τώρα. Που οι φόβοι έχουν πια περάσει, που τα όνειρα έχουν αλλάξει. Που οι στιγμές έχουν γίνει φωτογραφίες στο υποσυνείδητο, που ανασύρεις με αφορμή το κείμενο της Μαρίας.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

όμορφοι άνθρωποι

Όμορφοι άνθρωποι. Ο καθένας διαφορετικός, μα όλοι όμορφοι. Ζούμε σε πόλεις με όμορφους ανθρώπους. Αν κοιτάξεις καλά θα τους βρεις ανάμεσά σου. Δίπλα σου. Παρατήρησέ τους. Γελάνε. Μυρίζουν όμορφα. Είναι περιποιημένοι. Είναι κουρασμένοι. Είναι παράξενοι, αστείοι, αταίριαστοι. Είναι ευχαριστημένοι. Μπορείς να γίνεις κι εσύ ένας όμορφος άνθρωπος. Να ακτινοβολείς όλη τη θετική σου ενέργεια. Να χαμογελάς με όλη σου τη δύναμη. Να μοιάζεις αστείος. Μπορούμε να έχουμε πόλεις γεμάτες με όμορφους ανθρώπους.


Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

πρωτομαγιά...

Γι' αυτό το σημερινό κείμενο έχω την τύχη να έχω "συνεργάτη", την πιο υπέροχη μαμά του κόσμου!

Πρωτομαγιά. Και ταυτόχρονα τελευταία ημέρα των διακοπών μας. Είμαστε και οι δύο πολύ κουρασμένες, πολύ αγχωμένες και κάπως μελαγχολικές, για λόγους που συμπίπτουν και απομακρύνονται, σαν να τρέχουν πάνω σε ομάδες τεμνόμενων κύκλων.
Αυτή τη μέρα θα την περάσουμε ολόκληρη μαζί. Θα κάνουμε εκείνη την περίφημη βόλτα, θα πάρουμε καθαρό αέρα, θα μιλήσουμε, θα τραβήξουμε φωτογραφίες και αν είμαστε τυχερές θα μαζέψουμε και μερικα λουλούδια. Παπαρούνες κατά προτίμηση.
Αυτή η μέρα όμως ξεκίνησε με συννεφιά. Συνέχισε με περισσότερη συννεφιά και ψύχρα. Σαν να ήταν θυμωμένη, με τον εαυτό της, με το Πάσχα που έφυγε, μ' εμάς που ανυπομονούσαμε για χάρη της. Θα κάνουμε Πρωτομαγιά στο μπαλκόνι, φυτεύοντας τα λουλούδια μας, κλαδεύοντας τα δεντράκια μας, δεν πειράζει.
Συνεχίστηκε όμως με πολύ μαγείρεμα, μερικές αναγκαστικές διαδρομές στη βροχή (καμία σχέση με ονειρεμένη βόλτα) κι άλλες δουλειές στο σπίτι. Ας φροντίσουμε τουλάχιστον το μπέντζαμιν.
Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν, που έχει την ηλικία μου, αλλά είναι δέντρο ολάκερο, φτάνει ως το ταβάνι και αναγκάζεται να λυγίζει τα κλαδιά του και να μένει πάντα σκυφτό. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν που δε χωράει σε καμιά γλάστρα πια και δεν μπορούμε να το σηκώσουμε για να το αλλάξουμε θέση. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν που φέτος ξεράθηκε τελείως σε μια ξαφνική παγωνιά. Που όλα του τα φύλλα έγιναν αδύναμα, χλωμά και κίτρινα, που τα κλαδιά του σπάνε με ένα απλό άγγιγμα. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν έγινε πια ένα ξερό δεντράκι, μοιάζει γερασμένο, με κουρασμένα κλαδάκια έτοιμα να πέσουν κι αυτά. Καθώς έβλεπα τα φύλλα να πέφτουν σκέφτηκα ανθρώπους στο χιόνι, με άκρα παράλυτα από το κρύο και μόλις που συγκράτησα ένα δάκρυ. Δεν ξέρω τί θα κάνουμε χωρίς το αγαπημένο μας μπένζαμιν στο σπίτι.
Ακολούθησε καθαριότητα, μια βαλίτσα σε αναμονή, και διάβασμα. Και πολλά χαμόγελα. Κι ένας καβγάς, αλλά είναι όλα μέσα στο πρόγραμμα! Και είμαστε ακόμη εδώ, στο τραπέζι που παλιά καθόμασταν, κάθε χρόνο τέτοια μέρα και ετοιμαζόμασταν για τα σχολεία μας. Δεν πήγαμε την περιβόητη βόλτα τελικά.
Πρωτομαγιά. Και ταυτόχρονα τελευταία ημέρα των διακοπών μας. Μπορεί να μην πήγε όπως τη σχεδιάσαμε αλλά ήταν και πάλι γεμάτη. Γεμάτη αγάπη. Από αυτήν την αναντικατάστατη ατελείωτη αγάπη της μαμάς. Από αυτήν που πάντα θα κρατάμε, τον υπόλοιπο καιρό που δε θά 'χουμε πια διακοπές. Που δε θά 'χουμε αυτά τα βράδια στο τραπέζι με τα απλωμένα βιβλία και τη διάχυτη ατμόσφαιρα γαλήνης και τρυφερότητας.

Ευχαριστώ!



Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

βλέμμα ψηλά

Κοίτα πάνω. Στην πόλη σου, οπουδήποτε. Σήκωσε για λίγο τα μάτια απ' το έδαφος.











Ένα παρελθόν. Και ταυτόχρονα ένα πιθανό μέλλον. Γεμάτο αναμνήσεις. Χωρίς υποσχέσεις. Μοιάζει θλιμμένο, φυλακισμένο σ' ένα σώμα που έχει πια γεράσει. Που δεν το ποθεί πια κανείς.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΝΤΑΙ αλλά για ποιόν; Από ποιόν; Ταμπέλες που βρίσκονται στην ίδια θέση εδώ και χρόνια... Ανέγγιχτες. Είναι αλήθεια ότι είναι ακόμα στη νοοτροπία μας η αντιπαροχή του '60, το καινούριο, το τεχνολογικά προηγμένο, αυτό που έχει όλες τις ανέσεις, τα κλιματιστικά, τα κουφώματα αλουμινίου. Είναι αλήθεια ότι για το μικροαστό είναι αδύνατον (οικονομικά κυρίως) να συντηρήσει τις μνήμες, το παρελθόν, να εξελιχθεί μέσα από αυτό. Είναι αλήθεια ότι τα θέματα της καθημερινότητας, αυτά τα τετριμμένα, μπορεί να γίνουν τόσο πιεστικά και απαιτητικά που να μην αφήνουν χρόνο και δύναμη ούτε καν για τη σκέψη, αυτή τη φευγαλέα και στιγμιαία.

Γι' αυτό τουλάχιστον κοίτα πάνω πού και πού. Και πέτα. Στη γη, λίγος ρομαντισμός δεν μπορεί να σου κάνει κακό.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

samba mood

Απόγευμα στο σινεμά, ταινιάκι για παιδιά μικρά και μεγάλα... 3d animation ΡΙΟ, μεταγλωττισμένο στα ελληνικά φυσικά! Η ατμόσφαιρα τεμπέλικη... Στην είσοδο κανείς για τα εισιτήρια, το κυλικείο κλειστό. Περάστε να ξεκινήσουμε την ταινία και στο διάλειμμα που θα έρθει το ταμείο κόβετε και εισιτήριο! λέει ο τεχνικός κι έτσι γίνεται...
Το σινεμά σχεδόν άδειο, μόνο μερικά 7χρονα, 8χρονα κι 9χρονα με τους συνοδούς τους. Και μέσα στο σκοτάδι γελάκια παιδικά, χαχανητά και τι είπε τί είπε μπαμπά και καθυστερημένα γέλια. Με μια ματιά τριγύρω βλέπεις μικρά γυαλιστερά αθώα βλέμματα και χαμόγελα. Κάποια στιγμή ακούγεται το τραγούδι Mas que nada στην ταινία, σε καινούρια εκτέλεση αλλά δεν έχει και πολλή σημασία, και τα μικρά κεφαλάκια κουνιούνται ρυθμικά, χωμένα όπως είναι στα αναπαυτικά καθίσματα. Θα μου το βάλεις στο σπίτι να χορέψουμε;;; μου ψιθυρίζει η οκτάχρονη συνοδός μου και με τραβάει απ' το μανίκι...
Στην έξοδο κόβουμε τα εισιτήρια (!!!) και σε όλο το δρόμο της επιστροφής σιγοψιθυρίζουμε παράφωνα τα λόγια και περπατάμε-χοροπηδάμε στο ρυθμό. Με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου να χαϊδεύουν νωχελικά τις πλάτες μας καθώς κατηφορίζουμε...

ο Μουσάτος

Βράδυ Μεγάλου Σαββάτου, λίγο πριν την Ανάσταση. Μικρή γραφική εκκλησία σε επαρχιακή πόλη. Παππούδες, γιαγιάδες, παιδάκια, καρότσια, βαριεστημένοι έφηβοι που αδημονούν για την επερχόμενη εξόρμηση στα κλαμπ της περιοχής, καλοντυμένες κυριούλες με φουντωτές κουπ κομμωτηρίου (η κυρία Νίτσα πάλι χτένιζε ως τις 10 μ.μ.). Λαμπάδες μπάρμπι, άξιονμαν, ντόρα, πάτι και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας! Φωνές και κλάματα, αγκαλιές, ματς μουτς, μα καλά κι εσείς εδώ χρυσή μου;;; Ατμόσφαιρα κατάνυξης δηλαδή! Κι ο Μουσάτος. Γύρω στα 28, είναι μόνος, ντυμένος απλά, με σκούρα γυαλιστερά μάτια, μελαχρινές μπούκλες και πυκνά φουντωτά μούσια, κρατάει μια απλή λαμπάδα από αγνό κερί. Δείχνει ήρεμος, απόκοσμος και ανέγγιχτος από τον γύρω πανικό.
Σβήσε τα φώτα, Παναγιώτη, τα φώτα! Και μετά ακούγεται το τσακ τσακ τσακ των διακοπτών, είπαμε είναι μικρή η εκκλησία. Παλιά και πολύ μικρή. Δεύτε λάβετε φως, ανάμικτο με μικροφωνισμούς, αν έκλειναν τελείως τα μικρόφωνα θα ακουγόντουσαν καλύτερα, τελοσπάντων! Κυριούλες που τρέχουν να προλάβουν, τακ τακ τακ τα τακουνάκια στο φθαρμένο δάπεδο. Δίπλα μου ένας κοστουμάτος με ζελέ στέλνει μήνυμα, άλλος παραδίπλα τραβάει βίντεο την τελετή, πιο πέρα ακούγεται Ναι, ναι, στο Θέατρο, στη 1, έχουμε τραπέζι! (Θέατρο: το πιο ιν κέντρο-μπουζουξίδικο της περιοχής). Ο παπάς κάτι ψέλνει, ααα ωραία τα παπούτσια σου, πολλές λαμπάδες μετακινούνται, να πάρουμε κι εμείς το άγιο φως, σιγά Γιωργάκη, θα κάψεις κανέναν! Η λειτουργία μετακινείται στο προαύλιο, βγαίνουν σε πομπή τα παπαδοπαίδια, οι παπάδες και οι ψάλτες, Παναγιώτη, την πόρτα, άνοιξε γρήγορα! (φράκαρε η πομπή, κόλλησε η παλιά πόρτα...). Με πιάνουν τα γέλια, ο Μουσάτος ατάραχος, σαν από άλλο κόσμο, προσπαθώ να κρατηθώ για χάρη του, μάλλον κάνει πολλή υπομονή ο καημένος...
Η πομπή ανεβαίνει τα σκαλάκια της Αίθουσας Τελετών του ναού, παπάδες και ψάλτες στριμώχνονται στη βεραντούλα, ψάχνουν τη σελίδα στο ασημένιο ανάγλυφο βιβλίο, κάτι ψιθυρίζουν. Τα παπαδοπαίδια όλα στη σειρά με τα εξαπτέρυγα αγκαλιά, κοιτάνε τους παπάδες με τα μούσια, κάτι λένε και κρυφογελάνε σαν μαθητούδια. Κάνουν να ξεκινήσουν την ανάγνωση του Ευαγγελίου, αποσυνδέεται και πέφτει το μικρόφωνο, μπαπ, ένας ψάλτης σκαρφαλώνει στα κάγκελα της βεραντούλας, πρόσεχε πρόσεχε τέκνον μου, ο παπάς με τα άσπρα γένια. Όλα εντάξει. Μα καλά πώς μεγάλωσες έτσι... Τηλέφωνο χτυπάει, μηνύματα, κακό... Ξεκινάει να διαβάζει ο παπάς με τα άσπρα γένια, κοιτάζουν το ρολόι τους όλοι... Μπαμ μπαμ μπαμπαμπουμπα τσσσιου φσσστ παππαππαπ παπ... Στην πλατεία η Μητρόπολη ήδη έκανε Ανάσταση, Χριστός Ανέστη, ξεκίνησαν τα πολύχρωμα πυροτεχνήματα και οι κρότοι. Αναμονή... Οι παπάδες κοιτάζονται αμήχανα, ταιριάζουν τα άμφιά τους. Ο κόσμος λέει ανέμελα τα νέα του, άλλοι κοιτάζουν τα ρολόγια τους, μυρίζει από κάπου καμμένη τρίχα, μάλλον άρπαξε η λακ από κάποια περιποιημένη φουντωτή κουπ. Ο Μουσάτος ατάραχος, κοιτάει ευθεία και πότε πότε τον ουρανό.
Πυροτεχνήματα τέλος, Σοφία Ορθή ακούσωμεν την ανάγνωση του Αγίου Ευαγγελίου... Πολλά σαρδάμ κάνει ο παπάς, ε μεγάλωσε κι αυτός, τι τα θες τώρα χρυσή μου! Γρήγορα γρήγορα, Χριστόοος Ανέεεστη... Ψέλνουν οι πιστοί μ' ένα στόμα και αρχίζουν τα φιλιά, οι αγκαλιές και οι ευχές, τηλέφωνα χτυπάνε, να εδώ στην Αγία Σοφία είμαστε... Σταματάνε οι ψαλμωδίες, συγχαίρονται και εναγκαλίζονται κι οι παπάδες, είπαμε η μικροφωνική εγκατάσταση δεν είναι αρκετά δυνατή. Ο Μουσάτος κοιτάζει ήρεμος τη λαμπάδα του. Να του πω Χριστός Ανέστη; Κάποιος πρέπει να του πει, γιατί είναι μόνος του; Μα με πιάνουν οι ντροπές μου... Συνεχίζουν οι παπάδες, Χριστόοοος Ανέεεεστη εεεκ νεεεκρών άλλες 6 φορές!
Τώρα πια τέλος, η πομπή μπαίνει ξανά στην εκκλησία, θα συνεχίσει για τους πιστούς. Όλοι μένουν έξω, φιλιά, αγκαλιές, φωνές πιο δυνατά, αβγά που τσουγκρίζουν, κινητά που παίρνουν φωτιά... Κάπου εκεί τον έχασα τον Μουσάτο, δεν είδα τί έκανε, δεν του είπα Χριστός Ανέστη.

Εννοείται ότι πήγε περίπατο η όποια διάθεση είχα να νιώσω κατάνυξη και ηρεμία εκείνο το βράδυ. Κι εγώ η αφελής που νόμιζα ότι το να πάμε στη μικρούλα Αγία Σοφία θα μας γλίτωνε από τις ορδές των πιστών του κομμωτηρίου και των κινητών, από τις λαμπάδες μπάρμπι και τα πιτσιρίκια που στροβιλίζονται γύρω από τους γονείς και κάινε μπουφάν στο πέρασμά τους... Μόνο που δεν μπόρεσα ούτε να βάλω τα γέλια με το σουρεαλ σκηνικό, ο Μουσάτος ήταν η φωνή της συνείδησης.
Αχ Μουσάτε, πόσο έπρεπε να σου πω τουλάχιστον Χρόνια Πολλά... Ελπίζω να 'σαι καλά εκεί που είσαι κι αν τύχει και διαβάσεις αυτό (ο κόσμος είναι πάντα πιο μικρός από όσο νομίζουμε) Χριστός Ανέστη!

από τη μικρούλα Αγ. Σοφία

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

αντιστροφή

Είσαι παιδί, κάπου ανάμεσα σε τεσσάρων και δέκα ετών. Είναι Μεγάλη Πέμπτη, πρωί. Ξυπνάς με δυσκολία, ντύνεσαι βιαστικά με τα καλά σου. Εκείνη έχει έρθει να σε πάρει από το σπίτι. Είναι περιποιημένη, χτενισμένη και χαμογελαστή, μόνο για σένα. Σε πηγαίνει να κοινωνήσεις. Στο δρόμο σταματάει και σου δείχνει το Παλιό Ρολόι, κάθε φορά. Σου λέει αστεία και ιστορίες. Ιστορίες από χρόνια που σου φαίνονται τόοοσο μακρινά, σχεδόν μυθικά. Στο γυρισμό σου παίρνει παγωτό, σου το 'χε τάξει. Και σε κάνει βόλτα στο παζάρι, κάθε Πέμπτη έχει παζάρι, τη Μεγάλη Πέμπτη έχει μεγάλο παζάρι, με πολύ κόσμο. Παρατηρείς τον κόσμο από κάτω, όλα σου φαίνονται τεράστια. Σταματάει όπου θέλεις, κοιτάζει τους πάγκους που κοιτάς, σου παίρνει ένα μικρό δωράκι. 
Στο σπίτι, βάφει μαζί σας τα αβγά, σου δείχνει πώς να διαλέγεις τα πιο γερά για το τσούγκρισμα. Σου μαθαίνει να κάνεις τσουρέκια, σ' αφήνει να παίζεις με το ζυμαράκι που περισσεύει και να χαίρεσαι κι εσύ. Μαλώνει τη μαμά σου που δεν έχει υπομονή και είναι αυστηρή μαζί σου. Σου φτιάχνει κι ένα τσουρεκάκι γεμιστό με σοκολάτα, συνταγή σπέσιαλ. Πανεύκολη αλλά σπέσιαλ στα παιδικά σου μάτια. Και φυσικά υπέροχη γεύση...

Δεν είσαι πια παιδί, έχουν περάσει πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια. Είναι Μεγάλη Πέμπτη, πρωί. Ξυπνάς με δυσκολία, ετοιμάζεσαι βιαστικά με τα καλά σου, εκείνα που της άρεσαν. Εκείνη ετοιμάζεται νωχελικά, την περιμένεις. Είσαι περιποιημένη, χτενισμένη και χαμογελαστή, μόνο για κείνη. Την πηγαίνεις να κοινωνήσει. Στο δρόμο σταματάει κάθε τόσο καθώς λαχανιάζει. Της λες αστεία και ιστορίες. Ιστορίες από τις κοινές σας μνήμες, όταν ήσουν παιδί. Ιστορίες από χρόνια που για τα εγγόνια σου θα φαντάζουν μυθικά. Δεν μπορείς να της πάρεις παγωτό, ίσως να τό 'θελε, αλλά δεν κάνει να φάει, φοβάται για το ζάχαρό της. Την κάνεις όμως βόλτα στο παζάρι, ακόμα έχει παζάρι κάθε Πέμπτη, μεγαλύτερο παζάρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Παρατηρεί τον κόσμο διεξοδικά, όλα της φαίνονται ενδιαφέροντα. Σταματάει παντού, κοιτάζεις τους πάγκους μαζί της, ψωνίζεις μαζί της.
Στο σπίτι, βάφετε αβγά ενώ εκείνη κοιμάται, είναι πολύ κουρασμένη για να σας βοηθήσει, ξέρεις πια να διαλέγεις τα καλά, ξέρεις και να τα βάφεις. Της δείχνεις πώς έμαθες πια να κάνεις τσουρέκια, από τη μαμά αλλά δεν έχει σημασία. Την αφήνεις να σε βοηθήσει κι έτσι χαίρεται κι εκείνη. Της ζητάς και πάλι τσουρεκάκια γεμιστά με σοκολάτα, συνταγή σπέσιαλ. Βλέπεις το απλό κολπάκι, αλλά είναι και πάλι σπέσιαλ γιατί έτσι ήταν πάντα. Έτσι το θυμάσαι από παιδί. Κι ευτυχώς εκείνη ακόμα θυμάται να το φτιάχνει. Από γεύση, δε χρειάζεται καν να δοκιμάσεις, θα είναι πάντα υπέροχη...

Η Μεγάλη Πέμπτη είναι σίγουρα η μέρα της γιαγιάς. Ήταν όταν ήσουν παιδί και θα είναι για πάντα. Οι πιο ισχυρές αναμνήσεις σου από τη Μεγάλη Πέμπτη θα συνδέονται πάντα με το Παλιό Ρολόι, το παγωτό, το φουστανάκι που σου έραψε από λευκό λινό με υπέροχα κουμπάκια, τα τσουρέκια στο παλιό τραπέζι της κουζίνας. Και έχει έρθει η ώρα να την ευχαριστήσεις γι' αυτό. Πηγαίνοντας μαζί της στην εκκλησία το απόγευμα και εξηγώντας της την αρχιτεκτονική της πόλης σας, σταματώντας σε κάθε γωνία, περπατώντας με ταχύτητα ενός μέτρου το λεπτό. Μένεις με ένα χαμόγελο στο τέλος της μέρας. Κι εκείνη με δύο, ένα γιατί περνάει καλά κι ένα γιατί χαίρεται που σε βοήθησε να γίνεις αυτό που είσαι.

[μου το τραγουδούσε με αιθέρια φωνή όταν ήμουν μικρή, της το έβαλα χθες και δάκρυσε]

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

χωρίς τίτλο

Ποτέ δεν πρέπει να μιλάμε για τις ευχές μας στους άλλους. Γιατί τις παίρνει ο αέρας και φεύγουνε. 
Και συμβαίνουν αλλού. Κι όχι σ' εμάς που τις βάλαμε...
  

Φράση από την ταινία Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: Ο Μπαμπάς μου. Σας αφήνω με το πρώτο μέρος, έτσι για να μην μπορείτε να σταματήσετε και να τη δείτε όλη...


Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

απολογισμός ΙΙΙ

Καληνύχτα.

απολογισμός ΙΙ

Κλείσε την τηλεόραση, όσο προλαβαίνεις και όποτε μπορείς. Έρχονται πάντα στιγμές που είσαι αναγκασμένος να την υποστείς, και φτάνουν για να πάρεις μια γερή δόση.

απολογισμός Ι

Οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν γίνονται και πάλι σαν τα μικρά παιδιά, όλο και περισσότερο. Μόνο που έχουν χάσει την αθωότητα, για πάντα.

διαδρομές...


 
Ταξιδεύοντας με ΚΤΕΛ στην Εθνική Οδό. Αναχώρηση από Αθήνα. Προορισμός Επαρχία (υποθέτω δεν έχει και μεγάλη σημασία πού, αρκεί να είναι μακριά). 
Λεωφορείο γεμάτο. Κόσμος ετερογενής. Φοιτητές και νέοι, εργαζόμενοι, παιδιά, γιαγιάδες, παπούδες. Κουρασμένοι, χαρούμενοι, νοσταλγικοί, ανυπόμονοι, γκρινιάρηδες, μελαγχολικοί. Υπάρχουν απ' όλα, ναι. Και ταξιδεύουν όλοι μαζί. Ύπνος, ροχαλητά, μαζί με ζωηρές συζητήσεις και ενοχλητικά τηλεφωνήματα. Μουσική από το ραδιόφωνο του οδηγού, κάθε είδους, σε κάθε απρόβλεπτη ένταση, σε όποια ώρα της ημέρας. Ποδόσφαιρο σε ζωντανή αναμετάδοση. Εξαρτάται από τα κέφια. Και μετά καμιά ταινία. Σήμερα είδα δύο. "Το φιλί της Ζωής" (ναι ελληνική, εξ' ού και το ομώνυμο άσμα...) και "Οι νύφες" στη συνέχεια! Απόλυτη συνοχή... Άλλες φορές έχω πετύχει και το Στάθη Ψάλτη, σήμερα ήμουν μάλλον τυχερή.
Από την άλλη, η ελληνική ύπαιθρος, ή μάλλον κάτι ανάμεσα σε ανέγγιχτη φύση και απόλυτο ανθρώπινο παραλογισμό. Δέντρα κάθε είδους, άναρχα φυτρωμένα ή φυτεμένα σε αλλόκοτες συστάδες (από ποιόν;;;). Χωράφια, βοσκοτόπια, πρόβατα, αγελάδες. Αναψυκτήρια - εστιατόρια για τους ταξιδιώτες, όλα με έναν αέρα που σε σέρνει δυο δεκαετίες πίσω... Ακόμα και σπίτια. Ακριβώς πάνω στο δρόμο. Χωριά που μοιάζουν ακρωτηριασμένα, ατελείωτα, κομμένα στη μέση από μια άτσαλη άσφαλτο. Καταυλισμοί (τσιγγάνων ίσως;) με τσίγκους και λαμαρίνες και άλλα παλιοσίδερα. Με τα Datsun αραγμένα στη σειρά, όλα μαύρα και κάποια κόκκινα. Και ρούχα, απλωμένα ρούχα. Ίσως και παιδικές κούνιες. Κατασκευές παντός τύπου και ευφάνταστων στατικών και μορφολογικών επιλύσεων, γεμάτες αυτοσχεδιασμούς και κακοτεχνίες. Ασυντήρητες. Κάποιες ατελείωτες, περιμένουν ακόμη τη χρήση τους, σαν σκελετοί που ποτέ δεν είχαν σάρκα, γυμνές. Κάποιες εγκαταλελειμμένες. Άλλες απλώς σε παρακμή. Με το πέρασμα του χρόνου να γράφει ξεκάθαρα πάνω τους. 
Τί τόποι είναι αυτοί; Ποιός έζησε εκεί και ποιός τους ένιωσε δικούς του; Και πάλι το μάτι πέφτει στις αναρίθμητες παπαρούνες. Κι ύστερα ξεπροβάλλουν κάστρα, μνημεία, πέτρινα κτίσματα ερειπωμένα που μαρτυρούν ότι κάποτε κάτι υπήρξε εκεί. Διαφορετικό από το σημερινό τίποτα της μετάβασης. Κάθε φορά ανακαλύπτεις καινούριες εικόνες, παρόλο που μάλλον όλα είναι ίδια όπως και τις προηγούμενες 10 φορές που πέρασες από 'κει...

Έχουν κάτι όμως αυτές οι διαδρομές. Κάτι αλλοπρόσαλλο. Μια γαλήνη απαράμιλλη. Είναι ουσιαστικά κενός χρόνος, άχρηστος. Προσφέρονται για τόσες σκέψεις... Για όλες αυτές που επί καιρό κλείδωνες σ' ένα κουτάκι με την ετικέτα Δεν προλαβαίνω τώρα... Αργότερα, έχοντας επίγνωση ότι κινδύνευε να σκάσει το έρμο το κουτάκι. Ναι, οι πανέμορφες παπαρούνες, οι σταγόνες της βροχής που χορεύουν στο τζάμι και η σουρρεαλ ατμόσφαιρα προσφέρονται ακριβώς γι' αυτές τις σκέψεις. Και όσο πιο μακρύ το ταξίδι, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα προσαρμογής. Κακά τα ψέμματα, δεν είναι απλή υπόθεση η μεταφορά από ένα τόπο σ' έναν άλλο, από ένα ρυθμό ζωής σ' έναν άλλο, από την καθημερινότητα στις διακοπές ή αντίστροφα. Και σε μια τέτοια διαδρομή έχεις όλο το χρόνο να το συνειδητοποιήσεις... Θυμάσαι, μετράς και ονειρεύεσαι. Θυμάσαι τα όνειρα του χθες που έγιναν πολύτιμη πραγματικότητα και μετά συνήθεια. Εκείνα που έμειναν απλώς όνειρα. Εκείνα που άλλαξαν. Προσπαθείς να φανταστείς το μέλλον για τα όνειρα του σήμερα. Σενάρια. 

Κάθε φορά, αυτές οι εικόνες του τίποτα γίνονται κάτι, συμβολίζουν συναισθήματα, φάσεις, ιδέες, αποφάσεις. Κάθε φορά νιώθεις ότι αυτοί οι τόποι γίνονται κάπως δικοί σου, έχεις μοιραστεί μαζί τους κομμάτια του εαυτού σου, κρατάνε τα μυστικά σου μαζί με άλλα άλλων, έτσι καταδικασμένοι καθώς είναι να βρίσκονται πάντα στο ανάμεσα
Κι οι σκέψεις τρέχουν, μαζί με τα δέντρα πίσω απ' το τζάμι, που όταν ήσουν μικρή νόμιζες ότι κινούνται, μεταναστεύοντας σαν τα πουλιά...



Σάββατο 16 Απριλίου 2011

el hombre de al lado


El hombre de al lado (O άνθρωπος από δίπλα)

Δε διαλέγεις τους γείτονές σου. Με τη φράση αυτή κλείνει το τρέιλερ της εν λόγω ταινίας από την Αργεντινή. Το θέμα της; Μάλλον οι σχέσεις των ανθρώπων, θα έλεγα. Ο τρόπος που εκδηλώνονται οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα, ο τρόπος που αντιμετωπίζονται τα προβλήματα, ο τρόπος που δημιουργούνται νέα προβλήματα... Μέσα από καθημερινά γεγονότα, λεπτομερώς παρουσιασμένα.
Η ταινία είναι γυρισμένη στην περίφημη Casa Crutchet, το μοναδικό σπίτι του Le Corbusier στη Λατινική Αμερική.
Σ' αυτό το φανταστικό σπίτι ζει ο Leonardo, πετυχημένος και σουπερ-μοδάτος designer, μαζί με τη γυναίκα του (που διδάσκει γιόγκα) και τη δεκάχρονη (ελαφρώς κακομαθημένη) κόρη τους. Τη γεμάτη καλαίσθητα αντικείμενα, εναλλακτική μουσική, κατάλευκους τοίχους και καθωσπρέπει κοινωνικές επαφές ζωή τους, διακόπτει ο Victor, ένας γείτονας από τη διπλανή πολυκατοικία (φωνή βαθιά, τατουάζ, πωλητής αυτοκινήτων ή κάτι παρόμοιο), που επιχειρεί να ανοίξει ένα παράθυρο στη μεσοτοιχία για να παίρνει λίγο ήλιο το σκοτεινό δωμάτιο. Το παράθυρο αυτό όμως βλέπει στο σπίτι της οικογένειας, κι έτσι αρχίζει ένας κύκλος διαπραγματεύσεων...
Δε λέω παραπάνω γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο να δεις την ταινία. Σκηνές από την καθημερινότητα, ίσως όχι τη δική μου και τη δική σου, αλλά πάντως από την καθημερινότητα κάποιων, διάλογοι ενδεικτικοί του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις. Και διαρκείς εναλλαγές, διαρκή ζουμ από το είναι στο φαίνεσθαι, και πάλι αντίστροφα. 
Είναι εντυπωσιακό το πώς η ταινία καταφέρνει να αποτυπώσει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προβάλλουν τη ζωή τους, δημιουργούν την εικόνα του εαυτού τους και εν τέλει της ζωής που θέλουν να έχουν. Όλα τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένα και συμβολίζουν το καθένα από κάτι... Και, να μην ξεχνάμε, ότι η ταινία είναι γυρισμένη μέσα σε έναν πραγματικό Le Corbusier!!!

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

η απόλυτη ανοιξιάτικη ευτυχία...

είναι να χωράς στα παλιά σου τζιν!!!

Εκεί που σκέφτεσαι απελπισμένα τι θα φορέσω πάλι αύριο, δεν κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη, ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι το αγαπημένο τζιν (που ευτυχώς δε χάρισες σε κανέναν!) είναι και πάλι διαθέσιμο... Έτσι μάλιστα, χαίρεσαι κι εσύ με τα λουλούδια που ανθίζουν!

 

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

η σιωπή της νύχτας



Και το τικ τακ του ρολογιού σαν υπόκρουση, σταθερή, ανυποχώρητη. Σε υποβάλλει να αναμετρηθείς με τις σκέψεις σου...

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

το φλερτ, the alternative way

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Μετρό από Σύνταγμα προς Άγιο Αντώνιο. Δύο εμφανώς γκέι και ιδιαίτερα τρέντι 19χρονα αγοράκια κάθονται απέναντί μου. Ύφος σοφιστικέ, αέρας αλτέρνατιβ. Τεράστια κοκκάλινα γυαλιά, το απόλυτο μαστ. Συζητάνε, φλερτάρουν διστακτικά. Επόμενη στάση Αττική. Σηκώνομαι, πρέπει να κατέβω.
-Κάπου εδώ πρέπει να σ' αφήσω μάλλον... Κατεβαίνω. με τόνο λυπημένο
-Μμμ... Ναι, οκ, καληνύχτα. ... Χάρηκα! κάπως επιτηδευμένα ατάραχα
-Κι εγώ! ... 
Ανοίγει η πόρτα. Αττική.
-Έχεις facebook? γυρίζει πίσω απότομα
Εεε παιδιά, να περάσω! Εγώ θα κατέβω...
-Έχω facebook, ναι! με ανακούφιση Μπορείς να με ψάξεις αν θες... Είμαι ο ...
Δεν άκουσα παρακάτω, αλλά ξέρω ότι ο νεαρός δεν κατέβηκε Αττική. Κι αυτή ίσως ήταν η αρχή μιας σχέσης. Ενός φλερτ, στο οποίο ο καθένας εκδηλώνεται με αλλεπάλληλα like και χαμογελαστά προσωπάκια. Προτού καν υπάρξει ένα πραγματικό χαμόγελο, αντικριστά, πρόσωπο με πρόσωπο. Μα τι λέω τώρα κι εγώ, σε ποιά δεκαετία νομίζω ότι βρίσκομαι; ...
 

diamond day

Απλώς απολαύστε το βίντεο!


χωρίς αρχή και τέλος...


Είναι μερικά πράγματα που είναι δύσκολο να ειπωθούν, είναι δύσκολο ακόμη και να συνηδειτοποιηθούν. Ο ίδιος ο εαυτός σου αντιδράει στη σκέψη τους, τα αποφεύγει πεισματικά, προσπαθεί να τα προσπεράσει, προσποιείται ότι δεν τον απασχολούν. Όχι εκείνον. Απασχολούν κάποιους άλλους. Πάντα και μόνο κάποιους άλλους. Έρχονται όμως στιγμές που όλα αυτά τα πράγματα γίνονται ένα σφιχτό μπερδεμένο κουβάρι στο μυαλό σου, ένα ηφαίστειο που ετοιμάζεται να εκραγεί θεαματικά. Καυτή λάβα διαρρέει σιγά σιγά, προειδοποιητικά, και σε ακινητοποιεί. Είναι μάλλον ώρα να αντιμετωπίσεις αυτό που φοβάσαι, να το πλησιάσεις, να το κατανοήσεις. Να το αγαπήσεις, εν τέλει, γιατί είναι κομμάτι σου. Να σκύψεις και να του μιλήσεις, να το κοιτάξεις στα μάτια, όπως θα έκανες με ένα οργισμένο παιδάκι που πετάει πέτρες και ουρλιάζει για προσοχή. Μερικές φορές έχεις την τύχη να διαπιστώσεις ότι είναι κι άλλοι που φοβούνται το ίδιο όπως εσύ, ή τουλάχιστον, κινούνται σε παράλληλες τροχιές φόβων και ανασφαλειών. Μια τέτοια τύχη είχα σήμερα, μετά από ένα βασανιστικά ανήσυχο και ηλιόλουστο σαββατοκύριακο. Ορίστε λοιπόν μερικές από τις κυριακάτικες συζητήσεις χωρίς αρχή και τέλος...

Μεγαλώνεις. Αλλάζεις. Συναντιέσαι με άλλους. Σχετίζεσαι μαζί τους. Αλλάζουν κι αυτοί. Μετράς ανθρώπους που μπαίνουν στη ζωή σου. Μετράς ανθρώπους που φεύγουν από τη ζωή σου. Και φοβάσαι τη μέρα που οι τελευταίοι θα αρχίσουν να γίνονται περισσότεροι από τους πρώτους. Αναρωτιέσαι γιατί υπάρχουν παλιοί φίλοι που δεν παίρνεις τηλέφωνο από φόβο μήπως είναι πια κάποιοι άλλοι από αυτούς που ήξερες, μήπως δεν έχεις πια την ίδια σχέση μαζί τους όπως και πρώτα. Φοβάσαι να εκτεθείς, φοβάσαι μήπως κάποτε φοβηθείς. Αλλά η κάθε μέρα είναι μοναδική, περνάει και χάνεται, σαν αφρός από κύμα σε καλοκαιρινή ακρογιαλιά. Ναι, θα ήταν όλα απλούστερα αν ήμασταν όλοι ειλικρινείς, απλοί και ξεκάθαροι με τις επιθυμίες μας, αν ήμασταν όλοι θετικοί απέναντι στον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας, αν δε φοβόμασταν. Δεν είμαστε όμως, και ούτε θα γίνουμε ποτέ. Κάποιος λόγος θα υπάρχει και γι' αυτό.  

Δεν μπορείς να ξαναφτιάξεις την πραγματικότητα. Δέξου την όπως έρχεται. Μην υποχωρείς και δέξου την όπως έρχεται. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. (Filip Roth, Καθένας, σ.95)

Κι αν η πραγματικότητα είναι παράξενη, ακατανόητη ή δύσκολη κάποιες φορές, είναι ακριβώς γιατί έτσι πρέπει. Γιατί μέσα από την απώλεια, ίσως και μέσα από το φόβο της απώλειας, συνηδειτοποιείς τη σημασία των όσων έχεις, έστω και προσωρινά. Κι έτσι, για λίγο, για μια στιγμή, ξεφεύγεις από την καθημερινότητα και πας λίγο πιο πάνω, βλέπεις λίγο πιο ξεκάθαρα. Και χαμογελάς.

Ο Μάρκο μπάινει σε μια πόλη΄ βλέπει κάποιον σε μια πλατεία να ζει μια ζωή ή μια στιγμή που θα μπορούσαν να είναι δικές του΄ στη θέση εκείνου του ανθρώπου θα μπορούσε να είναι ο ίδιος, αν είχε σταματήσει το χρόνο πολύ καιρό πριν, ή αν πολύ καιρό πριν, σε μια διασταύρωση, αντί να πάρει τον ένα δρόμο είχε πάρει τον αντίθετο και μετά από ένα μεγάλο γύρο βρισκόταν στη θέση εκείνου του ανθρώπου σ' εκείνη την πλατεία. Τώρα πια, από εκείνο το αληθινό ή υποθετικό του παρελθόν, ο ίδιος είναι αποκλεισμένος΄ δεν μπορεί να σταματήσει΄ πρέπει να συνεχίσει μέχρι να φτάσει σε μια άλλη πόλη όπου τον περιμένει ένα άλλο παρελθόν του, ή κάτι που ίσως να ήταν ένα πιθανό του μέλλον και τώρα είναι το παρόν κάποιου άλλου. Ένα απραγματοποίητο μέλλον είναι μονάχα ένα κλαδί του παρελθόντος: ένα ξερό κλαδί.
«Ταξιδεύεις για να ξαναζήσεις το παρελθόν σου;» ήταν στο σημείο εκείνο η ερώτηση του Χαν, ερώτηση που θα μπορούσε να διατυπωθεί και ως εξής: «Ταξιδεύεις για να ξαναβρείς το μέλλον σου;»
Και η απάντηση του Μάρκο: «Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δε θα έχει.» 
(Italo Calvino, Οι αόρατες πόλεις, σ. 49)

Μ' αυτήν την (κατά βάθος) ανοιξιάτικη σκέψη, καλή βδομάδα!

[σημείωση: σχετικά με το βιβλίο αυτό του Filip Roth, ήταν αυτό το εξαιρετικό κείμενο (στα πορτογαλικά) που με έκανε να θέλω το διαβάσω...]

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

διαπίστωση...

Τελικά αν η μέρα είναι να πάει καλά θα πάει. Όσο κι αν σε ταλαιπωρήσει στο δρόμο.


Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

νυχτερινό...

Ένα βράδυ. Ένα καθιστικό. Δύο κοπέλες. Μία τηλεόραση. Δύο υπολογιστές. Ένα βιβλίο.
Η τηλεόραση είναι ανοιχτή, μα βουβή. Εικόνες αλλάζουν, χρώματα και φωτεινές λάμψεις πάνε κι έρχονται. Ξαπλωμένη στον καναπέ η μία, με τον υπολογιστή αγκαλιά. Ήχοι πλήκτρων και πνιχτά γελάκια. Καθισμένη στην τραπεζαρία ακριβώς από πίσω η άλλη, με το βιβλίο και τον υπολογιστή μπροστά. Σιγανή μουσικούλα, μερικά κλικ και σελίδες που γυρίζουν. 
Κάποια στιγμή τηλέφωνο χτυπάει. Κάποια στιγμή φτάνει μια ειδοποίηση, απότομος, κοφτός ήχος. Κι ένας αναστεναγμός. Κάποια στιγμή ανταλλάσσουν κουβέντες. Συνυπάρχουν, παράξενα, αλλά συνυπάρχουν. Και ταυτόχρονα, συνυπάρχουν με άλλους ανθρώπους εκτός του δωματίου, εκτός του σπιτιού. Τα πλήκτρα τους ενώνουν.

Κατά έναν περίεργο τρόπο τα όρια του σπιτιού έχουν επεκταθεί πέρα από αυτό, πέρα από την πολυκατοικία, τη γειτονιά, την πόλη, τη χώρα. Μα πρώτα από όλα, τα όρια του σώματος έχουν επεκταθεί πέρα από αυτό, τα χέρια μάς συνδέουν με το ψηφιακό δίκτυο υπερσυνδέσεων. Ανταλλάσσουμε ψηφιακές μακρινές ζεστές αγκαλιές, ψηφιακά χαμόγελα τρυφερότητας, ψηφιακούς προβληματισμούς, κάνουμε ακόμα και ψηφιακό φλερτ. Μέσα σε δευτερόλεπτα υποδεχόμαστε έναν ολόκληρο κόσμο στο σπίτι μας, στη ζωή μας, εισβάλλουμε σε άλλα σπίτια, σε άλλες ζωές. Μέσα σε δευτερόλεπτα κλείνουμε τις συνδέσεις γύρω μας και είμαστε μόνοι. Μέσα σε δευτερόλεπτα απομακρυνόμαστε από τον άνθρωπο με τον οποίο χωροχρονικά συνυπάρχουμε για να προσεγγίσουμε άλλους, χωροχρονικά μακριά μας. Και μέσα σε δευτερόλεπτα επιστρέφουμε στην πραγματικότητα του εδώ και του τώρα, της υλικότητας του σώματός μας, που δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε ένα σημείο τη φορά. Στον καναπέ. Ή στην τραπεζαρία.
Καλό ή κακό, τα πράγματα ευτυχώς δεν έχουν ποτέ μια μόνο όψη. Προσθέτει όμως μια ακόμη διάσταση στη ζωή μας, στον τρόπο που αυτή κυλάει, στον τρόπο που εμείς την αντιλαμβανόμαστε. Εξαρτημένοι απόλυτα από αυτά τα πλήκτρα, μα ελεύθεροι να γεφυρώσουμε αποστάσεις.
Θυμάσαι την τελευταία νύχτα που πέρασες χωρίς ρεύμα στο σπίτι; Θυμάσαι την τελευταία νύχτα που πέρασες χωρίς ούτε μια κουβέντα στο σπίτι;

[το soundtrack!]

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

κάτι μικρό... κάτι όμορφο...

Αυτό που σε κάνει να χαμογελάς μπροστά στην οθόνη, τότε που φωτίζονται τα μάτια σου από μια παράξενη λάμψη. Αυτό που σε κάνει να ακτινοβολείς χωρίς αιτία ανάμεσα στο πλήθος που τρέχει βιαστικό. Αυτό που σε κάνει να κοιτάς τα αστέρια και να ονειρεύεσαι πως ήδη είσαι εκεί πάνω.

εδώ, στον ουρανό!


Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

για μικρούς και μεγάλους!

Σσσσ! Ησυχία και ακούστε με προσοχή...


Μα στη μύτη δεν το βάζει,
το σκουπόξυλο φωνάζει
και τον κόσμο όλο γυρίζει
και τα μάτια όλων ραντίζει.

Την ασχήμια παραβλέπουν
και καμιά ελιά δε βλέπουν,
μα είναι εκεί κι αυτή κι οι τρίχες
που δε θα`θελες να είχες!

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

μικρές καθημερινές ενοχλήσεις

[αν βαρεθήκατε την γκρίνια μη διαβάσετε παρακάτω!]

1. Με ενοχλεί όταν κάποιος μιλάει στο τηλέφωνο μέσα στα ΜΜΜ. Ειδικά όταν μιλάει δυνατά. Μου διαταράσσει τον ειρμό τον σκέψεών μου, εισβάλλει στο προσωπικό μου πεδίο. Παραβιάζει τα όριά μου και διασπά το εύθραυστο συννεφάκι στο οποίο βρίσκομαι.

2. Μέσα σε ένα τρόλεϊ το βράδυ μπορεί κανείς να δει να βγαίνουν από τσάντες και τσέπες τα πιο απίστευτα πράγματα. Μπουκαλάκια πλαστικά απροσδιορίστου περιεχομένου τυλιγμένα σε σακούλες, κάλτσες συνήθως άπλυτες, κάθε λογής χαπάκια, βερνίκια νυχιών, ψαλιδάκια νυχιών, χτένες, είδη μακιγιάζ, φακοί επαφής, παμπάλαια βιβλία σε κάθε γλώσσα του κόσμου, κουτάκια που περιέχουν από κόσμημα μέχρι πετραδάκι ή φυλαχτό, φωτογραφίες ευλαβικά τυλιγμένες μέσα σε πάνινα φακελάκια, χιλιοσκισμένα σημειωματάρια, ακόμη και τετράδια που είναι γραμμένα και μουτζουρωμένα-σβησμένα σε όλες τις σελίδες, παιδικά ρουχαλάκια, καπάκια αναψυκτικών και πολλά άλλα που μάλλον ξεχνάω να αναφέρω... Όλα αυτά χρησιμοποιούνται κιόλας επιτόπου με κάποιον τρόπο, δε βγαίνουν στην επιφάνεια απλώς για να διακοσμήσουν το χώρο. Παρά τις οπτικές, ακουστικές, απτικές και οσφρητικές παρενέργειες που αυτό συνεπάγεται. Όταν είμαι μέσα σε ένα τέτοιο τρόλεϊ θέλω να κατέβω δυο στάσεις πριν τον προορισμό μου και να πάω με τα πόδια. Πηδώντας έξω με ορμή κατά την αποβίβαση και ρουφώντας όσο φρέσκο αέρα μπορούν να χωρέσουν τα πνευμόνια μου.

Ε, λοιπόν, είναι φορές που με ενοχλεί όλο αυτό το σύστημα συμβάντων.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

κυριακάτικο πρωινό σε ήχους

Ξυπνητήρι διστακτικό. Σεντόνια που στριφογυρίζουν. Ακόμα υπάρχει ο ήχος των ονείρων. Ένας γλυκός, μελαγχολικός απόηχος... Ξυπνητήρι πιο αποφασισμένο! Παντζούρι που ανεβαίνει νωχελικά. Σελίδες βιβλίου γυρίζουν. Φωνές βγαίνουν από το βιβλίο. Πατ! Το βιβλίο ακουμπάει στο γραφείο. Διστακτικά βήματα, πάτωμα που τρίζει. Τσακ! Η ασφάλεια του θερμοσίφωνα. Ένα ήρεμο ροχαλητό από το μέσα δωμάτιο. Ο ήχος της ευτυχίας. Ο υπολογιστής σας καλοσωρίζει! Ο ηλεκτρικός κυλάει πάνω στις μπετονένιες ράγες του. Ντουλάπια και συρτάρια στην κουζίνα... Ψυγείο. Το κουτί των δημητριακών. Χρατς χρουτς! Πόρτα δωματίου που κλείνει, ξανά οι σανίδες που τρίζουν. Μερικά πουλιά κελαηδούν στο μπαλκόνι, ένας σκύλος κυνηγάει μια γάτα στο πεζοδρόμιο. Χαμηλή μουσικούλα. Ένα καινούριο μήνυμα. Πλήκτρα, γρήγορα και ρυθμικά. Μετά πιο σκεφτικά και αργά. Μικρές νότες πιάνου από πάνω. Πέρασε η ώρα. Οι νότες δυναμώνουν, παίρνουν ρυθμό. Βηματάκια και διακόπτες που ανοίγουν, πνιγμένα χαχανητά. Ζωηρή συζήτηση. Λογομαχία από το φωταγωγό, άνευ αιτίας. Μα είναι Κυριακή! Ζωηρή συζήτηση στο σπίτι. Διακόπτης του μπάνιου, καζανάκι. Οδοντόβουρτσα τρίβεται αποφασιστικά στα δόντια. Βρύση ανοίγει και κλείνει. Από πάνω η Αμελί συνεχίζει στο πιάνο, λίγο ξεκούρδιστα... Ο ήχος του ντους, τόσο λυτρωτικός! Πιστολάκι με ατελείωτο νερό που τρέχει. Η πετσέτα γυρίζει πάνω στο κρεμαστάρι της, φρρρρ!

Είναι Κυριακή και τα πουλάκια κελαηδούν ακόμα.


τεντωμένο

Λέξεις.
Προσεκτικά απλωμένες. Απρόσεκτα πεταμένες.
Περνάς ανάμεσα.
Σκέψεις.
Άτακτες, ανασφαλείς. Σίγουρες, κάποτε επιθετικές.
Συνεχίζεις διστακτικά.
Πράξεις.
Ήρεμα εκτελεσμένες. Πικρά μετανιωμένες.
Προχωράς...

Όνειρα.
Κάνεις όνειρα όπως όλοι.
Τα αστέρια ίσως γελάνε μαζί σου.
Σε τεντωμένο σχοινί ισορροπούμε καρδιά μου.


Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

το χιόνι που δεν έστρωσε

Χιονίζει! Χιονίζει!
Μικρές και μεγάλες χαρούμενες άσπρες νιφάδες πέφτουν χορεύοντας από τον ουρανό. Έχουν βάλει τα καλά τους, είναι φρέσκιες, καθαρές και σιδερωμένες! Ανάλαφρες και ανέμελες! Κυρίως αυτό το τελευταίο. Προσγειώνονται στο χώμα, στην άσφαλτο, στο τσιμέντο, στο πλακάκι, στα χαλίκια, στη χλόη, στο καπώ του αυτοκινήτου, στην κορυφή ενός δέντρου. Μοιάζουν με τους πιο έμπειρους αλεξιπτωτιστές. Αιωρούνται για λίγο κι έπειτα ακουμπούν μαλακά και ήρεμα. Μένουν εκεί για λίγα δευτερόλεπτα, ίσως για σχεδόν ένα λεπτό. Κι εξαφανίζονται... Τα φουστάνια τους χάνουν το εκθαμβωτικό τους λευκό και γίνονται αόρατα. Κυλάνε στη γη, βουλιάζουν στο χώμα. Και ύστερα τίποτα. Μόνο μικρές λιμνούλες. Και λάσπες.
Αυτές οι νιφάδες μού μοιάζουν με τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Με τις προσπάθειες που πέφτουν στο κενό. Με τους αγώνες που χάνονται.

Θά 'θελα κάθε φορά που χιονίζει ένα παχύ λευκό στρώμα να καλύπτει τα πάντα.


[η απελπισία του δέντρου. παρίσι, μάρτιος 2011]

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

η σύγκρουση

Οι μαμάδες έχουν πάντα δίκιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς.

Πολλές φορές υπερεκτιμάς τις δυνάμεις σου, υποτιμάς τα γεγονότα, πιστεύεις ότι θα καταφέρεις να φτάσεις στον ήλιο. Αφήνεσαι στους πειρασμούς, υποκύπτεις στο όμορφο, το εύκολο, το ευχάριστο. Πιστεύεις σε ό,τι σου υπόσχονται. Η ευθύνη είναι δική σου.
Κάποτε φτάνει η στιγμή της αναμέτρησης με την αλήθεια. Και η πανωλεθρία. Καταλαβαίνεις τα λάθη. Τα προβλήματα είναι μπροστά σου ένα προς ένα. Μπορείς να τα μετρήσεις, να τα βάλεις στη σειρά, να τα ζυγίσεις. Η ευθύνη είναι όλη δική σου.
Θυμώνεις με τον εαυτό σου. Θυμώνεις για όσα δεν έκανες. Για όσα κακώς έκανες. Κανείς δεν μπορεί να σου πει ότι είναι όλα εντάξει. Ξέρεις ότι δεν είναι. Καταλαβαίνεις ότι ποτέ δε θα είναι τελείως εντάξει. Να μπορούσες να γυρίσεις λίγο πίσω, θα τα έκανες όλα διαφορετικά. Όλα αλλιώς. Κάπως πιο συνετά. Κάπως πιο ήρεμα. Ίσως καλύτερα. Δεν μπορείς όμως. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Υπάρχεις εδώ και μεγαλώνεις. Λυπάσαι και ωριμάζεις. Μακάρι. 

Είναι όμως φορές που το δίκιο της μαμάς δε σου λέει τίποτα. Δε θέλεις να το δεις. Θέλεις να το ανακαλύψεις μόνη σου. Πολύ αργότερα. Είναι κάτι κι αυτό.

Είναι καιρός να πέσεις στα βαθιά με δική σου ευθύνη. Κι όσο για τα λάθη, δεν τελειώνουν ποτέ!


Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

πάρε μια ανάσα!


Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
Είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα.

(Ναζίμ Χικμέτ, Η πιο όμορφη θάλασσα, μτφ Γιώργου Παπαλεονάρδου)

Πάρε μια ανάσα, λοιπόν! Και χαμογέλα γιατί τα καλύτερα είναι ακόμη στο δρόμο!
Καληνύχτα.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ακούσματα.... από το παρελθόν

Προσπάθησε να θυμηθείς τα γυμνασιακά σου χρόνια. Άντε και τα λυκειακά. Αυτό αμέσως αμέσως σημαίνει πήγαινε 5-10 χρόνια πίσω... Όλος σου ο κόσμος ήταν η μουσική σου, ναι. Τα τραγούδια που διάλεγες, οι στίχοι τους, οι ιστορίες τους, ο πόνος τους, η χαρά τους. Τα σιντάκια σου ήταν οι θησαυροί σου, τα αγόραζες τελετουργικά, τα ξεσκόνιζες και τα τακτοποιούσες επιμελώς, τα αρχειοθετούσες με τάξη. Κάθε πολύτιμο δισκάκι και μια ιστορία. Κάθε τραγούδι και μια ιστορία. Όλα μαζί συμπληρώνουν μια ανάγνωση της ιστορίας σου. Μια θέαση της ζωής σου με πρίσμα τα ακούσματά σου.
Τα τραγούδια σου άλλαξαν πολλές φορές, τα σιντάκια σου πολλαπλασιάστηκαν, τα ψηφιακά σου ακούσματα υπερπολλαπλασιάστηκαν. Κι εσύ έχεις αλλάξει, έχεις μεγαλώσει και πολλαπλασιαστεί κατά έναν τρόπο. Τα παλιά σου σιντάκια κάθονται πια λυπημένα και βουβά στη σιντοθήκη που σπάνια ξεσκονίζεις και χρησιμεύει για να ακουμπάς μικροαντικείμενα και τσαντούλες. Ακόμα χειρότερα, κάποια σιντάκια σου κάθονται φυλακισμένα στο τρίτο συρτάρι (αυτό που δεν ανοίγει σχεδόν ποτέ) στο πατρικό σου, αναγκασμένα να συνομιλούν στο σκοτάδι με τις παλιές μασημένες κασέτες.
Τα ξεχνάς, το ξέρω. Συνηθίζεις τη χωρική συνύπαρξη μαζί τους, ξεχνάς την ιστορία τους. Την ιστορία σου. Είναι λογικό, είσαι φτιαγμένη ώστε να εξελίσσεσαι. Αυτό σημαίνει να αντικαθιστάς. Διαρκώς. Λήθη; Όχι, σίγουρα όχι. Ένα ερέθισμα είναι πάντα ικανό να ανασύρει τις αντίστοιχες μνήμες, να σου διηγηθεί την ιστορία από την αρχή.

Επισκέφτηκα καναδυό από τα παλιά μου σιντάκια σήμερα, έτσι ξαφνικά και απρόσμενα. Χωρίς να το καταλάβω, έγινα και πάλι έφηβη, βρέθηκα και πάλι στην αυλή του σχολείου, κάτω από το γνωστό δέντρο με τα κίτρινα φύλλα. Κι όσο για τα τραγούδια... Ήταν σαν να συνάντησα φίλους καλούς που είχα να δω καιρό πολύ. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Τι κι αν πια έχω αλλάξει;
Τραγουδάκια μου σας αγαπώ το ίδιο όπως και τότε. Όχι, σας αγαπώ διπλά τώρα!


Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

της νύχτας τα καμώματα...

Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά, λένε.

Κι όμως, η νύχτα σου ασκεί μια παράξενη γοητεία, σου υπόσχεται... Ότι όλα μπορείς να τα κάνεις, ότι όλα μπορείς να τα κατακτήσεις. Σου προσφέρει γαλήνη και ηρεμία, μια τρυφερή αγκαλιά. Νιώθεις ότι μπορείς να κουρνιάσεις για πάντα εκεί. Κι εκείνη σε παρασύρει στην  προσωρινή ευτυχία του να βλέπεις πρώτη τις πρωινές ηλιαχτίδες, το μπλε ημίφως του ξημερώματος. Η νέα μέρα ξεκινάει με ένα χαμόγελο. Χαμόγελο για όλα αυτά που νομίζεις ότι θα κάνεις. Μόλις προσγειωθείς στην καινούρια πραγματικότητα, βρίσκεσαι σε ένα σύννεφο γλυκιάς ζαλάδας, αταραξίας και μελαγχολίας. Υπάρχεις ανάμεσα, είσαι και δεν είσαι εκεί. Τότε είναι η ώρα να πεις Όνειρα γλυκά! Καληνύχτα σας! Και μην ανησυχείς, το επόμενο ξενύχτι δεν αργεί ποτέ όσο φαντάζεσαι!

[για κάποιο λόγο αυτό το βίντεο συνδέθηκε με το χθεσινό μου ξενύχτι...
χρόνια αγαπημένο μα πολύ καιρό ξεχασμένο...]

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

κάποιες μέρες...

Είναι φορές που θέλεις να φωνάξεις.
Είναι φορές που θέλεις να ανέβεις στην πιο ψηλή ταράτσα, να ακούσεις τον αέρα που φυσάει και μαζί με τα μαλλιά σου, να τον αφήσεις να πάρει και τα λόγια σου. Μακριά. Είναι φορές που θέλεις να ουρλιάξεις μα νιώθεις ότι δε θα ακούσει κανείς. Ή ότι θα ακούσουν όλοι.


Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

τα κενά και τα πλήρη του χρόνου


Τρέχει... Μόνο μπροστά. Ακούραστα. Δε σταματά, δεν κοιτάζει πίσω. Κι εσύ μαζί του, είτε το θέλεις είτε όχι. Ζεις την κάθε του στιγμή, ούτε κι εσύ σταματάς ποτέ. Ωστόσο, προσπάθησε να σκεφτείς, να θυμηθείς, να ανασύρεις τις μνήμες. Κάνε ένα γρήγορο ταξίδι πίσω.
Τί βρίσκεις; Στάσεις, σταθμούς, σύμβολα. Θυμάσαι ότι πήγες στη συναυλία μετά το μάθημα που σου άλλαξε τη διάθεση, θυμάσαι ακριβώς τι φορούσες στη γιορτή του τάδε γιατί σου σκίστηκε το καλσόν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Θυμάσαι τη διαδρομή στο λεωφορείο την πρώτη φορά. Θυμάσαι τον αποχαιρετισμό. Θυμάσαι το πρώτο λυπημένο βλέμμα, το πρώτο στοιχείο της θνητής και ανθρώπινης φύσης της. Θυμάσαι τη στιγμή που την κράτησες πρώτη φορά αγκαλιά, ήταν μόλις 20 ημερών, ήταν περίπου 5 το απόγευμα, φορούσες εκείνο το φουστάνι που αγαπάς και είχες άγχος να μυρίζεις όμορφα. Θυμάσαι ότι τη μέρα που συναντηθήκατε είχε ήλιο και βροχή και ήταν κάπως αστεία και θλιμμένα. Θυμάσαι τη λυπημένη μέρα που περπατούσες στο κρύο πεινασμένη και φορτωμένη γιατί ένιωθες ότι ο κόσμος δεν είχε για σένα μια γωνιά να κλάψεις, θυμάσαι όμως ότι ένιωσες επιτέλους ελεύθερη εκείνη τη μέρα. Θυμάσαι την πρώτη σου άσπρη τρίχα, μπορείς να προσδιορίσεις με ακρίβεια τη μέρα που αυτή η μικρή άσπρη τρίχα αποφάσισε να βγει στην επιφάνεια. Θυμάσαι την παραλία και τα αστέρια, θυμάσαι την άμμο στον αφαλό σου. Θυμάσαι το γέλιο, το ηλιοβασίλεμα, τα ιδρωμένα βλέμματα, την ευτυχία. Θυμάσαι ότι εκείνη τη μέρα σε τσίμπησαν 11 κουνούπια, θυμάσαι πού σταμάτησες για να βάλεις αμμωνία. Θυμάσαι το σκύλο που σε κοίταξε λυπημένος. Θυμάσαι τα μάτια του όταν σε είδε να μπαίνεις, μπορείς ακόμα να νιώσεις το άγγιγμά του στο χέρι σου. Θυμάσαι κι άλλα, θυμάσαι πολλά. Κλικ... Κλικ!
Υπάρχουν όμως κι άλλα αμέτρητα που αγνοείς. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να έχουν αναιρέσει το χωροχρονικό συνεχές. Σαν να ήταν κενά. Στη μνήμη; Ο χρόνος είναι συνεχής, η αντίληψή σου όμως γι' αυτόν είναι κβαντισμένη. Μεταπηδάς από γεγονός σε γεγονός, από όριο σε όριο. Αυτό το άπειρο, συνεχόμενο μυστήριο, προσπαθείς απελπισμένα να το κατανοήσεις με σημεία, στιγμές, στίξεις, ορισμένα και πεπερασμένα. Αυτά έρχονται μπροστά και όλα τα υπόλοιπα γίνονται το φόντο, το υπόβαθρο για τη δράση. Για τη μνήμη, για σένα.
Μοιάζεις σαν ένα Μικρό Πρίγκηπα που αιωρείται στο σύμπαν και φυτεύει τριαντάφυλλα στα γεγονότα που τον ορίζουν. Μετά, ανασυγκροτεί νοερά το σύνολο των τριαντάφυλλων και προσπαθεί να εποπτεύσει το σύμπαν, να χαρτογραφήσει την εικόνα του. Κι εκείνη, όλο του ξεφεύγει... Όλο και εμφανίζει κενά και θολές περιοχές...


[Σωζ, αν δεν ήταν η εργασία σου δε νομίζω να έφτανα σ' αυτή τη σκέψη. Οπότε, δικαιωματικά το ποστ σου ανήκει.]

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

will you?



Κάτω απ' τα αστέρια
Πάμε μια βόλτα
Στο φεγγάρι
Δε θα πω λέξη
Μόνο θα ακούω
Να ανασαίνεις

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

βροχή...


pero a la montaña ni locos nos vamos
turistas y extraños, se acercan en vano
pa' que se preocupan? derechos humanos
si aquí la justicia sale sobrando

Καλημέρα! ...sale sobrando...  Ξυπνητήρι... Ξυπνητήρι;;; Ωωωωω... Αέρας! Νερά στο μπαλκόνι, σκοτεινό παράθυρο... Βροχή! Ώρα;;; Ιιιιμμμμμ! Σκατά! Θερμοσίφωνο! Ζεστό νερό, μπάνιο, ααχ... Γρήγορα, γρήγορα! Κρεβάτι, το πάπλωμα στη θέση του, τέντωμα καλό... Πιστολάκι, γρήγορα! Μαλλιά στεγνά; Γρήγορα... Τηλέφωνο, μη χτυπάς τώρα, μη σου λέω! Όχι, δε θέλουμε αποκωδικοποιητή... Γιατί δε βλέπουμε τηλεόραση! Καθόλου; Καθόλου!!! Μπότες, κλειδιά, ομπρέλα, ήδη στην πόρτα!
Φφφ... Αέρας! Μια ομπρέλα στη βροχή, μόνη της στο δρόμο... Απογειώνεται ελαφρώς... Οι ρόδες του τρόλεϊ, το όνειρο της ομπρέλας τελειώνει εδώ! Γρήγορα... Τράπεζα, ουρά, κρύο, χρωματιστές ομπρέλες, ταλαιπωρημένες ομπρέλες, ομπρέλες με καμπούρα σαν τον ιδιοκτήτη τους, επιθετικές ομπρέλες... Λιμνούλες με καφέ νερά. Ένα βλέμμα βαθυπράσινο, δέκατα του δευτερολέπτου. Μπιπ... Μπιπ... Λεφτά, απόδειξη, κάρτα, όλα στο πορτοφόλι. Φανάρι! Φανάρι! Γρήγορα... Πλιτς... Ωωωπ, εισιτήριο, ακύρωση... Ουφ! Μια θέση... 
Ένα βιβλίο θρησκευτικό... Ιησούς Χριστός: προφητείες. Αφοσίωση. Κι άλλες ομπρέλες! Γκουχ... Γκουχ... Αψού! Ποταμάκι αίματος, η βροχή ξεπλένει το νεκρό σώμα της κατάλευκης γάτας. Γαλότσες, κι άλλες ομπρέλες, καρότσια... Μια βρεγμένη βαλίτσα, μαύρη με κόκκινα καρό, μέσα σε μια λιμνούλα γκρίζων νερών, αβοήθητη. Υποχόνδριος. Ευέξαπτος. Καβγάς... Ένα φούτερ ζακετάκι κι από μέσα ένα μακό. Βλέμμα κουρασμένο, χωρίς ομπρέλα, μούσκεμα ως το κόκκαλο! Μαλλιά ράστα, όχι από στιλ αλλά από απλυσιά, φυσικό άρωμα αποσύνθεσης, αληθινή μύγα πλεγμένη μαζί με τα ακατάστατα σκουπίδια... 
Αέρας επιτέλους! Κρύος και χωρίς άρωμα. Ψηλός, μαύρο μακρύ παλτό, κεφάλι κάτω, βλέμμα μυστηριώδες... Διάσημος ηθοποιός κινείται με τα πόδια! Φανάρι... Φανάρι! Γρήγορα! Τηλέφωνο... Όχι τώρα... Λάθος ώρα! Κρύο, βροχή, μυρωδιά χαλασμένου απροσδιόριστου πράγματος. Το χέρι σφιχτά στην τσάντα... Βλέμματα καχύποπτα. Φοβισμένα. Φτάσαμε!
Εργασία, μάθημα, χαμόγελο. Παλιός συμμαθητής. Νυν ένστολος, όπλο με χάρη στη ζώνη! Φαγητό στα γρήγορα... Τρέξιμο στη βροχή... Πλατς! Ποτάμια στο κέντρο. Αυτοκίνητα... Φλους... Πλουτς! Άλλο μάθημα. Βροχή δυνατή... Μην κοιμάσαι, μη... Γέλια!
Παλτό, σκούφος, ομπρέλα... Πάμε! Ποτάμια, καταρράκτες και σκοτάδι. Αέρας και πολυκοσμία παντού. Αναμονή... Κρύο... Βρεγμένα πόδια, βρεγμένα χέρια... Λεωφορείο! Θέσεις... Ζακέτα λερωμένη, βλέμμα απλανές, άρωμα σκουπιδιών, παραμιλητά σε άγνωστη γλώσσα, σχήματα στο υγρό παράθυρο. Παπούτσια τρύπια... Συζήτηση λεωφορείου. Υγρασία παντού... Ύφος παντογνώστη, βλέμμα θιγμένο, τηλέφωνο στο αφτί, ανεβασμένα ντεσιμπέλ! Σκοτάδι και βροχή... 
Φτάσαμε! Μαντάμ, να περάσω;;; Βρρρουουουμ βρρρουμμμ πάνω στην πλατεία! Νευρικά γέλια... Ομπρέλα... Υαλοκαθαριστήρες πάνω-κάτω, σινιάλο! Ευχαριστώ... Πλατς! Αέρας... Άσε την ομπρέλα μου κάτω! Σουπερμάρκετ... Παλτό, σκούφος, σακίδιο, σακούλες, ομπρέλα... Πλατς! Πλιτς! Πλιτς!... 
Κλειδιά... Ασανσέρ. Κλειδιά... Σκοτάδι! Απλωμένα χαλάκια στο μπαλκόνι!! Μια δεύτερη πλύση τους ήταν απαραίτητη... Θερμοσίφωνο. Ζεστό ντους... Χιλιάδες πράγματα στη σειρά αναμένουν... Ζεστή σούπα, μάτια που κλείνουν... Και μετά;
Μυρίζει εξεταστική... Καληνύχτα! Καληνύχτα;