Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

η σύγκρουση

Οι μαμάδες έχουν πάντα δίκιο. Δυστυχώς ή ευτυχώς.

Πολλές φορές υπερεκτιμάς τις δυνάμεις σου, υποτιμάς τα γεγονότα, πιστεύεις ότι θα καταφέρεις να φτάσεις στον ήλιο. Αφήνεσαι στους πειρασμούς, υποκύπτεις στο όμορφο, το εύκολο, το ευχάριστο. Πιστεύεις σε ό,τι σου υπόσχονται. Η ευθύνη είναι δική σου.
Κάποτε φτάνει η στιγμή της αναμέτρησης με την αλήθεια. Και η πανωλεθρία. Καταλαβαίνεις τα λάθη. Τα προβλήματα είναι μπροστά σου ένα προς ένα. Μπορείς να τα μετρήσεις, να τα βάλεις στη σειρά, να τα ζυγίσεις. Η ευθύνη είναι όλη δική σου.
Θυμώνεις με τον εαυτό σου. Θυμώνεις για όσα δεν έκανες. Για όσα κακώς έκανες. Κανείς δεν μπορεί να σου πει ότι είναι όλα εντάξει. Ξέρεις ότι δεν είναι. Καταλαβαίνεις ότι ποτέ δε θα είναι τελείως εντάξει. Να μπορούσες να γυρίσεις λίγο πίσω, θα τα έκανες όλα διαφορετικά. Όλα αλλιώς. Κάπως πιο συνετά. Κάπως πιο ήρεμα. Ίσως καλύτερα. Δεν μπορείς όμως. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Υπάρχεις εδώ και μεγαλώνεις. Λυπάσαι και ωριμάζεις. Μακάρι. 

Είναι όμως φορές που το δίκιο της μαμάς δε σου λέει τίποτα. Δε θέλεις να το δεις. Θέλεις να το ανακαλύψεις μόνη σου. Πολύ αργότερα. Είναι κάτι κι αυτό.

Είναι καιρός να πέσεις στα βαθιά με δική σου ευθύνη. Κι όσο για τα λάθη, δεν τελειώνουν ποτέ!


Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

πάρε μια ανάσα!


Θα γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
Είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα.

(Ναζίμ Χικμέτ, Η πιο όμορφη θάλασσα, μτφ Γιώργου Παπαλεονάρδου)

Πάρε μια ανάσα, λοιπόν! Και χαμογέλα γιατί τα καλύτερα είναι ακόμη στο δρόμο!
Καληνύχτα.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ακούσματα.... από το παρελθόν

Προσπάθησε να θυμηθείς τα γυμνασιακά σου χρόνια. Άντε και τα λυκειακά. Αυτό αμέσως αμέσως σημαίνει πήγαινε 5-10 χρόνια πίσω... Όλος σου ο κόσμος ήταν η μουσική σου, ναι. Τα τραγούδια που διάλεγες, οι στίχοι τους, οι ιστορίες τους, ο πόνος τους, η χαρά τους. Τα σιντάκια σου ήταν οι θησαυροί σου, τα αγόραζες τελετουργικά, τα ξεσκόνιζες και τα τακτοποιούσες επιμελώς, τα αρχειοθετούσες με τάξη. Κάθε πολύτιμο δισκάκι και μια ιστορία. Κάθε τραγούδι και μια ιστορία. Όλα μαζί συμπληρώνουν μια ανάγνωση της ιστορίας σου. Μια θέαση της ζωής σου με πρίσμα τα ακούσματά σου.
Τα τραγούδια σου άλλαξαν πολλές φορές, τα σιντάκια σου πολλαπλασιάστηκαν, τα ψηφιακά σου ακούσματα υπερπολλαπλασιάστηκαν. Κι εσύ έχεις αλλάξει, έχεις μεγαλώσει και πολλαπλασιαστεί κατά έναν τρόπο. Τα παλιά σου σιντάκια κάθονται πια λυπημένα και βουβά στη σιντοθήκη που σπάνια ξεσκονίζεις και χρησιμεύει για να ακουμπάς μικροαντικείμενα και τσαντούλες. Ακόμα χειρότερα, κάποια σιντάκια σου κάθονται φυλακισμένα στο τρίτο συρτάρι (αυτό που δεν ανοίγει σχεδόν ποτέ) στο πατρικό σου, αναγκασμένα να συνομιλούν στο σκοτάδι με τις παλιές μασημένες κασέτες.
Τα ξεχνάς, το ξέρω. Συνηθίζεις τη χωρική συνύπαρξη μαζί τους, ξεχνάς την ιστορία τους. Την ιστορία σου. Είναι λογικό, είσαι φτιαγμένη ώστε να εξελίσσεσαι. Αυτό σημαίνει να αντικαθιστάς. Διαρκώς. Λήθη; Όχι, σίγουρα όχι. Ένα ερέθισμα είναι πάντα ικανό να ανασύρει τις αντίστοιχες μνήμες, να σου διηγηθεί την ιστορία από την αρχή.

Επισκέφτηκα καναδυό από τα παλιά μου σιντάκια σήμερα, έτσι ξαφνικά και απρόσμενα. Χωρίς να το καταλάβω, έγινα και πάλι έφηβη, βρέθηκα και πάλι στην αυλή του σχολείου, κάτω από το γνωστό δέντρο με τα κίτρινα φύλλα. Κι όσο για τα τραγούδια... Ήταν σαν να συνάντησα φίλους καλούς που είχα να δω καιρό πολύ. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Τι κι αν πια έχω αλλάξει;
Τραγουδάκια μου σας αγαπώ το ίδιο όπως και τότε. Όχι, σας αγαπώ διπλά τώρα!


Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

της νύχτας τα καμώματα...

Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά, λένε.

Κι όμως, η νύχτα σου ασκεί μια παράξενη γοητεία, σου υπόσχεται... Ότι όλα μπορείς να τα κάνεις, ότι όλα μπορείς να τα κατακτήσεις. Σου προσφέρει γαλήνη και ηρεμία, μια τρυφερή αγκαλιά. Νιώθεις ότι μπορείς να κουρνιάσεις για πάντα εκεί. Κι εκείνη σε παρασύρει στην  προσωρινή ευτυχία του να βλέπεις πρώτη τις πρωινές ηλιαχτίδες, το μπλε ημίφως του ξημερώματος. Η νέα μέρα ξεκινάει με ένα χαμόγελο. Χαμόγελο για όλα αυτά που νομίζεις ότι θα κάνεις. Μόλις προσγειωθείς στην καινούρια πραγματικότητα, βρίσκεσαι σε ένα σύννεφο γλυκιάς ζαλάδας, αταραξίας και μελαγχολίας. Υπάρχεις ανάμεσα, είσαι και δεν είσαι εκεί. Τότε είναι η ώρα να πεις Όνειρα γλυκά! Καληνύχτα σας! Και μην ανησυχείς, το επόμενο ξενύχτι δεν αργεί ποτέ όσο φαντάζεσαι!

[για κάποιο λόγο αυτό το βίντεο συνδέθηκε με το χθεσινό μου ξενύχτι...
χρόνια αγαπημένο μα πολύ καιρό ξεχασμένο...]

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

κάποιες μέρες...

Είναι φορές που θέλεις να φωνάξεις.
Είναι φορές που θέλεις να ανέβεις στην πιο ψηλή ταράτσα, να ακούσεις τον αέρα που φυσάει και μαζί με τα μαλλιά σου, να τον αφήσεις να πάρει και τα λόγια σου. Μακριά. Είναι φορές που θέλεις να ουρλιάξεις μα νιώθεις ότι δε θα ακούσει κανείς. Ή ότι θα ακούσουν όλοι.


Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

τα κενά και τα πλήρη του χρόνου


Τρέχει... Μόνο μπροστά. Ακούραστα. Δε σταματά, δεν κοιτάζει πίσω. Κι εσύ μαζί του, είτε το θέλεις είτε όχι. Ζεις την κάθε του στιγμή, ούτε κι εσύ σταματάς ποτέ. Ωστόσο, προσπάθησε να σκεφτείς, να θυμηθείς, να ανασύρεις τις μνήμες. Κάνε ένα γρήγορο ταξίδι πίσω.
Τί βρίσκεις; Στάσεις, σταθμούς, σύμβολα. Θυμάσαι ότι πήγες στη συναυλία μετά το μάθημα που σου άλλαξε τη διάθεση, θυμάσαι ακριβώς τι φορούσες στη γιορτή του τάδε γιατί σου σκίστηκε το καλσόν την πιο ακατάλληλη στιγμή. Θυμάσαι τη διαδρομή στο λεωφορείο την πρώτη φορά. Θυμάσαι τον αποχαιρετισμό. Θυμάσαι το πρώτο λυπημένο βλέμμα, το πρώτο στοιχείο της θνητής και ανθρώπινης φύσης της. Θυμάσαι τη στιγμή που την κράτησες πρώτη φορά αγκαλιά, ήταν μόλις 20 ημερών, ήταν περίπου 5 το απόγευμα, φορούσες εκείνο το φουστάνι που αγαπάς και είχες άγχος να μυρίζεις όμορφα. Θυμάσαι ότι τη μέρα που συναντηθήκατε είχε ήλιο και βροχή και ήταν κάπως αστεία και θλιμμένα. Θυμάσαι τη λυπημένη μέρα που περπατούσες στο κρύο πεινασμένη και φορτωμένη γιατί ένιωθες ότι ο κόσμος δεν είχε για σένα μια γωνιά να κλάψεις, θυμάσαι όμως ότι ένιωσες επιτέλους ελεύθερη εκείνη τη μέρα. Θυμάσαι την πρώτη σου άσπρη τρίχα, μπορείς να προσδιορίσεις με ακρίβεια τη μέρα που αυτή η μικρή άσπρη τρίχα αποφάσισε να βγει στην επιφάνεια. Θυμάσαι την παραλία και τα αστέρια, θυμάσαι την άμμο στον αφαλό σου. Θυμάσαι το γέλιο, το ηλιοβασίλεμα, τα ιδρωμένα βλέμματα, την ευτυχία. Θυμάσαι ότι εκείνη τη μέρα σε τσίμπησαν 11 κουνούπια, θυμάσαι πού σταμάτησες για να βάλεις αμμωνία. Θυμάσαι το σκύλο που σε κοίταξε λυπημένος. Θυμάσαι τα μάτια του όταν σε είδε να μπαίνεις, μπορείς ακόμα να νιώσεις το άγγιγμά του στο χέρι σου. Θυμάσαι κι άλλα, θυμάσαι πολλά. Κλικ... Κλικ!
Υπάρχουν όμως κι άλλα αμέτρητα που αγνοείς. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ, σαν να έχουν αναιρέσει το χωροχρονικό συνεχές. Σαν να ήταν κενά. Στη μνήμη; Ο χρόνος είναι συνεχής, η αντίληψή σου όμως γι' αυτόν είναι κβαντισμένη. Μεταπηδάς από γεγονός σε γεγονός, από όριο σε όριο. Αυτό το άπειρο, συνεχόμενο μυστήριο, προσπαθείς απελπισμένα να το κατανοήσεις με σημεία, στιγμές, στίξεις, ορισμένα και πεπερασμένα. Αυτά έρχονται μπροστά και όλα τα υπόλοιπα γίνονται το φόντο, το υπόβαθρο για τη δράση. Για τη μνήμη, για σένα.
Μοιάζεις σαν ένα Μικρό Πρίγκηπα που αιωρείται στο σύμπαν και φυτεύει τριαντάφυλλα στα γεγονότα που τον ορίζουν. Μετά, ανασυγκροτεί νοερά το σύνολο των τριαντάφυλλων και προσπαθεί να εποπτεύσει το σύμπαν, να χαρτογραφήσει την εικόνα του. Κι εκείνη, όλο του ξεφεύγει... Όλο και εμφανίζει κενά και θολές περιοχές...


[Σωζ, αν δεν ήταν η εργασία σου δε νομίζω να έφτανα σ' αυτή τη σκέψη. Οπότε, δικαιωματικά το ποστ σου ανήκει.]

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

will you?



Κάτω απ' τα αστέρια
Πάμε μια βόλτα
Στο φεγγάρι
Δε θα πω λέξη
Μόνο θα ακούω
Να ανασαίνεις

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

βροχή...


pero a la montaña ni locos nos vamos
turistas y extraños, se acercan en vano
pa' que se preocupan? derechos humanos
si aquí la justicia sale sobrando

Καλημέρα! ...sale sobrando...  Ξυπνητήρι... Ξυπνητήρι;;; Ωωωωω... Αέρας! Νερά στο μπαλκόνι, σκοτεινό παράθυρο... Βροχή! Ώρα;;; Ιιιιμμμμμ! Σκατά! Θερμοσίφωνο! Ζεστό νερό, μπάνιο, ααχ... Γρήγορα, γρήγορα! Κρεβάτι, το πάπλωμα στη θέση του, τέντωμα καλό... Πιστολάκι, γρήγορα! Μαλλιά στεγνά; Γρήγορα... Τηλέφωνο, μη χτυπάς τώρα, μη σου λέω! Όχι, δε θέλουμε αποκωδικοποιητή... Γιατί δε βλέπουμε τηλεόραση! Καθόλου; Καθόλου!!! Μπότες, κλειδιά, ομπρέλα, ήδη στην πόρτα!
Φφφ... Αέρας! Μια ομπρέλα στη βροχή, μόνη της στο δρόμο... Απογειώνεται ελαφρώς... Οι ρόδες του τρόλεϊ, το όνειρο της ομπρέλας τελειώνει εδώ! Γρήγορα... Τράπεζα, ουρά, κρύο, χρωματιστές ομπρέλες, ταλαιπωρημένες ομπρέλες, ομπρέλες με καμπούρα σαν τον ιδιοκτήτη τους, επιθετικές ομπρέλες... Λιμνούλες με καφέ νερά. Ένα βλέμμα βαθυπράσινο, δέκατα του δευτερολέπτου. Μπιπ... Μπιπ... Λεφτά, απόδειξη, κάρτα, όλα στο πορτοφόλι. Φανάρι! Φανάρι! Γρήγορα... Πλιτς... Ωωωπ, εισιτήριο, ακύρωση... Ουφ! Μια θέση... 
Ένα βιβλίο θρησκευτικό... Ιησούς Χριστός: προφητείες. Αφοσίωση. Κι άλλες ομπρέλες! Γκουχ... Γκουχ... Αψού! Ποταμάκι αίματος, η βροχή ξεπλένει το νεκρό σώμα της κατάλευκης γάτας. Γαλότσες, κι άλλες ομπρέλες, καρότσια... Μια βρεγμένη βαλίτσα, μαύρη με κόκκινα καρό, μέσα σε μια λιμνούλα γκρίζων νερών, αβοήθητη. Υποχόνδριος. Ευέξαπτος. Καβγάς... Ένα φούτερ ζακετάκι κι από μέσα ένα μακό. Βλέμμα κουρασμένο, χωρίς ομπρέλα, μούσκεμα ως το κόκκαλο! Μαλλιά ράστα, όχι από στιλ αλλά από απλυσιά, φυσικό άρωμα αποσύνθεσης, αληθινή μύγα πλεγμένη μαζί με τα ακατάστατα σκουπίδια... 
Αέρας επιτέλους! Κρύος και χωρίς άρωμα. Ψηλός, μαύρο μακρύ παλτό, κεφάλι κάτω, βλέμμα μυστηριώδες... Διάσημος ηθοποιός κινείται με τα πόδια! Φανάρι... Φανάρι! Γρήγορα! Τηλέφωνο... Όχι τώρα... Λάθος ώρα! Κρύο, βροχή, μυρωδιά χαλασμένου απροσδιόριστου πράγματος. Το χέρι σφιχτά στην τσάντα... Βλέμματα καχύποπτα. Φοβισμένα. Φτάσαμε!
Εργασία, μάθημα, χαμόγελο. Παλιός συμμαθητής. Νυν ένστολος, όπλο με χάρη στη ζώνη! Φαγητό στα γρήγορα... Τρέξιμο στη βροχή... Πλατς! Ποτάμια στο κέντρο. Αυτοκίνητα... Φλους... Πλουτς! Άλλο μάθημα. Βροχή δυνατή... Μην κοιμάσαι, μη... Γέλια!
Παλτό, σκούφος, ομπρέλα... Πάμε! Ποτάμια, καταρράκτες και σκοτάδι. Αέρας και πολυκοσμία παντού. Αναμονή... Κρύο... Βρεγμένα πόδια, βρεγμένα χέρια... Λεωφορείο! Θέσεις... Ζακέτα λερωμένη, βλέμμα απλανές, άρωμα σκουπιδιών, παραμιλητά σε άγνωστη γλώσσα, σχήματα στο υγρό παράθυρο. Παπούτσια τρύπια... Συζήτηση λεωφορείου. Υγρασία παντού... Ύφος παντογνώστη, βλέμμα θιγμένο, τηλέφωνο στο αφτί, ανεβασμένα ντεσιμπέλ! Σκοτάδι και βροχή... 
Φτάσαμε! Μαντάμ, να περάσω;;; Βρρρουουουμ βρρρουμμμ πάνω στην πλατεία! Νευρικά γέλια... Ομπρέλα... Υαλοκαθαριστήρες πάνω-κάτω, σινιάλο! Ευχαριστώ... Πλατς! Αέρας... Άσε την ομπρέλα μου κάτω! Σουπερμάρκετ... Παλτό, σκούφος, σακίδιο, σακούλες, ομπρέλα... Πλατς! Πλιτς! Πλιτς!... 
Κλειδιά... Ασανσέρ. Κλειδιά... Σκοτάδι! Απλωμένα χαλάκια στο μπαλκόνι!! Μια δεύτερη πλύση τους ήταν απαραίτητη... Θερμοσίφωνο. Ζεστό ντους... Χιλιάδες πράγματα στη σειρά αναμένουν... Ζεστή σούπα, μάτια που κλείνουν... Και μετά;
Μυρίζει εξεταστική... Καληνύχτα! Καληνύχτα;

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

δύσκολοι αποχαιρετισμοί... η φίλη μου!

Είσαι κοντά μου τόσον καιρό... Δίπλα μου, εκεί κάθε φορά, με το γνωστό χαμόγελο και την αφέλεια που σκοτώνει! Τόσο αφοπλιστικά, τόσο απλά... Καμιά φορά ξέρεις ότι με εκνευρίζουν όλα αυτά! Αλλά μόνο για λίγο...
Θα μου λείψει το γέλιο, θα μου λείψει η ενέργεια, θα μου λείψουν οι ατελείωτες συζητήσεις. Θα μου λείψουν οι αφηρημένες μέρες, οι λυπημένες, οι παρηγορητικές. Θα μου λείψουν οι φιλικές συμβουλές με ύφος τουλάχιστον εικοσιτεσσάρων φρόιντ. Θα μου λείψουν οι αναλύσεις με συνοδεία κινήσεων διευθυντή ορχήστρας... Θα μου λείψουν οι ξεσηκωμοί σου, οι ξαφνικές βόλτες, οι παρορμήσεις. Θα μου λείψει το φαγητό και τα ξενύχτια... Θα μου λείψει να νιώθω μεθυσμένη χωρίς να έχω πιει! Θα μου λείψουν οι νυχτερινοί περίπατοι, θα μου λείψουν τα περπατήματα που δεν κάναμε ενώ τα υποσχεθήκαμε! Έτσι, θα έχουμε πάντα κάτι να περιμένουμε για την επόμενη φορά.
Θα χαίρομαι όμως που θα περνάς καλά εκεί που πας και μη φοβάσαι.

Μη φοβάσαι
Μόλις κλείσεις τα μάτια
Κάνε μια ευχή
Μια μόνο σκέψη
Και ονειρέψου δυνατά
Εντάξει;
Πάρε μια βαθιά ανάσα
Έξω στο δρόμο
Ή απ' το ανοιχτό παράθυρο
Νιώσε τον αέρα
Δροσερό και φρέσκο
Χαμογέλα
Κοίτα γύρω σου
Κάπου θα δεις να πετάει ένα χνούδι
Ή να πέφτει ένα αστέρι
Είμαι κι εγώ εκεί 

Σε χαιρετώ τώρα που μπορώ γιατί μετά δε θα 'χω λέξεις μικρή μου και δε θέλω να σε γεμίσω μελαγχολία! ...


[μόνο μη μου πεις ότι δεν αναγνωρίζεις τη φωτογραφία κακομοίρα μου!]

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

feeling good!


Αχ... οι χαρές έρχονται πάντα εκεί που δεν τις περιμένεις!

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

μνήμες απρόσμενες!

της επί χρήμασι(ν) διδομένης γυναικός το σιδηρούν κιγκλίδωμα

Δεν ξέρω γιατί και πώς μου ήρθε αυτή η φράση, Δευτέρα πρωί μέσα στο τρόλεϊ, καθώς κοιτούσα ήρεμα και αφηρημένα έξω απ' το παράθυρο. Μας την έλεγε συχνά μια πολύ αγαπημένη φιλόλογος στο λύκειο... Κι έτσι ξαφνικά, βρέθηκα να σκέφτομαι δοτικές και ευκτικές, περισπωμένες, δασείες, οξείες, βαρείες και ψιλές. Απαρέμφατα και υποτακτικές, δεύτεροι τύποι. Κατηγορούμενα, έμμεσα και άμεσα αντικείμενα, δευτερεύουσες, προσδιορισμοί κάθε είδους. Κάθε κείμενο, μια ευκαιρία για τον ντετέκτιβ να λύσει το συντακτικό μυστήριο... Και τί ευτυχία να βρίσκεις τους ενόχους!
Και κάπως έτσι, έφτασα σε μια ξεχασμένη παναγιώτα, μια παναγιώτα που ξεθώριασε και έσβησε σιγά σιγά. Ήταν εκείνη που αγαπούσε τα Αρχαία με πάθος, σχεδόν όπως μια ξένη γλώσσα, εκείνη που δε χόρταινε να ψάχνει τα υποκείμενα και τα αντικείμενα, που δεν ηρεμούσε αν δε λυνόταν σωστά το μυστήριο. Την άφησα να φύγει νομίζω, κάπου εκεί στο λύκειο, διαλέγοντας κατεύθυνση. Και μετά ταξίδεψα στην παναγιώτα που ήταν ερωτευμένη με τα μαθηματικά πιο πολύ από ποτέ, που έβλεπε την ακλόνητη (;) νομοτέλειά τους παντού. Και στην άλλη, που ήθελε να καταλάβει τα πάντα για το πώς λειτουργεί αυτός ο κόσμος. Που ρώταγε γιατί η θάλασσα φαίνεται γαλάζια και άλλα πολλά που πια ούτε θυμάμαι. Συνάντησα και την παναγιώτα που ενθουσιαζόταν με κάθε είδους γρίφους λογικής και παράδοξα. Κάθε μια έδινε τη σκυτάλη στην επόμενη, ώσπου κατάλαβα: η παναγιώτα που θέλει να γίνει μηχανικός είναι η πιο δυνατή. Μηχανικός στην αρχιτεκτονική δεν γίνεσαι, το πήρα χαμπάρι και την έδιωξα κι αυτήν όπως και τις προηγούμενες...

Έτσι ξαφνικά, κοιτώντας την υγρασία στο τζάμι, αρχίζεις χωρίς λόγο να νοσταλγείς τις παναγιώτες που έχασες, αυτές που έθαψες κι αυτές που ξέχασες... Πριν βάλεις τα κλάματα όμως, σκέψου τις παναγιώτες που κέρδισες. Αυτές που δεν είχες ιδέα ότι θα συναντήσεις και βγήκαν από το μαγικό κουτί τις πιο κατάλληλες και ακατάλληλες στιγμές. Χαιρέτα τες, τώρα που είναι μαζί σου. Δε θα είναι για πάντα ξέρεις! Και κάθε μέρα, μην ξεχνάς να καλωσορίζεις τη μικρή εκκολαπτόμενη παναγιώτα που φιλοξενείς.
Αν θα είσαι πάντα εσύ; Το συνεκτικό (ορατό ή αόρατο) νήμα που κρατάει τις παναγιώτες απ' το χέρι, αυτό είσαι εσύ! Και οι κλωστές που σου ξεφεύγουν στο δρόμο, τα χνούδια που αφήνεις στον άνεμο είσαι εσύ! Οι αναμνήσεις αυτές είσαι εσύ!

Και τώρα, μπορείς να κοιτάξεις ένα φύλλο που αιωρείται, αιωρείται, αιωρείται... και κολλάει στο τζάμι δίπλα σου. Ωπ! Όταν ξεκολλήσει, θα είναι διαφορετικό. Όμως για σένα θα είναι το φύλλο που σε έκανε να γελάσεις με τη σκέψη που σου πρόσφερε... Καλημέρα!


Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

μπορώ;...

Δε θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου στη Στουρνάρη. Δε θέλω να ξαναπεράσω ανάμεσα από πεταμένες κόκκινες συσκευασίες από χαπάκια, δε θέλω να ξαναπατήσω σπασμένη σύριγγα, δε θέλω να ξαναμυρίσω καπνό αγνώστου προέλευσης και ποιότητας που εκπνέεται από κάποιον ζωντανό νεκρό. Δε θέλω να κάνω ζικ ζακ και να αλλάζω 100 φορές πεζοδρόμιο για να αποφύγω τους ναρκομανείς, τους εμπόρους, τους μεθυσμένους, τους μικροπωλητές, τους εγκληματίες και τα ΜΑΤ (γιατί ναι, έχει κι απ' αυτά η οδός Στουρνάρη) με τις φιάλες δακρυγόνων και τα υπερόπλα να κοιτάνε καταπάνω μου.
Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο και να 'ναι Κυριακή, η Τ12 κλειστή με τα πράγματά μου κλειδωμένα μέσα, και να μην μπορώ να δουλέψω. Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο και η είσοδος και όλη η αυλή να μυρίζει κάτουρο. Δε θέλω να ξαναδώ στο προαύλιο σπασμένα μπουκάλια μπίρας και αίματα.
Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο που ακόμα δεν ξέρει αν και πότε θα κάνουμε εξεταστική. Ακόμα σημαντικότερο, δε θέλω να πάω στο Πολυτεχνείο που κοροϊδεύει τον εαυτό του και όλους μας για τα μαθήματα που χάθηκαν και γι' αυτά που έγιναν. Δε θέλω να ξαναδώ αρχιτέκτονες που (νομίζουν πως) τα ξέρουν όλα και πιστεύουν ότι θα αλλάξουν τον κόσμο με την υψηλή τους τέχνη. Δε θέλω να ξαναδώ αρχιτέκτονες που προσπαθούν να επιβάλλουν στους ανθρώπους την οπτική τους για τον κόσμο και την κατοίκηση, χωρίς να σκέφτονται ότι η αρχιτεκτονική είναι για να τη ζεις, όχι για να την κάνεις κάδρο στον τοίχο σου... Δε θέλω να γίνω έτσι.
Δε θέλω να περιμένω στην Ομόνοια μισή ώρα μέχρι να περάσει ένα από τα 4 τρόλεϊ και 3 λεωφορεία (!) που με πάνε σπίτι μου. Και μάλιστα μεσημέρι, όχι αργά το βράδυ.
Να συνεχίσω; Όχι, νομίζω είναι η σειρά σας τώρα...
Ή μήπως είμαι απλώς κακομαθημένη;

Και το ξέρω πως δεν πρέπει, αλλά κάτι τέτοια γεγονότα με κάνουν να χάνω την όρεξη για τα πράγματα που αγαπάω και να γκρινιάζω. Και το ξέρω πως μετά θα το μετανιώσω που γκρινιάζω, όμως είναι κάποιες στιγμές που χρειάζεσαι μια μεγάλη σφιχτή αγκαλιά να σου πει με ασφάλεια και σιγουριά ότι όλα θα είναι εντάξει. Ότι όλα θα περάσουν μια μέρα. Όπως τότε που ήμασταν παιδιά και οι γονείς μας μας χάιδευαν τα μαλλιά και μας σκέπαζαν τρυφερά με το ζεστό πάπλωμα και περίμεναν μέχρι να κοιμηθούμε. Τότε που βλέπαμε χαζούς εφιάλτες και κλαίγαμε για τα παιδάκια που δε μας παίζανε στη γειτονιά, θυμάστε; Ε, λοιπόν μια τέτοια στιγμή έχω τώρα. Αλλά πολύ φοβάμαι πως είμαι μεγάλη πια για να περιμένω αγκαλίτσα.



υ.γ. Ευχαριστώ που είστε εδώ τώρα και διαβάζετε αυτές τις σκέψεις, είναι λυτρωτικό να ξέρω ότι είστε εδώ, ακόμα και από αυτήν την ψηφιακή απόσταση. Και υπόσχομαι οι επόμενες σκέψεις να είναι πιο χαμογελαστές!

ααα δείτε κι αυτό: http://ypogrammistis.blogspot.com/2011/01/blog-post_23.html

Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

από τα μάτια των παιδιών...


Σκέψου πως είσαι σχεδόν 2 χρονών.

Έχεις ύψος κάτι λιγότερο από το τραπέζι του φαγητού, ο ποπός σου τσιτώνει από το τεράστιο φουντωτό πάμπερς, όλοι ασχολούνται μαζί σου κοιτώντας σε σαν να είσαι κάποιο πολύτιμο μπιμπελό από άλλο πλανήτη. Κυκλοφορείς συνήθως παραπατώντας και σκοντάφτοντας στο καθετί, πατάς τα παιχνίδια σου και άλλα μικροαντικείμενα στο διάβα σου, γλιστράς και πέφτεις. Και σηκώνεσαι γελώντας, βάζοντας τα χέρια μπροστά και τουρλώνοντας τον ποπό μέχρι να ισορροπήσεις! Τινάζεις τα χέρια σου άτσαλα. Εκείνη τη στιγμή, όλο και κάποιος έρχεται και σε χαϊδεύει, σε ζουζουνίζει, σε φιλάει και σου ρίχνει τρυφερά πατ πατ στην πλάτη ή στο παραφουσκωμένο πάμπερς. Παρατηρείς τα πάντα γύρω σου, όσο μπορεί να πιάσει το μάτι σου δηλαδή, και κοιτάς με απορία. Σηκώνεις το χέρι, δείχνεις και ρωτάς με επιμονή Α(υ)τό; Α(υ)τό; Εξερευνάς τα πάντα, τα τραβάς, τα σέρνεις, τα πετάς και τα κάνεις αγκαλίτσα βγάζοντας κραυγές και αλαλαγμούς χαράς. Μιλάς, στον εαυτό σου, στα παιχνίδια σου, στους άλλους. Δε σε καταλαβαίνουν πάντα. Και μετά αρχίζουν οι ερωτήσεις: μήπως αυτό; εκείνο γλυκούλι μου; με χαζή μωρουδίστικη φωνούλα... Όταν το πετύχουν, αναφωνείς Ναι! με ανακούφιση και κουνάς το κεφάλι πάνω κάτω χαμογελώντας. Καμιά φορά, λες κάτι και όλοι ξεσπούν σε γέλια, αγκαλιάζονται, σε σηκώνουν ψηλά, σε φιλάνε πάλι πάλι και πάλι. Τους κοιτάς με απορία. Για κάποιον περίεργο λόγο όλοι θέλουν να φάνε λίγο απ' τα μπουτάκια σου ή τα μαγουλάκια σου, σου γελάνε και γαργαλάνε την κοιλιά σου... Κι εσύ χαμογελάς και πάλι! Νυστάζεις αλλά δεν πας για ύπνο, δε θέλεις να χάσεις στιγμή από τον κόσμο. Τρως μαζί με τους μεγάλους με καμάρι, πασαλείφεις τα πάντα στη μούρη σου, τα σκουπίζεις όπου βρεις. Και πάλι γελάς! Τριγυρίζεις κρατώντας κάτι στα χέρια σου και το δείχνεις παντού, φωνάζεις το όνομά του. Μπορείς να απασχοληθείς με μια ομπρέλα για πάνω από μισή ώρα και να είσαι ευχαριστημένος. Τραγουδάς μόνος σου και χορεύεις στο ρυθμό, μέχρι που τελικά ζαλίζεσαι, παραπατάς και πέφτεις. Επαναλαμβάνεις σαν παπαγάλος ό,τι καινούρια λέξη ακούσεις, με όποιον τρόπο μπορείς. Χαϊδεύεις κι εσύ, αγκαλιάζεις και δίνεις φιλάκια. Χαιρετάς. Επιβραβεύεις τον εαυτό σου λέγοντας Μπάβο! και χτυπώντας παλαμάκια χαρωπά. Κλαις, απογοητεύεσαι, νυστάζεις, κουράζεσαι. Δοκιμάζεις τα πάντα, ξέρεις τη γεύση του πατώματος, του τοίχου, ίσως ακόμη και των παπουτσιών, όλο και κάποια φορά θα πρόλαβες να τα γευτείς ενώ δεν κοιτούσε κανεις! Σου αρέσει να σε βάζουν στους ώμους, επιτέλους βλέπεις τον κόσμο από ψηλά... Όταν σε πηγαίνουν βόλτα ενθουσιάζεσαι και μετά εξιστορείς ξανά και ξανά ό,τι σου έκανε εντύπωση! Είσαι αγνά αφελής, τους αγαπάς σχεδόν όλους...

Είναι φανερό ότι καταλαβαίνεις πολλά περισσότερα από όσα μπορείς να τους δείξεις. Τί να σκέφτεσαι άραγε; Μπορείς να θυμηθείς;;;


[για δύο μικρά ανθρωπάκια που με κάνουν ευτυχισμένη]

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

σκηνοθετώνας... για ένα χαμόγελο!



Μικρές σταγόνες ευτυχίας στην άνοστη μονοτονία... 
Αναδημιουργείς τον εαυτό σου κάθε μέρα, αφιερώνεις χρόνο σε μικρά πράγματα, σημαντικά όσο ένα χαμόγελο.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

η καθημερινότητα σε κλίμακες...

Οδός Πατησίων. Μια διαδρομή. Σε κάποιο τρόλεϊ. Κάθε μέρα. Δυο φορές τη μέρα. Τεσσεράμισι χρόνια.

Πώς πέρασαν έτσι; Αναρωτιέσαι. Ξέρεις πια όλους τους δρόμους, κάθε γωνία, τα μαγαζιά με τις καλύτερες βιτρίνες, τα σημεία συνάντησης. Περιμένεις δίπλα στο παράθυρο να δεις το σχολείο που προβάλλει στο τέλος του δρόμου, να πάρεις άλλη μια ανάσα όμορφης Αθήνας κοιτάζοντας τη φυγή κάποιου στενού, τα Κάτω Πατήσια να σβήνουν στο βάθος της κατηφόρας, το βουνό να ξεπροβάλλει περήφανο πίσω από τις κυψελιώτικες πολυκατοικίες. Σχεδιάζεις πάντα βόλτες για να δεις από κοντά όλα αυτά τα όμορφα, έχεις όμως συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι αυτές τις βόλτες θα τις κάνεις μόνο στη φαντασία σου. Θα τις ερωτευτείς πλατωνικά και το επόμενο πρωί θα τις αντικαταστήσεις. Ξανά και ξανά. Καμιά φορά μυρίζεις τον πρωινό ήλιο και σκας ένα χαμόγελο. Σκέφτεσαι ότι θα είναι καλή μέρα, αφού σε χάιδεψε μια τρυφερή αχτίδα.
Ξέρεις πόσος κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει σε κάθε στάση. Μπορείς πια να μαντεύεις ποιός θα κατέβει πού. Ξέρεις πια τη φθορά των κτηρίων, τα μπαλκόνια του πρώτου ορόφου, άλλα φροντισμένα και άλλα αφρόντιστα. Θυμάσαι τα λουλούδια, τις τέντες με τα λογότυπα των καταστημάτων, κάποιες έχουν σαπίσει από τη βροχή και στέκονται υγρές και αρρωστιάρικες, γεμάτες μούχλα και βρύα. Έχεις πια μάθει τα δέντρα που είναι μεγαλύτερα και τα κλαδιά τους προβάλλουν πάνω από το δρόμο, προκαλώντας κάθε φορά αυτό το χαρακτηριστικό θρόισμα, τον ήχο της τριβής, της ατυχούς συνάντησής τους με τις κεραίες του τρόλει, που σαν επιθετικοί εραστές αρπάζουν και βιάζουν την αβοήθητη λεία τους καθώς περνάνε. Για λίγο.
Κι οι άνθρωποι; Η ζωή; Ναι, τους βλέπεις κι αυτούς εκεί έξω, πηγαινοέρχονται, τρέχουν, σταματάνε, καθυστερούν, μιλάνε, μερικές φορές μαλώνουν. Τους κοιτάς με απορία, με χαμόγελο, με συμπόνοια, με θαυμασμό. Βλέπεις μέσα στα αυτοκίνητα, οι άνθρωποια αγχώνονται, κουράζονται, βιάζονται, ταιριάζουν τα ρούχα τους, φρεσκάρουν το μακιγιάζ τους, διαφωνούν, ερωτεύονται. Ανταλλάσεις βλέμματα και χαμόγελα. Καμιά φορά, αν είσαι τυχερή, τους ακούς να μιλάνε. Φευγαλέα. Και συνεχίζεις, προσπερνάς και προσπερνιέσαι. Χωρίς να μπορείς να αντιδράσεις.
Κάθε φορά βρίσκεις ένα νέο θέαμα, ένα δρώμενο, ένα σκηνικό, ένα αντικείμενο, μια λεπτομέρεια που αγνοούσες, για να σου τραβήξει την προσοχή. Ανάλογα με τη διάθεσή σου, την αισιοδοξία, την εσωστρέφεια, την απελπισία, την κούραση, την ελπίδα της στιγμής. Λες πως αυτό το θέατρο σε έχει πια κουράσει, το έχεις σιχαθεί. Δεν αντέχεις άλλο τα μικρά ανθρωπάκια που κινούνται πάνω-κάτω, δε θέλεις να ξαναδείς αθηναϊκή πολυκατοικία, όχι άλλο μπαλκόνι, όχι άλλο έρκερ. Αλήθεια;

Και ξαφνικά, οι απεργίες... Περπατάς στην ίδια διαδρομή. Όχι πως δεν είχες περπατήσει ξανά στην Πατησίων. Δεν είχες περπατήσει ποτέ όμως με συχνότητα τέσσερις φορές την εβδομάδα. Και δεν είχες ποτέ πριν όλα αυτά τα ερεθίσματα που σε κάνουν να λες ότι σιχάθηκες την Πατησίων. Κάνεις πια μια εντελώς άλλη ανάγνωση της πόλης, από άλλη όψη. Από άλλο επίπεδο.
Τώρα ξέρεις όχι τις φυγές, αλλά τις λακκούβες στο πεζοδρόμιο, τα σημεία με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις επικίνδυνες στροφές. Προσέχεις πια να μη σε πατήσουν, να μην πατήσεις τα απομεινάρια μιας ζωής διαφορετικής από τη δική σου, κάνεις ζικ-ζακ ανάμεσα σε περιττώματα και λασπόνερα. Γνωρίζεις τις πλάκες του πεζοδρομίου που ξεκόλλησαν και αν τις πατήσεις θα γεμίσεις πάλι με αυτά τα υπέροχα καφετιά υγρά στα παπούτσια, τις κάλτσες και το παντελόνι σου. Θυμάσαι το σπασμένο φανάρι, τη βιτρίνα με το ωραίο φουστάνι, το μαγαζί που κάθε πρωί πλένει το πεζοδρόμιο μπροστά του, θυμάσαι τον κουβά, τη σκούπα. Αποφεύγεις τις γωνίες με τα κλιματιστικά που στάζουν, σταματάς για να θαυμάσεις ένα φύλλο, μια είσοδο, ένα χερούλι σε κάποια πόρτα. Μυρίζεις, το ψητοπωλείο, το φρέσκο ψωμί, τα κάτουρα της προηγούμενης νύχτας. Το άρωμα ενός ξένου.
Δεν ξέρω αν το συνειδητοποιείς, αλλά έχεις γίνει πια ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Κινείσαι κι εσύ βιαστικά ή τεμπέλικα. Σκοντάφτεις, χτυπάς πάνω σε κάποιον, διαπληκτίζεσαι με κάποιον. Τώρα σε ακουμπάει ένα από τα μικρά ανθρωπάκια. Ακούς τις κουβέντες τους, στο τηλέφωνο ή πρόσωπο με πρόσωπο. Είναι θυμωμένοι, λυπημένοι, ενθουσιασμένοι, σε υπερένταση. Είναι μεθυσμένοι. Σε ποθούν, σε πειράζουν. Να ήξερες τί γλώσσα μιλάνε! Να καταλάβαινες έστω μια φευγαλέα τους φράση! Θα σου χάριζε ένα χαμόγελο για τη μέρα που έρχεται, απαιτητική και δύσκολη, έτοιμη να ζητήσει τα πάντα από σένα.
Δεν είσαι πια στο θέατρο... Και σου αρέσει. Σου αρέσει που μπορείς να κάνεις χίλιες σκέψεις τη στιγμή, που δεν κοιτάς πια πάνω από το ισόγειο. Νιώθεις την ελευθερία...

Οδός Πατησίων. Κλίμακα; Από την (απρόσωπη;) πόλη στην (προσωπική;) καθημερινότητα. Στη γη. Σε κάθε κλίμακα βλέπεις σε άλλη εστίαση, σε άλλες ταχύτητες, σε άλλους χρόνους. Και κάθε άνθρωπος βρίσκεται στο δικό του σύμπαν. Αυτό είναι, οι παράλληλες πραγματικότητες που συνθέτουν τελικά μια εικόνα του κόσμου, κάθε φορά πιο γεμάτη. Άραγε αν μπορούσες να δεις από τα μάτια ενός μυρμηγκιού; Αν άκουγες ό,τι ακούει ένα πουλί;



[το soundtrack της στιγμής που μου ήρθε η πρώτη φευγαλέα σκέψη για το θέμα αυτής της ανάρτησης, ένα πρωινό στην Πατησίων, σε ένα πεζοδρόμιο ασφυκτικά γεμάτο με κόσμο....]

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

κλεμμένο!

Και ναι, μπορεί η περίπτωση να είναι δύσκολη, παράξενη, στραβή, όχι ιδανική... Όμως έχεις δύο επιλογές: να κάτσεις εδώ και να λες πόσο δύσκολα είναι όλα και ότι δε θα τα καταφέρεις ή να προσπαθήσεις. Να προσπαθήσεις με όλη σου τη διάθεση και να ενεργοποιηθείς από την ιδιαιτερότητα των περιστάσεων! Είναι μια πρόκληση!

[τα λόγια  δεν είναι δικά μου, αν επρόκειτο για σενάριο θα είχα κάνει μάλλον την προσαρμογή, όμως τα παραθέτω, έτσι χωρίς σχόλιο, και σας προσγειώνω στην εκκωφαντική σιωπή που αφήνουν πίσω τους - ευχαριστώ Σ.]

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

θα μου γνωρίσεις... εμένα;

Ξυπνάς κάθε μέρα δίπλα σε κάποιο εγώ μου. Κάπου συναντιόμαστε. Μιλάμε. Μου θυμίζεις εμένα, ξεδιπλώνεις εμένα. Με βοηθάς κάθε φορά να ανακαλύψω αυτό που δεν ξέρω (ακόμη) ότι κρύβω μέσα μου, σε βοηθάω να καταλάβεις τα όριά σου. Κι ύστερα, προσπαθείς να τα φτάσεις. Κι εγώ, ξεκινάω ένα νέο δρόμο. Όταν συναντηθούμε ξανά θα είμαστε πια κάποιοι άλλοι. Και ξέρεις γιατί; Γιατί, αγαπημένε, θα έχω πλησιάσει το εγώ μου, θα έχεις γίνει πιο εσύ από ποτέ. Και ταυτόχρονα, θα έχουμε απλωθεί ήρεμα και ελεύθερα ο καθένας προς τη θάλασσα του άλλου. Τα ρούχα που ανταλλάξαμε θα επιπλέουν στο νερό ανάμεσά μας...

Joan Miró | Bleu II (1961)

Δε διαφέρουμε πολύ από αυτές τις μαύρες τελείες.
Η κάθε μια από μόνη της δεν είναι παρά μια μαύρη τελεία, και ίσως κανείς να σκεφτεί ότι μπορεί να φτιάξει κι εκείνος πολλές τέτοιες μαύρες τελείες, ίσως ακόμη και καλύτερες. Όλες μαζί όμως, σε αυτό το συνδυσμό θέσεων, χρωμάτων και αλληλεπιδράσεων, απαρτίζουν έναν εξαιρετικό πίνακα. Και μέσα στο σύνολο, η κάθε μαύρη τελεία αποκτά το χαρακτήρα της, γίνεται μοναδική. Εξάλλου, δεν είναι όλες ίδιες!
Έτσι κι εμείς, μέσω της συνύπαρξης με τους άλλους γινόμαστε ο εαυτός μας. Κάποιος πάντα μας εμπνέει και μας κινητοποιεί, μας ξεκλειδώνει. Φίλος, γονιός, δάσκαλος, άγνωστος, τυχαίος, μακρινός, πλατωνικός... Κάποιος! Εν αγνοία του... Μέσα από μια διαρκή διαδικασία σχέσεων, αλληλεπιδράσεων και ετεροπροσδιορισμών, η εικόνα συμπληρώνεται. Σ' αυτήν έχουμε θέση αυτόνομη, ξεχωριστή, έχουμε ταυτότητα.
Κι ας είναι μόνο στιγμιότυπο, εικόνα μαγική, που αλλάζει κάθε τόσο.

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

κι η πολυτέλεια του χρόνου;

Δημήτρης Πικιώνης


Πάντα πίστευες ότι είναι λίγος ο χρόνος, ότι είναι πολλά τα θέλω... Αν μπορούσες να έχεις την ελευθερία να επιλέξεις! Αχ... τότε θα ήταν όλα καλύτερα, όλα θα έπαιρναν το δρόμο τους ήρεμα και τακτοποιημένα και θα μπορούσες να προλάβεις και να καταφέρεις τα πάντα!
Και να που αυτή η ελευθερία σου δόθηκε καλή μου! Η πολυτέλεια του χρόνου... Η ευκαιρία σου να κατακτήσεις τον κόσμο! Όχι, δεν την εκμεταλλεύτηκες, το ξέρω. Όχι, νομίζω πως σε τρόμαξε! Και την άφησες ήσυχη στην άκρη, κοιμήθηκες στη σκιά της...
Σήμερα όμως... Σήμερα κάτι άλλαξε! από την αρχική στάση ως τις λεπτομέρειες... 
Κι είναι αυτές οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, μικρά πράγματα, τυχαία γεγονότα που μπορούν να αλλάξουν το μικρόκοσμό σου!
Και το ξέρω πως τώρα πια δεν πιστεύεις στην πολυτέλεια. Πιστεύεις στα ερεθίσματα που σε προκαλούν συνεχώς... Κυνήγησέ τα!


από την έκθεση για τον Πικιώνη στο Μουσείο Μπενάκη | πλακόστρωση στο λόφο του Φιλοπάππου






Να πάτε! Είναι υπέροχα!

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

σκηνικό...

Σας παρακαλώ κύριε! Μα πώς θα περάσω, από πάνω σας; Σηκωθείτε παρακαλώ! Μα, πού να πάω, δε χωράμε! Λίγη ευγένεια, η ευγένεια ξέρετε λείπει από τους νέους! Εμένα μου λέτε; Τουρκία έχουμε καταντήσει πια! Τόσοι ξένοι... ε, βέβαια, αυτά έμαθες στο σπίτι σου, άξεστε! Λίγη ησυχία, σας παρακαλώ! Ηρεμήστε πρωί πρωί! Δεν έχουμε την όρεξή σου κυρά μου!!! (ουρλιάζοντας) Ο Μητσοτάκης... Ε, ας μη γινόμαστε ρατσιστές! Μα, χώρα είναι αυτή; Τί σημαίνει ρατσισμός κορίτσι μου; Μάθατε τώρα μια λέξη και την τσαμπουνάτε!... Ο Μητσοτάκης, ναι, αυτός φταίει για όλα! Και ο Καραμανλής, ο γέρος! Α, εδώ θα διαφωνήσω, δεν ξέρεις τί λες μου φαίνεται! Ωχ, ωχ, ωχ! Το νύχι μου... Αχ μη βρε κύριε στο νύχι μου! Αυτοί φέρανε τη χώρα σ' αυτήν την κατάσταση! Αδιέξοδο! Συγγνώμη, πονάτε; Ε, νύχι είναι βρε κύριε, πονάει, τι να κάνει; Το ξέρω, το ξέρω ότι δεν το θέλατε, θα περάσει... αχ, αχ! Είκοσι λεπτά περίμενα στη στάση! Μη σπρώχνετε άλλο, δε χωράμε! Πήγαινε λίγο κατά κει, να κατέβω! Μανία, να κάθονται όλοι τους στην πόρτα! Πάνε πιο μέσα, κοπελιά! Οδηγέ, βάλε λίγο μουσική να ηρεμήσουνε! ΗΣΥΧΙΑ!!!! Γιατί κι η Παπαρήγα καλύτερη είναι; Όλοι τους σκότωμα θέλουν! Να μπει με τα καλάσνικοφ ο κόσμος στη βουλή... Όχι, κυρία μου, εμείς φταίμε που τους ψηφίζουμε! Αχ, καζάνι έγινε το κεφάλι μου, κυριακάτικα! Κλείσε πια το καβουρντιστήρι το στόμα σου κυρά μου! Οι ξένοι τα φταίνε όλα! Κι εμείς τους δίνουμε δουλειά, τα χαϊβάνια! Όχι, δεν είναι έτσι! Μόνο σε όσους δεν έχουν χαρτιά δίνουν δουλειά! Εγώ που είμαι νόμιμη είμαι πόσους μήνες άνεργη, κανένας δε με παίρνει, πρέπει να μου πληρώνει 100 ευρώ παραπάνω για το ΙΚΑ! Χωρίς δουλειά, άνεργη, και πληρώνω τους φόρους και 150 ευρώ το μήνα στο ΙΚΑ! Από πού να τα βρω; Εμένα που με βλέπετε, τρεις φορές μου ανοίξανε το σπίτι! Με τα καλάσνικοφ στη βουλή, ναι, και να τους καθαρίσουμε όλους πρέπει! Όλοι βρώμικοι είναι! Βρωμιάρηδες, μαύροι! Να γκαμήσου! Εγκώ ντεν πειράζει κανέναν! Ούτε ένας να μη μείνει! Εμένα που με βλέπεις, 70 χρονών είμαι και έχω εφτά φορές να ψηφίσω! Κι εγώ δεν ψήφισα την τελευταία φορά! Μπράβο, και βλέπετε τα αποτελέσματα! Σαν τα πρόβατα στη σφαγή μας πάνε! Μας κάνουν ό,τι θέλουν! ΣΚΑΣΤΕ ΠΙΑ!!! Έχει γεμίσει η Αθήνα ξένους! Να φύγουμε, η μόνη λύση! Εσείς οι νέοι είστε το μέλλον! Όργανο της Αμερικής είναι κι αυτός... Μην τα ακούς αυτά, οι Κινέζοι κυβερνούν τον κόσμο! Κιτρινιάρηδες, ετοιμάζονται να μας επιτεθούν!! Μόνο με αίμα πρέπει να γίνει η Επανάσταση του κόσμου! Μόνο έτσι θα πιάσει! Να τους σκοτώσουν και τους 300 της Βουλής! Σφαγή να γίνει! Κι οι Έλληνες ήταν μετανάστες κάποτε! Και θα ξαναγίνουν σύντομα! Σας παρακαλώ, μη σπρώχνετε άλλο! Δεν μπορώ να κλείσω την πόρτα! Δε χωράτε άλλοι, δεν το βλέπετε; Ας κατέβει κάποιος! Και πώς να πάω κύριε, με τα πόδια;;; Σταματήστε επιτέλους αυτές τις απεργίες! Τον κοσμάκη ταλαιπωρείτε! Να μιλάτε πιο ευγενικά! Είκοσι λεπτά περίμενα στη στάση! Τι ευγένεια, εδώ είμαστε σε στάβλο!!! Δεν καταλαβαίνετε, δε θα 'χουμε να φάμε σε λίγο! Κανείς μας... Ένα παράθυρο, ανοίξτε! Τι μετανάστες κι Έλληνες! Ανοιχτά είναι, δε βλέπεις;;; Αμ, θα μας σκοτώσει αυτός έτσι όπως πάει... Μήπως βλέπω και μέχρι το παράθυρο;; Εμένα που με βλέπεις, έφτυσα την Μπακογιάννη μέσα στο ζαχαροπλαστείο! Μμμ, και κάτι καταφέρατε! Δεν ταράζεται ο κώλος τους, είναι μαθημένοι όλοι τους! Μια χούντα μας χρειάζεται! Τύφλα να 'χει η Παξινού μπροστά στους βουλευτές μας, από υποκριτική ξέρουν καλά! Μου το χτυπάτε λίγο; Μην ανακατεύετε τους ηθοποιούς με τους πολιτικούς! Οι ηθοποιοί ποιούν ήθος!!! Ηθοποιός σημαίνει φως!

Ένα τρόλεϊ. Μια διαδρομή. Ένα πρωί Κυριακής. Λίγα λεπτά. Πόσοι άνθρωποι. Πόσες ζωές. Πόσα άγχη. Πόσοι φόβοι. Πόσα προβλήματα. Επικοινωνία. Ανάγκη.
Μοιάζει με θεατρικό βασισμένο σε κάποιο κείμενο του Ψαθά ή του Τσιφόρου, για μια τρελή Αθήνα μιας άλλης εποχής. Είναι όμως πραγματικότητα... Αρχή του χρόνου, Κυριακή, ο κόσμος δεν έχει ξεκινήσει ακόμα να δουλεύει. Κι όμως, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλα ξεσπούν! Ένα ολόκληρο τρόλεϊ που ασφυκτιά από κόσμο αρχίζει να φωνάζει. Αιτία απροσδιόριστη. Ο κόσμος βρίσκει βήμα να εκφραστεί, τα προβλήματα τον πνίγουν πια και τα λέει όπου μπορεί. Τα νεύρα είναι τεντωμένα... 
Πού πήγαν οι ήρεμες Κυριακές στα λεωφορεία; Τότε που όλος ο κόσμος έμοιαζε να πηγαίνει βόλτα και χαμογελούσε (ναι, χαμογελούσε!) και που όλοι οι μαύροι ήταν ντυμένοι πολύχρωμα με τα καλά τους (αυτά τα μακριά, φαρδιά, υπέροχα εκκεντρικά) και πήγαιναν μάλλον εκκλησία ή κάτι τέτοιο;
Οι μόνοι που γελούσαν σήμερα ήταν αυτοί που έμοιαζαν να μην έχουν τίποτα να χάσουν, να μην έχουν τίποτα...
Κι εγώ... Κι εγώ γελούσα από μέσα μου. Ένιωσα για μια στιγμή ότι είμαι στο θέατρο, ότι είναι θέατρο η ζωή κι εγώ ένας ρόλος! Ένιωσα να βγήκα λίγο έξω απ' την κατάσταση... 
κι όταν κοιτάς από ψηλά... μοιάζει η γη με ζωγραφιά...