Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

τα γεμάτα απογεύματα

Είναι εκείνα που δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάνε.

Όλα λέγονται, ήρεμα και απλά, με ή χωρίς λέξεις. Ένα δάκρυ, λίγο πριν κυλήσει. Λαμπυρίζει εκεί, στην άκρη του ματιού σου, παίζει κρυφτό με το δικό μου, που χάνεται πίσω από μια βλεφαρίδα. Δίνουν ραντεβού στα όνειρά τους. Πλατωνικό. Ανταλλάσσουν ίσως δύο σκέψεις κι ένα χαμόγελο. Ένα ηλιοβασίλεμα, μερικά δέντρα. Φύλλα στον ουρανό, με φόντο τα σύννεφα. Φύλλα τόσο ελεύθερα όσο και παγιδευμένα, δεμένα γερά σ' αυτή τη γη. Με φόντο πάντα τα σύννεφα. Μυρωδιά δροσοσταλίδας στον ανοιξιάτικο άνεμο. Μια ελαφριά αύρα αναμνήσεων. Οι δικές σου αναμνήσεις. Οι δικές μου αναμνήσεις. Ίσως κάποτε συναντήθηκαν κρυφά, χωρίς να το ξέρουμε. Ένα απαλό αεράκι νοσταλγίας. Για το μέλλον σου. Για το μέλλον μου. Μικρή γλυκιά μελαγχολία. Ένα γέλιο, αβίαστο. Ξεσπάει ξαφνικά από το πρόσωπό σου. Κάνω ρυτίδες όταν γελάω. Μα νιώθω ομορφότερη. Χωρίς μάσκες.

 [Φωτογραφία _ αυτό είναι το χρώμα των ονείρων μου _ Joan Miró _ 1925]


Τα γεμάτα απογεύματα.

Είναι εκείνα που δε θέλεις να τελειώσουν. Που θέλεις να κρατήσεις για πάντα ανέπαφα. Σαν αυτή τη φωτογραφία ονείρων. Ευτυχώς μπορείς πάντα να ανατρέχεις σ' αυτά. Και να αναδημιουργείς νέα.


για όσους μου χάρισαν κάποτε ένα γεμάτο απόγευμα... ή πρωινό...

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

μαθήματα συμπεριφοράς

Αττικό Μετρό. Έτος 2011.

Ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Παρακαλείστε να αναμένετε την αποβίβαση των επιβατών από τους συρμούς πριν επιβιβαστείτε σε αυτούς.
Άφιξη του συρμού. Συνωστισμένος κόσμος, όλοι μπροστά από την κόκκινη γραμμή της αποβάθρας. Όλοι αναμένουν εναγωνίως την πόρτα να ανοίξει, με τη μύτη κολλημένη πάνω στο συρμό. Δειλά δειλά βηματάκια προς τα πίσω, μαζική έξοδος από το τρένο.
Επιβάτες αναμένουν στην αποβάθρα, μπαίνουν αργά αργά στα βαγόνια. Οι πόρτες του συρμού κλείνουν απότομα, κόσμος εγκλωβίζεται στις αυτόματες πόρτες. Μπιιιπ μπιιιιιπ... Ξανά απόπειρα να κλείσουν οι πόρτες, ακόμα ο κόσμος παλεύει να μπει. Μπιιιπ μπιιιιιιπ...
Στριμωξίδι, σπρωξίματα, κακό. Θα περάσω και από πάνω σου αν χρειαστεί. Αρκεί να μπω μέσα. Αρκεί να χωρέσω. Προτού κλείσουν οι πόρτες.

Χωρίς σχόλια. Είναι η παιδεία που έχουμε.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

ονειρομπερδέματα

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο έρχονται τα όνειρα που βλέπεις. Όχι αυτά που συνειδητά κάνεις, με το νου και τη φαντασία σου. Αυτά που έρχονται στον ύπνο σου και σε αιφνιδιάζουν. Ακόμα πιο εντυπωσιακός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα όνειρα διαδέχονται το ένα το άλλο, μπερδεύουν και ανακατεύουν την πραγματικότητα με τον παραλογισμό. Ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά τελικά σου φαίνονται φυσιολογικά. Ένα σπίτι που δεν είναι σπίτι σου, πράγματα που δε σου ανήκουν, καταστάσεις στις οποίες ποτέ δε βρέθηκες, συνδυασμοί προσώπων και γεγονότων που ποτέ δεν είχες τολμήσει να κάνεις... Και μια αίσθηση γλυκιά και παράξενη με το ξύπνημα...

Ταξιδεύεις κάθε μέρα. Μακρύτερα από εκεί που σκεφτόσουν ότι θα μπορούσες να φτάσεις. Μερικές φορές αυτό είναι αρκετό.


Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

στη Χλόη...



Στη Χλόη, τη μεγάλη πόλη, τα άτομα που περπατάνε στους δρόμους δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Σε κάθε τους συναπάντημα φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά.
[Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, σ.. 73]

Η Χλόη δεν είναι πολύ μακριά από μας, είναι μια από τις πόλεις που κρύβονται μέσα σ' αυτήν που ζούμε. Και μερικές φορές είναι ακριβώς έτσι. Μεγάλη. Ηδονική με ένα δικό της τρόπο. Χωρίς λόγια. Με μια παράξενη, ιδιόρρυθμη, δική της επικοινωνία. Στη φαντασία μας.

άνθρωποι και μέρες

Κάποτε, όσο ήμουν παιδί, μισούσα τις Δευτέρες. Έφερναν μαζί τους ένα βάρος που δεν μπορούσα να σηκώσω. Με παρέσυραν σ' ένα ρυθμό που δεν ήταν για μένα. Και τις μισούσα. Παθητικά.
Μεγαλώνοντας, άρχισα να μισώ τις Παρασκευές. Ήταν κουρασμένες, φορτωμένες με μια βδομάδα που αδημονούσε να τελειώσει. Ταυτόχρονα, ήταν τεμπέλικες. Σχεδόν άχρηστες. Από αυτές τις νωθρές μέρες που δεν κάνεις τίποτα, απλώς περιμένεις να περάσουν. Περίμενα τη βδομάδα να κλείσει.
Εδώ και λίγο καιρό, νιώθω παράξενα με τις Κυριακές. Δεν ξέρω αν τις μισώ. Αλλά με ενοχλούν. Με αγχώνουν. Με στήνουν στον τοίχο. Μου θυμίζουν πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, έτσι καθώς με φέρνουν αντιμέτωπη με όλη τη βδομάδα που πέρασε. Που τέλειωσε. Το ηλιοβασίλεμα κοκκινίζει τον ουρανό αργά και βασανιστικά, η Δευτέρα φαντάζει μακρινή παραδεισένια όαση.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

αναμνήσεις

Μόλις διάβασα το κείμενο της Μαρίας στον Υπογραμμιστή, με αναμνήσεις από την πρώτη ημέρα των Πανελλαδικών. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στις δικές μου μνήμες που ήρθαν ξαφνικά, να αντιπαρατεθούν σ' εκείνες της Μαρίας.



Οι δικές μου Πανελλήνιες λοιπόν... Μετά από 5 ολόκληρα χρόνια. Θυμάμαι στιγμές. Σκόρπιες και ανάκατες. Εικόνες. Χρώματα. Ήχους. Μερικές μυρωδιές. Τίποτα το συγκεκριμένο. Τίποτα το συνεχόμενο.

Το μάθημα της Έκθεσης στο φροντιστήριο, παραμονή της εξέτασης. Αγχωμένοι συμμαθητές με χέρια που έτρεμαν, μια κοπέλα που ξέσπασε σε κλάμματα. Τελευταίες συμβουλές και υπενθυμίσεις, τόσο ξένες σε μένα. Τόσο άχρηστες. Μη γράφεις τόσο λογοτεχνικά, το ύφος σου να είναι δοκιμιακό. Δεν άκουγα, είχα κατεβάσει ρολά. Ήμουν απλά χαρούμενη που αυτό το μαρτύριο του δοκιμίου επιτέλους θα τελείωνε. Σε μία μόλις μέρα. Ήμουν ήρεμη, ή ίσως μουδιασμένη. Τα τρομερά πιτσάκια της μαμάς, με μοτσαρέλα και ρόκα. Το σχεδιάγραμμα που ποτέ δεν έκανα, που ποτέ δεν είχα συνηθίσει να κάνω. Αγωνιώδη χέρια τριγύρω μου να γράφουν μανιωδώς στο πρόχειρο, κι εγώ να κοιτάζω το θέμα. Κατάματα, περιμένοντας να μου μιλήσει. Και ύστερα τη λευκή μου κόλλα, στήνοντας στο μυαλό μου την εικόνα του κειμένου. Κάπου εδώ θα φτάσει. Αγχώδεις ερωτήσεις, στο προαύλιο του σχολείου. Υπέροχο φαγητό στο σπίτι. Και ύπνος. Πολύς, βαθύς ύπνος.
Το κόκκινο παντελόνι, το άσπρο μπλουζάκι με τις κόκκινες ρίγες. Πίστευα ότι είναι τυχερό. Το άσπρο λινό μου παντελόνι. Πήγα τουαλέτα, με συνοδεία μιας χοντρής επιτηρήτριας που άνοιξε το καζανάκι ψάχνοντας για τα σκονάκια που δεν είχα. Γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα συμμαθήτριας καημενούλα, έχεις χάσει 10 λεπτά! Ο φόβος των ημερών, μη χυθεί νερό επάνω στο τετραδιάκι με τις απαντήσεις... Τα τυροψωμάκια της μαμάς, με δυόσμο και βασιλικό από το μπαλκόνι μας. Τα οχτασέλιδα (!) θέματα της Φυσικής, σκέφτηκα ότι μόνο για να τα διαβάσω θα χάσω πολύ χρόνο! Η απρόσμενη ψυχραιμία μου σε στιγμές που δεν περίμενα. Τα απογεύματα στο φροντιστήριο, που μόνο εγώ είχα διάθεση για πλάκα... Εκείνο το απόγευμα στο σπίτι που αποκοιμήθηκα καθιστή στο κρεβάτι προσπαθώντας να βγάλω τα παπούτσια μου. Το τριήμερο που πέρασα απαγγέλλοντας τη Βιολογία κατεύθυνσης, που βγήκα από το σπίτι μόνο για να πάρω εφημερίδα μια Κυριακή μεσημέρι.
Η αφόρητη ζέστη, τα βράδια στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να εξηγήσω πράγματα που σε λίγες ώρες θα έπαυαν να έχουν σημασία. Οι τακτοποιημένες σημειώσεις, που σε λίγες ώρες θα έμεναν για πάντα στο ράφι. Τα αγχωμένα μεσημέρια στο φροντιστήριο, τα κλάματα δίπλα μου, οι παρηγορητικές αγκαλιές. Το καφέ λινό παντελόνι της κοπέλας στο Σχέδιο που είχε άσπρους λεκέδες από τον ιδρώτα, πίσω από τα γόνατα. Το πενάκι που παραλίγο να τρέξει πάνω στην κόλλα μου. Παραλίγο. Τα πράσινα παράθυρα της αίθουσας.
Δεν κοιμήθηκα το βράδυ πριν την ανακοίνωση των βαθμολογιών. Την παραμονή της ανακοίνωσης των βάσεων έβλεπα εφιάλτες, ότι έχανα τη Σχολή για 2 μόρια. Θυμάμαι την παρηγορητική βόλτα στο ΙΚΕΑ εκείνο το πρωί, πριν μάθουμε τις βάσεις. Θυμάμαι τη φίλη που έχασε τη Σχολή για 7 μόρια. Ίσως της βγήκε σε καλό τελικά. Θυμάμαι το τηλεφώνημα που με ενημέρωσε για την επιτυχία (η βόλτα στο ΙΚΕΑ είχε τραβήξει λίγο παραπάνω...).  Θυμάμαι...

Δε διάβαζα πια. Δεν ένιωθα πια. Ο χρόνος είχε σταματήσει για μένα. Μόνο κοιμόμουν. Πολλές, πολλές ώρες. Δεν ξέρω αν έβλεπα όνειρα. Και κάθε φορά, σε κάθε μάθημα, άδειαζα κι από ένα φορτίο. Άφηνα τις ατελείωτες ώρες προσπάθειας σε μια κόλλα χαρτί. Οριστικά.
Τελευταία μέρα των Πανελλαδικών πήγα για ψώνια. Μου αγόρασα ένα θαυμάσιο αέρινο μεταξωτό φαρδύ τιραντάκι. Είχα ραντεβού το βράδυ. Ήταν για 5 καλοκαίρια το αγαπημένο μου. Φέτος είναι πια τρύπιο... Μαζί μ' αυτό φθείρονται και οι αναμνήσεις μου.

Ναι, τα πράγματα παίρνουν την πραγματική τους αξία αφού τα ζήσεις, αφού τα ξεπεράσεις. Όταν μπορέσεις να τα δεις με ψυχρό βλέμμα. Και τότε οι αναμνήσεις σου μοιάζουν παράξενες. Αλλόκοτες. Αλλοπρόσαλλες. Σπονδυλωτές. Ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής τους της ιδιοτυπίας να σου είναι χρήσιμες. Ακριβώς τώρα. Που οι φόβοι έχουν πια περάσει, που τα όνειρα έχουν αλλάξει. Που οι στιγμές έχουν γίνει φωτογραφίες στο υποσυνείδητο, που ανασύρεις με αφορμή το κείμενο της Μαρίας.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

όμορφοι άνθρωποι

Όμορφοι άνθρωποι. Ο καθένας διαφορετικός, μα όλοι όμορφοι. Ζούμε σε πόλεις με όμορφους ανθρώπους. Αν κοιτάξεις καλά θα τους βρεις ανάμεσά σου. Δίπλα σου. Παρατήρησέ τους. Γελάνε. Μυρίζουν όμορφα. Είναι περιποιημένοι. Είναι κουρασμένοι. Είναι παράξενοι, αστείοι, αταίριαστοι. Είναι ευχαριστημένοι. Μπορείς να γίνεις κι εσύ ένας όμορφος άνθρωπος. Να ακτινοβολείς όλη τη θετική σου ενέργεια. Να χαμογελάς με όλη σου τη δύναμη. Να μοιάζεις αστείος. Μπορούμε να έχουμε πόλεις γεμάτες με όμορφους ανθρώπους.


Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

πρωτομαγιά...

Γι' αυτό το σημερινό κείμενο έχω την τύχη να έχω "συνεργάτη", την πιο υπέροχη μαμά του κόσμου!

Πρωτομαγιά. Και ταυτόχρονα τελευταία ημέρα των διακοπών μας. Είμαστε και οι δύο πολύ κουρασμένες, πολύ αγχωμένες και κάπως μελαγχολικές, για λόγους που συμπίπτουν και απομακρύνονται, σαν να τρέχουν πάνω σε ομάδες τεμνόμενων κύκλων.
Αυτή τη μέρα θα την περάσουμε ολόκληρη μαζί. Θα κάνουμε εκείνη την περίφημη βόλτα, θα πάρουμε καθαρό αέρα, θα μιλήσουμε, θα τραβήξουμε φωτογραφίες και αν είμαστε τυχερές θα μαζέψουμε και μερικα λουλούδια. Παπαρούνες κατά προτίμηση.
Αυτή η μέρα όμως ξεκίνησε με συννεφιά. Συνέχισε με περισσότερη συννεφιά και ψύχρα. Σαν να ήταν θυμωμένη, με τον εαυτό της, με το Πάσχα που έφυγε, μ' εμάς που ανυπομονούσαμε για χάρη της. Θα κάνουμε Πρωτομαγιά στο μπαλκόνι, φυτεύοντας τα λουλούδια μας, κλαδεύοντας τα δεντράκια μας, δεν πειράζει.
Συνεχίστηκε όμως με πολύ μαγείρεμα, μερικές αναγκαστικές διαδρομές στη βροχή (καμία σχέση με ονειρεμένη βόλτα) κι άλλες δουλειές στο σπίτι. Ας φροντίσουμε τουλάχιστον το μπέντζαμιν.
Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν, που έχει την ηλικία μου, αλλά είναι δέντρο ολάκερο, φτάνει ως το ταβάνι και αναγκάζεται να λυγίζει τα κλαδιά του και να μένει πάντα σκυφτό. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν που δε χωράει σε καμιά γλάστρα πια και δεν μπορούμε να το σηκώσουμε για να το αλλάξουμε θέση. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν που φέτος ξεράθηκε τελείως σε μια ξαφνική παγωνιά. Που όλα του τα φύλλα έγιναν αδύναμα, χλωμά και κίτρινα, που τα κλαδιά του σπάνε με ένα απλό άγγιγμα. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν έγινε πια ένα ξερό δεντράκι, μοιάζει γερασμένο, με κουρασμένα κλαδάκια έτοιμα να πέσουν κι αυτά. Καθώς έβλεπα τα φύλλα να πέφτουν σκέφτηκα ανθρώπους στο χιόνι, με άκρα παράλυτα από το κρύο και μόλις που συγκράτησα ένα δάκρυ. Δεν ξέρω τί θα κάνουμε χωρίς το αγαπημένο μας μπένζαμιν στο σπίτι.
Ακολούθησε καθαριότητα, μια βαλίτσα σε αναμονή, και διάβασμα. Και πολλά χαμόγελα. Κι ένας καβγάς, αλλά είναι όλα μέσα στο πρόγραμμα! Και είμαστε ακόμη εδώ, στο τραπέζι που παλιά καθόμασταν, κάθε χρόνο τέτοια μέρα και ετοιμαζόμασταν για τα σχολεία μας. Δεν πήγαμε την περιβόητη βόλτα τελικά.
Πρωτομαγιά. Και ταυτόχρονα τελευταία ημέρα των διακοπών μας. Μπορεί να μην πήγε όπως τη σχεδιάσαμε αλλά ήταν και πάλι γεμάτη. Γεμάτη αγάπη. Από αυτήν την αναντικατάστατη ατελείωτη αγάπη της μαμάς. Από αυτήν που πάντα θα κρατάμε, τον υπόλοιπο καιρό που δε θά 'χουμε πια διακοπές. Που δε θά 'χουμε αυτά τα βράδια στο τραπέζι με τα απλωμένα βιβλία και τη διάχυτη ατμόσφαιρα γαλήνης και τρυφερότητας.

Ευχαριστώ!



Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

βλέμμα ψηλά

Κοίτα πάνω. Στην πόλη σου, οπουδήποτε. Σήκωσε για λίγο τα μάτια απ' το έδαφος.











Ένα παρελθόν. Και ταυτόχρονα ένα πιθανό μέλλον. Γεμάτο αναμνήσεις. Χωρίς υποσχέσεις. Μοιάζει θλιμμένο, φυλακισμένο σ' ένα σώμα που έχει πια γεράσει. Που δεν το ποθεί πια κανείς.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΝΤΑΙ αλλά για ποιόν; Από ποιόν; Ταμπέλες που βρίσκονται στην ίδια θέση εδώ και χρόνια... Ανέγγιχτες. Είναι αλήθεια ότι είναι ακόμα στη νοοτροπία μας η αντιπαροχή του '60, το καινούριο, το τεχνολογικά προηγμένο, αυτό που έχει όλες τις ανέσεις, τα κλιματιστικά, τα κουφώματα αλουμινίου. Είναι αλήθεια ότι για το μικροαστό είναι αδύνατον (οικονομικά κυρίως) να συντηρήσει τις μνήμες, το παρελθόν, να εξελιχθεί μέσα από αυτό. Είναι αλήθεια ότι τα θέματα της καθημερινότητας, αυτά τα τετριμμένα, μπορεί να γίνουν τόσο πιεστικά και απαιτητικά που να μην αφήνουν χρόνο και δύναμη ούτε καν για τη σκέψη, αυτή τη φευγαλέα και στιγμιαία.

Γι' αυτό τουλάχιστον κοίτα πάνω πού και πού. Και πέτα. Στη γη, λίγος ρομαντισμός δεν μπορεί να σου κάνει κακό.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

samba mood

Απόγευμα στο σινεμά, ταινιάκι για παιδιά μικρά και μεγάλα... 3d animation ΡΙΟ, μεταγλωττισμένο στα ελληνικά φυσικά! Η ατμόσφαιρα τεμπέλικη... Στην είσοδο κανείς για τα εισιτήρια, το κυλικείο κλειστό. Περάστε να ξεκινήσουμε την ταινία και στο διάλειμμα που θα έρθει το ταμείο κόβετε και εισιτήριο! λέει ο τεχνικός κι έτσι γίνεται...
Το σινεμά σχεδόν άδειο, μόνο μερικά 7χρονα, 8χρονα κι 9χρονα με τους συνοδούς τους. Και μέσα στο σκοτάδι γελάκια παιδικά, χαχανητά και τι είπε τί είπε μπαμπά και καθυστερημένα γέλια. Με μια ματιά τριγύρω βλέπεις μικρά γυαλιστερά αθώα βλέμματα και χαμόγελα. Κάποια στιγμή ακούγεται το τραγούδι Mas que nada στην ταινία, σε καινούρια εκτέλεση αλλά δεν έχει και πολλή σημασία, και τα μικρά κεφαλάκια κουνιούνται ρυθμικά, χωμένα όπως είναι στα αναπαυτικά καθίσματα. Θα μου το βάλεις στο σπίτι να χορέψουμε;;; μου ψιθυρίζει η οκτάχρονη συνοδός μου και με τραβάει απ' το μανίκι...
Στην έξοδο κόβουμε τα εισιτήρια (!!!) και σε όλο το δρόμο της επιστροφής σιγοψιθυρίζουμε παράφωνα τα λόγια και περπατάμε-χοροπηδάμε στο ρυθμό. Με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου να χαϊδεύουν νωχελικά τις πλάτες μας καθώς κατηφορίζουμε...

ο Μουσάτος

Βράδυ Μεγάλου Σαββάτου, λίγο πριν την Ανάσταση. Μικρή γραφική εκκλησία σε επαρχιακή πόλη. Παππούδες, γιαγιάδες, παιδάκια, καρότσια, βαριεστημένοι έφηβοι που αδημονούν για την επερχόμενη εξόρμηση στα κλαμπ της περιοχής, καλοντυμένες κυριούλες με φουντωτές κουπ κομμωτηρίου (η κυρία Νίτσα πάλι χτένιζε ως τις 10 μ.μ.). Λαμπάδες μπάρμπι, άξιονμαν, ντόρα, πάτι και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας! Φωνές και κλάματα, αγκαλιές, ματς μουτς, μα καλά κι εσείς εδώ χρυσή μου;;; Ατμόσφαιρα κατάνυξης δηλαδή! Κι ο Μουσάτος. Γύρω στα 28, είναι μόνος, ντυμένος απλά, με σκούρα γυαλιστερά μάτια, μελαχρινές μπούκλες και πυκνά φουντωτά μούσια, κρατάει μια απλή λαμπάδα από αγνό κερί. Δείχνει ήρεμος, απόκοσμος και ανέγγιχτος από τον γύρω πανικό.
Σβήσε τα φώτα, Παναγιώτη, τα φώτα! Και μετά ακούγεται το τσακ τσακ τσακ των διακοπτών, είπαμε είναι μικρή η εκκλησία. Παλιά και πολύ μικρή. Δεύτε λάβετε φως, ανάμικτο με μικροφωνισμούς, αν έκλειναν τελείως τα μικρόφωνα θα ακουγόντουσαν καλύτερα, τελοσπάντων! Κυριούλες που τρέχουν να προλάβουν, τακ τακ τακ τα τακουνάκια στο φθαρμένο δάπεδο. Δίπλα μου ένας κοστουμάτος με ζελέ στέλνει μήνυμα, άλλος παραδίπλα τραβάει βίντεο την τελετή, πιο πέρα ακούγεται Ναι, ναι, στο Θέατρο, στη 1, έχουμε τραπέζι! (Θέατρο: το πιο ιν κέντρο-μπουζουξίδικο της περιοχής). Ο παπάς κάτι ψέλνει, ααα ωραία τα παπούτσια σου, πολλές λαμπάδες μετακινούνται, να πάρουμε κι εμείς το άγιο φως, σιγά Γιωργάκη, θα κάψεις κανέναν! Η λειτουργία μετακινείται στο προαύλιο, βγαίνουν σε πομπή τα παπαδοπαίδια, οι παπάδες και οι ψάλτες, Παναγιώτη, την πόρτα, άνοιξε γρήγορα! (φράκαρε η πομπή, κόλλησε η παλιά πόρτα...). Με πιάνουν τα γέλια, ο Μουσάτος ατάραχος, σαν από άλλο κόσμο, προσπαθώ να κρατηθώ για χάρη του, μάλλον κάνει πολλή υπομονή ο καημένος...
Η πομπή ανεβαίνει τα σκαλάκια της Αίθουσας Τελετών του ναού, παπάδες και ψάλτες στριμώχνονται στη βεραντούλα, ψάχνουν τη σελίδα στο ασημένιο ανάγλυφο βιβλίο, κάτι ψιθυρίζουν. Τα παπαδοπαίδια όλα στη σειρά με τα εξαπτέρυγα αγκαλιά, κοιτάνε τους παπάδες με τα μούσια, κάτι λένε και κρυφογελάνε σαν μαθητούδια. Κάνουν να ξεκινήσουν την ανάγνωση του Ευαγγελίου, αποσυνδέεται και πέφτει το μικρόφωνο, μπαπ, ένας ψάλτης σκαρφαλώνει στα κάγκελα της βεραντούλας, πρόσεχε πρόσεχε τέκνον μου, ο παπάς με τα άσπρα γένια. Όλα εντάξει. Μα καλά πώς μεγάλωσες έτσι... Τηλέφωνο χτυπάει, μηνύματα, κακό... Ξεκινάει να διαβάζει ο παπάς με τα άσπρα γένια, κοιτάζουν το ρολόι τους όλοι... Μπαμ μπαμ μπαμπαμπουμπα τσσσιου φσσστ παππαππαπ παπ... Στην πλατεία η Μητρόπολη ήδη έκανε Ανάσταση, Χριστός Ανέστη, ξεκίνησαν τα πολύχρωμα πυροτεχνήματα και οι κρότοι. Αναμονή... Οι παπάδες κοιτάζονται αμήχανα, ταιριάζουν τα άμφιά τους. Ο κόσμος λέει ανέμελα τα νέα του, άλλοι κοιτάζουν τα ρολόγια τους, μυρίζει από κάπου καμμένη τρίχα, μάλλον άρπαξε η λακ από κάποια περιποιημένη φουντωτή κουπ. Ο Μουσάτος ατάραχος, κοιτάει ευθεία και πότε πότε τον ουρανό.
Πυροτεχνήματα τέλος, Σοφία Ορθή ακούσωμεν την ανάγνωση του Αγίου Ευαγγελίου... Πολλά σαρδάμ κάνει ο παπάς, ε μεγάλωσε κι αυτός, τι τα θες τώρα χρυσή μου! Γρήγορα γρήγορα, Χριστόοος Ανέεεστη... Ψέλνουν οι πιστοί μ' ένα στόμα και αρχίζουν τα φιλιά, οι αγκαλιές και οι ευχές, τηλέφωνα χτυπάνε, να εδώ στην Αγία Σοφία είμαστε... Σταματάνε οι ψαλμωδίες, συγχαίρονται και εναγκαλίζονται κι οι παπάδες, είπαμε η μικροφωνική εγκατάσταση δεν είναι αρκετά δυνατή. Ο Μουσάτος κοιτάζει ήρεμος τη λαμπάδα του. Να του πω Χριστός Ανέστη; Κάποιος πρέπει να του πει, γιατί είναι μόνος του; Μα με πιάνουν οι ντροπές μου... Συνεχίζουν οι παπάδες, Χριστόοοος Ανέεεεστη εεεκ νεεεκρών άλλες 6 φορές!
Τώρα πια τέλος, η πομπή μπαίνει ξανά στην εκκλησία, θα συνεχίσει για τους πιστούς. Όλοι μένουν έξω, φιλιά, αγκαλιές, φωνές πιο δυνατά, αβγά που τσουγκρίζουν, κινητά που παίρνουν φωτιά... Κάπου εκεί τον έχασα τον Μουσάτο, δεν είδα τί έκανε, δεν του είπα Χριστός Ανέστη.

Εννοείται ότι πήγε περίπατο η όποια διάθεση είχα να νιώσω κατάνυξη και ηρεμία εκείνο το βράδυ. Κι εγώ η αφελής που νόμιζα ότι το να πάμε στη μικρούλα Αγία Σοφία θα μας γλίτωνε από τις ορδές των πιστών του κομμωτηρίου και των κινητών, από τις λαμπάδες μπάρμπι και τα πιτσιρίκια που στροβιλίζονται γύρω από τους γονείς και κάινε μπουφάν στο πέρασμά τους... Μόνο που δεν μπόρεσα ούτε να βάλω τα γέλια με το σουρεαλ σκηνικό, ο Μουσάτος ήταν η φωνή της συνείδησης.
Αχ Μουσάτε, πόσο έπρεπε να σου πω τουλάχιστον Χρόνια Πολλά... Ελπίζω να 'σαι καλά εκεί που είσαι κι αν τύχει και διαβάσεις αυτό (ο κόσμος είναι πάντα πιο μικρός από όσο νομίζουμε) Χριστός Ανέστη!

από τη μικρούλα Αγ. Σοφία

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

αντιστροφή

Είσαι παιδί, κάπου ανάμεσα σε τεσσάρων και δέκα ετών. Είναι Μεγάλη Πέμπτη, πρωί. Ξυπνάς με δυσκολία, ντύνεσαι βιαστικά με τα καλά σου. Εκείνη έχει έρθει να σε πάρει από το σπίτι. Είναι περιποιημένη, χτενισμένη και χαμογελαστή, μόνο για σένα. Σε πηγαίνει να κοινωνήσεις. Στο δρόμο σταματάει και σου δείχνει το Παλιό Ρολόι, κάθε φορά. Σου λέει αστεία και ιστορίες. Ιστορίες από χρόνια που σου φαίνονται τόοοσο μακρινά, σχεδόν μυθικά. Στο γυρισμό σου παίρνει παγωτό, σου το 'χε τάξει. Και σε κάνει βόλτα στο παζάρι, κάθε Πέμπτη έχει παζάρι, τη Μεγάλη Πέμπτη έχει μεγάλο παζάρι, με πολύ κόσμο. Παρατηρείς τον κόσμο από κάτω, όλα σου φαίνονται τεράστια. Σταματάει όπου θέλεις, κοιτάζει τους πάγκους που κοιτάς, σου παίρνει ένα μικρό δωράκι. 
Στο σπίτι, βάφει μαζί σας τα αβγά, σου δείχνει πώς να διαλέγεις τα πιο γερά για το τσούγκρισμα. Σου μαθαίνει να κάνεις τσουρέκια, σ' αφήνει να παίζεις με το ζυμαράκι που περισσεύει και να χαίρεσαι κι εσύ. Μαλώνει τη μαμά σου που δεν έχει υπομονή και είναι αυστηρή μαζί σου. Σου φτιάχνει κι ένα τσουρεκάκι γεμιστό με σοκολάτα, συνταγή σπέσιαλ. Πανεύκολη αλλά σπέσιαλ στα παιδικά σου μάτια. Και φυσικά υπέροχη γεύση...

Δεν είσαι πια παιδί, έχουν περάσει πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια. Είναι Μεγάλη Πέμπτη, πρωί. Ξυπνάς με δυσκολία, ετοιμάζεσαι βιαστικά με τα καλά σου, εκείνα που της άρεσαν. Εκείνη ετοιμάζεται νωχελικά, την περιμένεις. Είσαι περιποιημένη, χτενισμένη και χαμογελαστή, μόνο για κείνη. Την πηγαίνεις να κοινωνήσει. Στο δρόμο σταματάει κάθε τόσο καθώς λαχανιάζει. Της λες αστεία και ιστορίες. Ιστορίες από τις κοινές σας μνήμες, όταν ήσουν παιδί. Ιστορίες από χρόνια που για τα εγγόνια σου θα φαντάζουν μυθικά. Δεν μπορείς να της πάρεις παγωτό, ίσως να τό 'θελε, αλλά δεν κάνει να φάει, φοβάται για το ζάχαρό της. Την κάνεις όμως βόλτα στο παζάρι, ακόμα έχει παζάρι κάθε Πέμπτη, μεγαλύτερο παζάρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Παρατηρεί τον κόσμο διεξοδικά, όλα της φαίνονται ενδιαφέροντα. Σταματάει παντού, κοιτάζεις τους πάγκους μαζί της, ψωνίζεις μαζί της.
Στο σπίτι, βάφετε αβγά ενώ εκείνη κοιμάται, είναι πολύ κουρασμένη για να σας βοηθήσει, ξέρεις πια να διαλέγεις τα καλά, ξέρεις και να τα βάφεις. Της δείχνεις πώς έμαθες πια να κάνεις τσουρέκια, από τη μαμά αλλά δεν έχει σημασία. Την αφήνεις να σε βοηθήσει κι έτσι χαίρεται κι εκείνη. Της ζητάς και πάλι τσουρεκάκια γεμιστά με σοκολάτα, συνταγή σπέσιαλ. Βλέπεις το απλό κολπάκι, αλλά είναι και πάλι σπέσιαλ γιατί έτσι ήταν πάντα. Έτσι το θυμάσαι από παιδί. Κι ευτυχώς εκείνη ακόμα θυμάται να το φτιάχνει. Από γεύση, δε χρειάζεται καν να δοκιμάσεις, θα είναι πάντα υπέροχη...

Η Μεγάλη Πέμπτη είναι σίγουρα η μέρα της γιαγιάς. Ήταν όταν ήσουν παιδί και θα είναι για πάντα. Οι πιο ισχυρές αναμνήσεις σου από τη Μεγάλη Πέμπτη θα συνδέονται πάντα με το Παλιό Ρολόι, το παγωτό, το φουστανάκι που σου έραψε από λευκό λινό με υπέροχα κουμπάκια, τα τσουρέκια στο παλιό τραπέζι της κουζίνας. Και έχει έρθει η ώρα να την ευχαριστήσεις γι' αυτό. Πηγαίνοντας μαζί της στην εκκλησία το απόγευμα και εξηγώντας της την αρχιτεκτονική της πόλης σας, σταματώντας σε κάθε γωνία, περπατώντας με ταχύτητα ενός μέτρου το λεπτό. Μένεις με ένα χαμόγελο στο τέλος της μέρας. Κι εκείνη με δύο, ένα γιατί περνάει καλά κι ένα γιατί χαίρεται που σε βοήθησε να γίνεις αυτό που είσαι.

[μου το τραγουδούσε με αιθέρια φωνή όταν ήμουν μικρή, της το έβαλα χθες και δάκρυσε]

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

χωρίς τίτλο

Ποτέ δεν πρέπει να μιλάμε για τις ευχές μας στους άλλους. Γιατί τις παίρνει ο αέρας και φεύγουνε. 
Και συμβαίνουν αλλού. Κι όχι σ' εμάς που τις βάλαμε...
  

Φράση από την ταινία Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: Ο Μπαμπάς μου. Σας αφήνω με το πρώτο μέρος, έτσι για να μην μπορείτε να σταματήσετε και να τη δείτε όλη...


Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

απολογισμός ΙΙΙ

Καληνύχτα.

απολογισμός ΙΙ

Κλείσε την τηλεόραση, όσο προλαβαίνεις και όποτε μπορείς. Έρχονται πάντα στιγμές που είσαι αναγκασμένος να την υποστείς, και φτάνουν για να πάρεις μια γερή δόση.

απολογισμός Ι

Οι άνθρωποι όσο μεγαλώνουν γίνονται και πάλι σαν τα μικρά παιδιά, όλο και περισσότερο. Μόνο που έχουν χάσει την αθωότητα, για πάντα.

διαδρομές...


 
Ταξιδεύοντας με ΚΤΕΛ στην Εθνική Οδό. Αναχώρηση από Αθήνα. Προορισμός Επαρχία (υποθέτω δεν έχει και μεγάλη σημασία πού, αρκεί να είναι μακριά). 
Λεωφορείο γεμάτο. Κόσμος ετερογενής. Φοιτητές και νέοι, εργαζόμενοι, παιδιά, γιαγιάδες, παπούδες. Κουρασμένοι, χαρούμενοι, νοσταλγικοί, ανυπόμονοι, γκρινιάρηδες, μελαγχολικοί. Υπάρχουν απ' όλα, ναι. Και ταξιδεύουν όλοι μαζί. Ύπνος, ροχαλητά, μαζί με ζωηρές συζητήσεις και ενοχλητικά τηλεφωνήματα. Μουσική από το ραδιόφωνο του οδηγού, κάθε είδους, σε κάθε απρόβλεπτη ένταση, σε όποια ώρα της ημέρας. Ποδόσφαιρο σε ζωντανή αναμετάδοση. Εξαρτάται από τα κέφια. Και μετά καμιά ταινία. Σήμερα είδα δύο. "Το φιλί της Ζωής" (ναι ελληνική, εξ' ού και το ομώνυμο άσμα...) και "Οι νύφες" στη συνέχεια! Απόλυτη συνοχή... Άλλες φορές έχω πετύχει και το Στάθη Ψάλτη, σήμερα ήμουν μάλλον τυχερή.
Από την άλλη, η ελληνική ύπαιθρος, ή μάλλον κάτι ανάμεσα σε ανέγγιχτη φύση και απόλυτο ανθρώπινο παραλογισμό. Δέντρα κάθε είδους, άναρχα φυτρωμένα ή φυτεμένα σε αλλόκοτες συστάδες (από ποιόν;;;). Χωράφια, βοσκοτόπια, πρόβατα, αγελάδες. Αναψυκτήρια - εστιατόρια για τους ταξιδιώτες, όλα με έναν αέρα που σε σέρνει δυο δεκαετίες πίσω... Ακόμα και σπίτια. Ακριβώς πάνω στο δρόμο. Χωριά που μοιάζουν ακρωτηριασμένα, ατελείωτα, κομμένα στη μέση από μια άτσαλη άσφαλτο. Καταυλισμοί (τσιγγάνων ίσως;) με τσίγκους και λαμαρίνες και άλλα παλιοσίδερα. Με τα Datsun αραγμένα στη σειρά, όλα μαύρα και κάποια κόκκινα. Και ρούχα, απλωμένα ρούχα. Ίσως και παιδικές κούνιες. Κατασκευές παντός τύπου και ευφάνταστων στατικών και μορφολογικών επιλύσεων, γεμάτες αυτοσχεδιασμούς και κακοτεχνίες. Ασυντήρητες. Κάποιες ατελείωτες, περιμένουν ακόμη τη χρήση τους, σαν σκελετοί που ποτέ δεν είχαν σάρκα, γυμνές. Κάποιες εγκαταλελειμμένες. Άλλες απλώς σε παρακμή. Με το πέρασμα του χρόνου να γράφει ξεκάθαρα πάνω τους. 
Τί τόποι είναι αυτοί; Ποιός έζησε εκεί και ποιός τους ένιωσε δικούς του; Και πάλι το μάτι πέφτει στις αναρίθμητες παπαρούνες. Κι ύστερα ξεπροβάλλουν κάστρα, μνημεία, πέτρινα κτίσματα ερειπωμένα που μαρτυρούν ότι κάποτε κάτι υπήρξε εκεί. Διαφορετικό από το σημερινό τίποτα της μετάβασης. Κάθε φορά ανακαλύπτεις καινούριες εικόνες, παρόλο που μάλλον όλα είναι ίδια όπως και τις προηγούμενες 10 φορές που πέρασες από 'κει...

Έχουν κάτι όμως αυτές οι διαδρομές. Κάτι αλλοπρόσαλλο. Μια γαλήνη απαράμιλλη. Είναι ουσιαστικά κενός χρόνος, άχρηστος. Προσφέρονται για τόσες σκέψεις... Για όλες αυτές που επί καιρό κλείδωνες σ' ένα κουτάκι με την ετικέτα Δεν προλαβαίνω τώρα... Αργότερα, έχοντας επίγνωση ότι κινδύνευε να σκάσει το έρμο το κουτάκι. Ναι, οι πανέμορφες παπαρούνες, οι σταγόνες της βροχής που χορεύουν στο τζάμι και η σουρρεαλ ατμόσφαιρα προσφέρονται ακριβώς γι' αυτές τις σκέψεις. Και όσο πιο μακρύ το ταξίδι, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα προσαρμογής. Κακά τα ψέμματα, δεν είναι απλή υπόθεση η μεταφορά από ένα τόπο σ' έναν άλλο, από ένα ρυθμό ζωής σ' έναν άλλο, από την καθημερινότητα στις διακοπές ή αντίστροφα. Και σε μια τέτοια διαδρομή έχεις όλο το χρόνο να το συνειδητοποιήσεις... Θυμάσαι, μετράς και ονειρεύεσαι. Θυμάσαι τα όνειρα του χθες που έγιναν πολύτιμη πραγματικότητα και μετά συνήθεια. Εκείνα που έμειναν απλώς όνειρα. Εκείνα που άλλαξαν. Προσπαθείς να φανταστείς το μέλλον για τα όνειρα του σήμερα. Σενάρια. 

Κάθε φορά, αυτές οι εικόνες του τίποτα γίνονται κάτι, συμβολίζουν συναισθήματα, φάσεις, ιδέες, αποφάσεις. Κάθε φορά νιώθεις ότι αυτοί οι τόποι γίνονται κάπως δικοί σου, έχεις μοιραστεί μαζί τους κομμάτια του εαυτού σου, κρατάνε τα μυστικά σου μαζί με άλλα άλλων, έτσι καταδικασμένοι καθώς είναι να βρίσκονται πάντα στο ανάμεσα
Κι οι σκέψεις τρέχουν, μαζί με τα δέντρα πίσω απ' το τζάμι, που όταν ήσουν μικρή νόμιζες ότι κινούνται, μεταναστεύοντας σαν τα πουλιά...



Σάββατο 16 Απριλίου 2011

el hombre de al lado


El hombre de al lado (O άνθρωπος από δίπλα)

Δε διαλέγεις τους γείτονές σου. Με τη φράση αυτή κλείνει το τρέιλερ της εν λόγω ταινίας από την Αργεντινή. Το θέμα της; Μάλλον οι σχέσεις των ανθρώπων, θα έλεγα. Ο τρόπος που εκδηλώνονται οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα, ο τρόπος που αντιμετωπίζονται τα προβλήματα, ο τρόπος που δημιουργούνται νέα προβλήματα... Μέσα από καθημερινά γεγονότα, λεπτομερώς παρουσιασμένα.
Η ταινία είναι γυρισμένη στην περίφημη Casa Crutchet, το μοναδικό σπίτι του Le Corbusier στη Λατινική Αμερική.
Σ' αυτό το φανταστικό σπίτι ζει ο Leonardo, πετυχημένος και σουπερ-μοδάτος designer, μαζί με τη γυναίκα του (που διδάσκει γιόγκα) και τη δεκάχρονη (ελαφρώς κακομαθημένη) κόρη τους. Τη γεμάτη καλαίσθητα αντικείμενα, εναλλακτική μουσική, κατάλευκους τοίχους και καθωσπρέπει κοινωνικές επαφές ζωή τους, διακόπτει ο Victor, ένας γείτονας από τη διπλανή πολυκατοικία (φωνή βαθιά, τατουάζ, πωλητής αυτοκινήτων ή κάτι παρόμοιο), που επιχειρεί να ανοίξει ένα παράθυρο στη μεσοτοιχία για να παίρνει λίγο ήλιο το σκοτεινό δωμάτιο. Το παράθυρο αυτό όμως βλέπει στο σπίτι της οικογένειας, κι έτσι αρχίζει ένας κύκλος διαπραγματεύσεων...
Δε λέω παραπάνω γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο να δεις την ταινία. Σκηνές από την καθημερινότητα, ίσως όχι τη δική μου και τη δική σου, αλλά πάντως από την καθημερινότητα κάποιων, διάλογοι ενδεικτικοί του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις. Και διαρκείς εναλλαγές, διαρκή ζουμ από το είναι στο φαίνεσθαι, και πάλι αντίστροφα. 
Είναι εντυπωσιακό το πώς η ταινία καταφέρνει να αποτυπώσει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προβάλλουν τη ζωή τους, δημιουργούν την εικόνα του εαυτού τους και εν τέλει της ζωής που θέλουν να έχουν. Όλα τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένα και συμβολίζουν το καθένα από κάτι... Και, να μην ξεχνάμε, ότι η ταινία είναι γυρισμένη μέσα σε έναν πραγματικό Le Corbusier!!!

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

η απόλυτη ανοιξιάτικη ευτυχία...

είναι να χωράς στα παλιά σου τζιν!!!

Εκεί που σκέφτεσαι απελπισμένα τι θα φορέσω πάλι αύριο, δεν κάνει ούτε κρύο ούτε ζέστη, ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι το αγαπημένο τζιν (που ευτυχώς δε χάρισες σε κανέναν!) είναι και πάλι διαθέσιμο... Έτσι μάλιστα, χαίρεσαι κι εσύ με τα λουλούδια που ανθίζουν!

 

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

η σιωπή της νύχτας



Και το τικ τακ του ρολογιού σαν υπόκρουση, σταθερή, ανυποχώρητη. Σε υποβάλλει να αναμετρηθείς με τις σκέψεις σου...