Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

ετεροχρονισμένα

ψήγματα σκέψεων καλοκαιρινών


Τα νησιά επιπλέουν σαν τεράστια ήρεμα κήτη απάνω στη θάλασσα.

Γυμνές πατούσες, γυμνές ιστορίες.
Βότσαλα, φύκια, ο ήχος της θάλασσας. Εσύ εκεί απέναντι, μου μαγνητίζεις το βλέμμα. Με τυφλώνεις. Πού πας; Το ξέρω πως θα φύγεις. Κάθε σούρουπο τέτοια ώρα φεύγεις μακριά μου. Σε χάνω. Σε κοιτάω, σε νιώθω μα δε σε φτάνω. Παραλύεις τη μέρα, αλλοιώνεις τη στιγμή. Έχουμε ραντεβού, το ξέχασες; Έχουμε ραντεβού, το ξέρεις; Ετοιμάζομαι για σένα. Σε περιμένω ανυπόμονα. Και πριν σε δω ξέρω πως θα τελειώσει. Δε μου φτάνει ο χρόνος. Δε μου φτάνει. Βασανιστικά σε χαζεύω που φεύγεις. Και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, κάθε μέρα την ίδια ώρα, είναι πόσο όμορφος είσαι. Ομορφιά ζεστή και εύθραυστη. Απρόσιτη. Χρώμα πύρινο, κρυστάλλινες λάμψεις, αντανακλάσεις στο νερό. Όσο φεύγεις μεγαλώνεις. Μεγαλώνεις, ώσπου εξαφανίζεσαι. Βυθίζεσαι.
Είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω μέσα σε αυτήν τη γαλήνη. Ίσως έχω άλλη μια ευκαιρία προτού επιστρέψω. Ίσως, αν είμαι τυχερή.

Όμορφα που είναι τα δέντρα.
Περήφανα. Μοιάζουν μόνα, μα δεν είναι. Ψηλά, εκεί, ανάμεσα στα φύλλα, έχουν τις παρέες τους. Τις στιγμές τους τις ιδιαίτερες. Ερωτεύονται, αγαπούν και φιλιούνται. Συζητάνε μέσα στον άνεμο που περνάει εντός τους. Μόνο που μένουν ασάλευτα. Ακλόνητα.

Φεγγάρι, αστέρια, ουρανός.
Εγώ και ο ουρανός Απέραντος. Κάπου εκεί μέσα βρίσκεσαι κι εσύ. Μου λείπεις και σου μιλάω. Σε κοιτάζω. Κλείνω τα μάτια και δακρύζω. Έρχεσαι κοντά μου. Ανεβαίνω ψηλά, ξαναγυρίζω πίσω. Τόσο μακριά μα τόσο κοντά μας τα αστέρια...

Γυμνές πατούσες. Γυμνές ιστορίες.
Καλοκαιρινές. Αλλιώτικες. Παρθένες κι απείραχτες. Μοιάζουμε πιο πολύ όταν φοράμε μόνο τα μαγιό μας. Κάνουμε πέρα όσα εύκολα μας χαρακτηρίζουν και γινόμαστε απλώς εμείς. Εγώ, εσύ, κάποιος άλλος.

Συζητήσεις, μουρμουρητά, γελάκια, παρέα.
Έφυγες πια, βασιλιά μου. Το αχνό σου φως που απέμεινε χαμηλώνει κι αυτό. Χαχανητά. Νιώθω να με πνίγουν μα πρέπει να πάω κοντά τους. Θέλω να πάω κοντά τους. Είμαι πια μακριά σου. Αύριο την ίδια ώρα, χρυσαφένιε βασιλιά μου;

 

Νηφάλιο.
Καθένας μας έχει κι από ένα ταλέντο. Όλοι είμαστε, ας πούμε, καλοί σε κάτι. Μέσα από αυτό ξεδιπλώνεται καλύτερα το εγώ μας, ανοιγόμαστε, γαλάμε, ηρεμούμε, είμαστε πιο "εμείς", χαιρόμαστε, κλαίμε από ανακούφιση. Η φύση αυτού του ταλέντου σε γεννά και σε ορίζει. Είναι ευχή και κατάρα μαζί. Είναι η αύρα σου, είναι οι γέφυρες επικοινωνίας σου.
Έχει ασχολίες μοναχικές και άλλες που τις μοιράζεσαι. Κάποιες σε κάνουν θέαμα και άλλες θεατή. Κάποιες προκαλούν γέλιο, άλλες θλίψη. Σε κάποιες η επικοινωνία είναι άμεση, σε άλλες έμμεση, αργή. Αλληλεπίδραση ίσως να μην υπάρχει εμφανής, είσαι πομπός χωρίς να ξέρεις το δέκτη σου. Ξέρεις μόνο τους πομπούς των μηνυμάτων που έλαβες. Σε άλλες περιπτώσεις, πομπός και δέκτης συνυπάρχουν, δράση και αντίδραση ταυτόχρονη. Ομαδική θεραπεία.
Έχει έτσι ανθρώπους μελαγχολικούς, δραστήριους, ακτινοβόλους, χαρούμενους, ελεύθερους, ήρεμους, εκκεντρικούς, απαρατήρητους. Έχει αυτούς που ζούνε απλώς τις όμορφες στιγμές και τους άλλους που διψάνε για μια στάλα θλίψη. Έχει τα πειραχτήρια και τους πιο σοβαρούς. Έχει αυτούς που ξορκίζουν τη λύπη τους με γέλιο και τους άλλους που την κοιτάνε κατάματα και βυθίζονται απαλά στην αγκαλιά της.
Η φύση σου σ' έχει κάνει να είσαι κάποιος από τους παραπάνω κι έχει ήδη διαλέξει για σένα τον κατάλληλο τρόπο για να σ' ελευθερώσει από τα δεινά που σου πρόσφερε. Το δώρο σου.


Σβήνω απ' την άμμο όλα τα χνάρια
Απόψε που σε κυνηγάνε
Ξέρεις δε φταίνε τα λιοντάρια
Αν μείνουν νηστικά πεινάνε
Αερικό είσαι... Αερικόοοοο...



Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

από πού ήρθες εσύ, στιχάκι;

Δέκα λεύκες πήρα προίκα
Και τ' ασήμι τους
Έγινα το τρέμουλό τους
Και τ' αγρίμι τους


Πέμπτη απόγευμα. Πέμπτη απόγευμα και ξαφνικά μες στη σιωπή της βιασύνης και το άγχος του χρόνου που τρέχει, τις τελευταίες αχτίδες της μέρας, τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, τη βουή και τις φωνές των ανθρώπων, ένα στιχάκι. Ένα στιχάκι, για χρόνια παραμελημένο. Ένα στιχάκι, ξεκάθαρο και κρυστάλλινο, γεμίζει τα ηχεία του μυαλού μου. Συνοδεύει τα βήματα, δίνει ρυθμό. Ακούγεται πιο δυνατά. Λειτουργεί καθαρτικά, απαλύνει το άγχος, πλημμυρίζει το σούρουπο με μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης. Πέμπτη απόγευμα. Μέσα στο πλήθος ορθίων στο βαγόνι του μετρό, το στιχάκι δυναμώνει. Σιγοτραγουδάω, προσπαθώντας ασυναίσθητα να μπω πιο βαθιά στο καταφύγιό μου. Σταματάω, δεν είναι σωστό, συνεχίζω να το ακούω μέσα μου κοιτώντας αδιάφορα, ευθεία. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Μπαίνει στο βαγόνι μια κοπέλα και στέκεται ακριβώς δίπλα μου. Ακριβώς δίπλα μου. Τεντώνω αυτιά, παρατηρώ επίμονα. Μουρμουράει το ίδιο ακριβώς στιχάκι, κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών. Έχει βρει το καταφύγιό της. Φαίνεται ασφαλής. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Κατεβαίνω. Στη μεγάλη λεωφόρο, το αχνό κοκκινωπό ημίφως του δειλινού κι ένα ελαφρύ παιχνιδιάρικο αεράκι. Μόνη στο μεγάλο πεζοδρόμιο, κάτω από τα δέντρα, δίπλα από τις εξωφρενικές ταχύτητες και τον ήχο των προσπεράσεων, το στιχάκι δυναμώνει. Ξεγλιστράει απ' τα χείλη μου, αφήνεται στην απαλή αύρα. Τώρα θα χορεύει εκεί, πάνω απ' τα σύννεφα.
Υπάρχουν φορές που συμβαίνουν απρόσμενα πράγματα. Δε χρειάζεται να τα εξηγήσεις.


 Δέκα Λεύκες
μουσική Νίκος Ξυδάκης, ποίηση Θοδωρής Γκόνης


Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

χαμένοι (;) στη μετάφραση

Σκέψεις. Πράξεις. Κινήσεις. Χειρονομίες. Λόγια. Επικοινωνία.
Προτού η σκέψη σου φτάσει σ' εμένα, μεταφράζεται. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό σου, από σκέψη σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό μου, από ερέθισμα, ήχο, κίνηση, άγγιγμα, μυρωδιά, εικόνα, γεύση, σε σκέψη. Δική μου σκέψη. Η δική (σου) μου σκέψη πυροδοτεί άλλη σκέψη, χιλιάδες νευρώνες κινούνται ασταμάτητα. Μεταφράζεται σε αντίδραση. Σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Τη λαμβάνεις ως απάντηση. Μεταφράζεις ξανά σε σκέψη (μου) σου.
Προβάλλω τον εαυτό μου σ' εσένα. Αντικαθιστάς ψήγματα της εικόνας μου με καθρέφτες. Στο μυαλό μου υπάρχεις όπως ποτέ δεν ήσουν πραγματικά. Η εικόνα σου για μένα είναι δική σου, ολόδική σου. Μοναδική.
Γι' αυτό είναι οι σκέψεις. Για να πλέουν ελεύθερες στο διάστημα, να ισορροπούν σε τεντωμένες κινήσεις, να κρέμονται από λόγια που έμειναν μετέωρα, να κρύβονται πίσω από προσηλωμένα βλέμματα. Να συναντούν άλλες σκέψεις και να συνάπτουν δεσμούς ελευθεριάζοντες. Να κάνουν οικογένειες και παιδιά. Να ελευθερώνονται και να συνεχίζουν το ταξίδι τους.
Είναι ανάγκη να σκεφτώ ό,τι μου δίνεις, να επεξεργαστώ και να μεταφράσω. Κάπως ετσι το νόημα γίνεται πλουσιότερο. Και δεν είναι πια δικό σου. Είναι δικό μας.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

χαρτογραφία στιγμών

Κυκλοφορείς σε μια πόλη που την ξέρεις καλά. Την ξέρεις σχεδόν σαν την παλάμη σου. Μπορείς να περπατήσεις σ' αυτήν σχεδόν στα τυφλά. Ξέρεις τα ονόματα των δρόμων της; Τις πλατείες; Τα πάρκα; Τα ονόματα των μαγαζιών; Όχι. Ξέρεις όμως τις σιωπές της. Ξέρεις όμως τις ανάσες της. Ξέρεις τις στιγμές που έζησες εκεί. Τις στιγμές αυτές που είναι ολόδικές σου, μοναδικές. Που κρατάς φυλαγμένες στη μνήμη των αισθήσεων. Που θα θυμάσαι πάντα, κάθε φορά που θα περνάς από τη γνωστή γωνία, κάτω από το δέντρο, μέσα από τη στοά, μπροστά από το ερείπιο, δίπλα απ' το πάρκο.
Σκέψου λίγο την ίδια αυτή πόλη. Έχεις ξεδιπλώσει πάνω της, με χρωματιστά νήματα, διαδρομές. Αλληλουχίες στιγμών. Έχεις χαρτογραφήσει τη μοναξιά σου και τους μελαγχολικούς περιπάτους, τις βιαστικές πορείες με το κεφάλι σκυμμένο να κοιτάει τις μύτες των παπουτσιών, τις κινήσεις ρουτίνας, τα αδιάφορα βήματα, τις στιγμές που απλώς περίμενες να περάσουν. Έχεις χαρτογραφήσει τις όμορφες βόλτες, τις περπατητές εξομολογήσεις, τα μυστικά που εξαφανίστηκαν σε γωνίες, σε εισόδους καταστημάτων, τα όνειρα που κρύφτηκαν στα κλαδιά του πεύκου. Έχεις χαρτογραφήσει τα ρομαντικά ραντεβού, τις τρυφερές αγκαλιές, τα χέρια που ακούμπησαν απαλά στα μαλλιά σου, τα βήματά σας που συγχρονίστηκαν, το πεζούλι όπου ένιωσες το χτύπο της καρδιάς του, το κοίταγμα του φεγγαριού κάτω από το όμορφο μπαλκόνι και τη μυρωδιά του πιο παθιασμένου φιλιού.
Κάθε στιγμή και άλλο συναίσθημα. Κάθε διαδρομή και άλλο χρώμα. Διαδρομές που τέμνονται, πολλαπλά, σε πολλά σημεία. Πολλές πόλεις πάνω στον ίδιο χάρτη. Κάθε φορά βρίσκεσαι σε μια διαφορετική. Κάθε φορά, μέσα σ' αυτήν την πόλη που ξέρεις σαν την παλάμη σου, ανακαλύπτεις μια νέα.


Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

debtocracy

Αναμεταδίδω από pepperann...

Debtocracy... ένα ντοκιμαντέρ για την (οικονομική) κρίση στην Ελλάδα. Ιστορία, οικονομία, αίτια, προβλήματα, λύσεις, αδιέξοδα, πολιτική. Μια παραγωγή που χρηματοδοτήθηκε εκ των υστέρων από τους θεατές της. 
Τα δικά μου σχόλια μάλλον περισσεύουν.

ομελέτα παπιγιόν!




Μπορεί να μη σου αρέσουν και πολύ οι γάμοι. Μπορεί να μισείς την πολυκοσμία. Μπορεί να νιώθεις ξενέρωτος και αντικοινωνικός πολλές φορές. Μπορεί να μη γνωρίζεις την οικογένειά σου και αυτό να μη σου φαίνεται και τόσο παράξενο. Μπορεί... Συμβαίνει και σε άλλους, να είσαι σίγουρος.

Είναι φορές όμως που όλα γυρίζουν ανάποδα.
Και ανακαλύπτεις ξαδέρφια που αμυδρά είχες ακούσει για την ύπαρξή τους, άλλα που δεν είχες δει ποτέ, άλλα που θυμάσαι μόνο φασκιωμένα κλαψιάρικα και φαλακρά σ' ένα καρότσι και άλλα που είχες χάσει τα ίχνη τους για πολλά πολλά χρόνια. Και αντικρίζεις θείους που ηχούσαν σαν μύθοι άγνωστων πολιτισμών στο μυαλό σου. Και προσπαθείς να αποκαταστήσεις ένα σπασμένο γενεαλογικό δεντράκι. Με αρκετή επιτυχία, για πρώτη φορά στη ζωή σου...
Είναι νύχτα με φεγγάρι και δροσιά, έχει αεράκι όσο χρειάζεται και πολλά δέντρα τριγύρω. Διάχυτη ατμόσφαιρα πάρτι, μουσική για όλους, φαγητό και κρασί. Γυμνές συζητήσεις που ξεφεύγουν από τα τυπικά οικογενειακά που αποφεύγεις, αστεία και χαμόγελα παντού. Ένα ζευγάρι που λάμπει και φωτίζει τριγύρω και μεταδίδει ενέργεια και ενθουσιασμό.
Είσαι ξαφνικά ένας όμορφος άνθρωπος ανάμεσα σε όμορφους ανθρώπους. Ατελείς, όλοι, αλλά αυτή είναι η ομορφιά. Και ξαφνικά ο χορός είναι ένα μέσο για να πέσουν οι μάσκες, ένα μέσο για να μοιραστείς τη χαρά σου. Ένα μέσο για να γεννηθεί ένα σύννεφο από θετική ενέργεια. Και ξαφνικά, όλοι διαθέτουν λίγη τρέλα μέσα τους, μέσα στην ευφορία όλοι είναι και λίγο αυθόρμητοι, ακόμη και άθελά τους.
Κι ο σοβαρός αξιότιμος ξάδερφος γίνεται σε μια νύχτα πραγματικός Μαζωνάκης, με κοινό που προσκυνάει και λιώνει για χάρη του. Όλοι στην πίστα... πίστα... πίστα... πίστα... και εφέ ηχητικά με το στόμα. Κι έτσι καταλήγει μια ομάδα συγγενών να κυλιέται στα πατώματα τρίβοντας το πιπέρι, τραγουδισμένο α καπέλα από τη θεία που έγραφε τα στιχάκια του Άη-Βασίλη. Κι η πάντα μετρημένη γιαγιά να χορεύει ροκ εντ ρολ.
Ωραία όλα αυτά. Ξέρεις όμως ότι τα πράγματα είναι κάτι παραπάνω από ωραία όταν μαγειρεύεται στα κρυφά, σε μια γωνιά του κήπου, η ομελέτα με το παπιγιόν του γαμπρού. Συνομωσία της θεόμουρλης θείας και του συμπαθή γκρουβαλάκου που είναι η μασκότ του πάρτι. Από αυτήν τρώνε οι χορευταράδες και συνεχίζουν το χορό. Και κατά την παράδοση, έτσι είναι που ο γάμος στεριώνει.

Μακάρι να 'ναι έτσι τα γαμήλια πάρτι κι οι γάμοι να μένουν φορτισμένοι με μια τέτοια δόση ενέργειας και αισιοδοξίας. Μακάρι οι οικογένειες να γνωρίζονται λίγο καλύτερα και να βλέπονται λίγο συχνότερα και μακάρι να ανακαλύπτουν λίγα λίγα τα κοινά που είχαν κρυμμένα ο ένας απ' τον άλλον.

Να ζήσετε!

[στη φωτιά... (καλ)ομελέτα κι έρχεται...]

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

το μεγάλο βιβλίο...

Είναι σαν ένα γιγάντιο άλμουμ. Σαν ένα υπέρογκο λεύκωμα. Μας χωράει όλους μέσα. Ολόκληρους. Είναι ανεξάντλητο. Είναι χρωματιστό. Είναι χαρούμενο. Είναι λυπημένο. Είναι γρήγορο. Είναι άμεσο. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Πολύ εύκολο. Είναι δωρεάν. Είναι στο κινητό σου. Είναι παντού. Μπορείς κι εσύ να είσαι μέρος του. Μπορείς κι εσύ να είσαι κάτι. Join us!


Μια τρέλα. Απόλυτη. Ένα παραλήρημα. Ένας κόσμος ολόκληρος. Είναι καλοκαίρι και είσαι μέσα. Μαζί με όλους σχεδόν τους φίλους σου. Λέξεις, μουσικές, εικόνες, σκέψεις, κείμενα, βίντεο, ειδήσεις,  αηδίες.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αβοήθητα. Ασυνόδευτα. Δεδομένα ταξιδεύουν μόνα στο ιντερνετικό κενό, όπως τα μπουκάλια με μηνύματα στη θάλασσα. Μόνο που μπορούν να έχουν ταυτόχρονα πολλούς αποδέκτες. Πάντα όμως είναι μόνα. Ποτέ δεν ξέρεις αν έφτασαν. Δεν ξέρεις πού έφτασαν. Δεν ξέρεις αν ταλαιπωρήθηκαν στο δρόμο. Αν το ταξίδι ήταν καλό. Τα φιλάς στο μέτωπο και τα στέλνεις. Αποχαιρετισμός. Άλλα φτάνουν σ' εσένα. Δεν ξέρεις από πού. Δεν ξέρεις πώς. Περνάνε πλάι σου. Ψαρεύεις. Αν θέλεις τους δίνεις σημασία. Κάποια σε κάνουν να ενοχλείσαι, άλλα να αηδιάζεις, άλλα απλώς περνάνε απαρατήρητα. Κάποια τα πετάς πίσω στη θάλασσα. Κάποια σε κάνουν να γυρίσεις το κεφάλι και να τα προσέξεις. Να σταματήσεις. Ίσως να γελάσεις. Ή να κλάψεις. Μόνος. Κάποτε ίσως αντιδράσεις. Ίσως απαντήσεις. Ίσως δώσεις σημεία ότι πήρες το μήνυμα. Ίσως πεις ένα ψέμα. Μια εξυπνάδα. Κάτι αστείο. Κάτι ευχάριστο. Μια υπερβολή. Ίσως υπάρξει ανταπόκριση. Μια μικρή συνομιλία, κάτι.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αυτά που θέλεις να δεις κι αυτά που δε θέλεις να μάθεις. Αυτά που θέλεις να πεις κι αυτά που άλλοι είπαν για σένα. Χωρίς εσένα. Κάποτε ψάχνεις κάτι που θέλεις να βρεις. Ανοίγεις ξένα συρτάρια. Περιπλανιέσαι σε σκονισμένες αποθήκες. Αντικρίζεις άπλυτα πιάτα και λερωμένες τουαλέτες. Μυρίζεις φρεσκοπλυμένα εσώρουχα. Κυλιέσαι σε ζεστά ανακατωμένα σεντόνια. Τρυπώνεις σε ένα πατάρι. Μυρίζεις τη σοφίτα. Χωρίς να φοβάσαι μήπως σε πιάσουν ξαφνικά να χαϊδεύεις έναν παλιό καθρέφτη. Είναι μια σκηνοθετημένη σοφίτα. Επιμελώς ακατάστατη και αυθόρμητη όμως. Τόσο που να σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπήκες εκεί λίγο στα κρυφά.
Άλλοτε περιμένεις. Κάτι. Κάποιον. Κρυφοκοιτάς από τη γωνία. Κρατάς την ανάσα σου. Παίζεις κι εσύ το κρυφτό σου. Χωρίς πρόσωπα. Με τα πρόσωπα της φωτογραφίας. Με τα παγωμένα βλέμματα μιας άλλης στιγμής. Με ενέργεια ψηφιακών σημάτων.
Ωραία όλα αυτά, δε λέω. Γοητευτικά. Ανακαλύπτεις ένα σωρό κόσμους μακρινούς από το δικό σου. Απρόσμενα. Ανακαλύπτεις ανθρώπους και πράγματα που αγνοούσες. Ξαφνικά. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνήσεις κι αυτός. Μερικές φορές μοιάζει σαν να φωνάζεις σε μια χαράδρα. Αδειάζεις τα νεύρα σου, την πίκρα σου. Διατυμπανίζεις τη χαρά σου. Και μετά; Τί μένει μετά; Βγαίνεις κάποια στιγμή από αυτό το σύμπαν. Πρέπει. Νιώθεις κάπως πλουσιότερος; Νιώθεις κομματάκι πιο γεμάτος; Νιώθεις ολόκληρος;

Είναι παράξενο. Είναι παράξενος ο τρόπος που μαγνητίζει αυτό το τεράστιο βιβλίο. Και πανέξυπνος. Κρίνω εκ του αποτελέσματος. Τα έχει όλα. Θέλεις μουσική; Είναι εδώ... Θέλεις κουλτούρα; Έχει σελίδες με βιβλία για τους πιο διανοούμενους... Θέλεις τέχνη; Έχει κι απ' αυτό... Θέλεις καψούρα; Αυτό κι αν περισσεύει... Θέλεις αστεία; Είναι εδώ... Θέλεις παιχνίδια; Μπορείς να διαλέξεις... Θέλεις να θυμάσαι γενέθλια, επετείους, ονόματα, σχέσεις, πληροφορίες; Δε χρειάζεται, θα σου υπενθυμίζει πάντα και τα πάντα. Θέλεις να ανοίξεις τον κύκλο σου; Φροντίζει αυτό για σένα, διαλέγοντάς σου ανθρώπους που μπορεί να ξέρεις ή να ενδιαφέρεσαι να μάθεις... Θέλεις να πας για ψώνια; Έχει διαφημίσεις, πού να κοιτάς βιτρίνες τώρα, πού να ψάχνεις προσφορές... Θέλεις να μιλήσεις; Ελεύθερα, έχει και τσατ... Θέλεις να γράψεις; Άνοιξε μια νέα σημείωση... Θέλεις να φιλοσοφήσεις; Ανοιχτά... Θέλεις να δείξεις το άλμπουμ σου; Ορίστε... Θέλεις να κορνιζάρεις τις φωτογραφίες; Έχουμε πολλούς τοίχους... Θέλεις να κάνεις το φωτογράφο; Εδώ είναι το κατάλληλο μέρος... Μπορείς να φτιάξεις ακόμη και το Μουσείο του Εαυτού σου... Έτσι, για τους πιο ματαιόδοξους.
Όλα είναι εδώ. Οι βασικές εφαρμογές του διαδικτύου συγκεντρωμένες σε μία. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Σου το 'πα απ' την αρχή. Δε θέλει κόπο. Ούτε τρόπο. Θέλει το χρόνο σου κι εσύ τον προσφέρεις. Τον σκοτώνεις. Του δίνεις φιλάκι στο μέτωπο και τον αποχαιρετάς μαζί με τα μπουκάλια και τα μηνύματα.

Δεν μπορεί, κάτι καλό θα συμβαίνει σ' αυτό το γιγάντιο βιβλίο. Ή είμαστε ηλίθιοι σ' ένα σύμπαν ηλιθίων.


[αντί (αυτο)κριτικής...]

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ηλιοβασίλεμα

Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις.
 - [...] Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ' έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα...
[...]
- Μα τώρα θα κλάψεις!
- Ναι, σωστά.
- Και τότε τί κέρδισες;
- Κέρδισα, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.
[Ο Μικρός Πρίγκηπας, κεφ. ΧΧ]

Θυμάσαι, ήσουν 8 χρονών, μικρή, αδύνατη με κόκκινη καρό φουστίτσα, κόκκινο καλσόν και φθαρμένα μποτάκια. Περίμενες την Τετάρτη για να διαβάσεις το Μικρό Πρίγκηπα. Υπολόγιζες τη βδομάδα σου γύρω από την Τετάρτη. Και ήξερες ότι είχες περίπου δύο ώρες το απόγευμα για να καθίσεις αναπαυτικά και ήρεμα μαζί με το βιβλίο που μύριζε εφηβεία του μπαμπά και σκονισμένο ράφι. Δύο ώρες για να ταξιδέψεις με την αλεπού και το τριαντάφυλλο. Δύο ώρες για να χωρέσεις στην παιδική σου φαντασία όλα εκείνα τα παράξενα. Δύο ώρες κάθε Τετάρτη.


 


Είναι τα χωράφια με το στάρι, η μνήμη μιας σφαίρας, η εικόνα αυτού που δεν υπήρξε. Είναι το ποτέ που ενυπήρξε στο πάντα. Είναι οι μέρες που δε χωράς πουθενά. Που θέλεις να πάρεις τη φανταστική σου σχεδία και να φύγεις για άλλους κόσμους. Είναι οι φορές που τίποτα δε σου μοιάζει αρκετό. Είναι οι στιγμές που τα πάντα μπορεί να σε συγκινήσουν.

Κι εσύ, που κρύβεσαι δειλά πίσω από τις πολυκατοικίες, γύρνα πίσω. Παίρνεις μαζί σου κάτι από μένα.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

τα γεμάτα απογεύματα

Είναι εκείνα που δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάνε.

Όλα λέγονται, ήρεμα και απλά, με ή χωρίς λέξεις. Ένα δάκρυ, λίγο πριν κυλήσει. Λαμπυρίζει εκεί, στην άκρη του ματιού σου, παίζει κρυφτό με το δικό μου, που χάνεται πίσω από μια βλεφαρίδα. Δίνουν ραντεβού στα όνειρά τους. Πλατωνικό. Ανταλλάσσουν ίσως δύο σκέψεις κι ένα χαμόγελο. Ένα ηλιοβασίλεμα, μερικά δέντρα. Φύλλα στον ουρανό, με φόντο τα σύννεφα. Φύλλα τόσο ελεύθερα όσο και παγιδευμένα, δεμένα γερά σ' αυτή τη γη. Με φόντο πάντα τα σύννεφα. Μυρωδιά δροσοσταλίδας στον ανοιξιάτικο άνεμο. Μια ελαφριά αύρα αναμνήσεων. Οι δικές σου αναμνήσεις. Οι δικές μου αναμνήσεις. Ίσως κάποτε συναντήθηκαν κρυφά, χωρίς να το ξέρουμε. Ένα απαλό αεράκι νοσταλγίας. Για το μέλλον σου. Για το μέλλον μου. Μικρή γλυκιά μελαγχολία. Ένα γέλιο, αβίαστο. Ξεσπάει ξαφνικά από το πρόσωπό σου. Κάνω ρυτίδες όταν γελάω. Μα νιώθω ομορφότερη. Χωρίς μάσκες.

 [Φωτογραφία _ αυτό είναι το χρώμα των ονείρων μου _ Joan Miró _ 1925]


Τα γεμάτα απογεύματα.

Είναι εκείνα που δε θέλεις να τελειώσουν. Που θέλεις να κρατήσεις για πάντα ανέπαφα. Σαν αυτή τη φωτογραφία ονείρων. Ευτυχώς μπορείς πάντα να ανατρέχεις σ' αυτά. Και να αναδημιουργείς νέα.


για όσους μου χάρισαν κάποτε ένα γεμάτο απόγευμα... ή πρωινό...

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

μαθήματα συμπεριφοράς

Αττικό Μετρό. Έτος 2011.

Ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Παρακαλείστε να αναμένετε την αποβίβαση των επιβατών από τους συρμούς πριν επιβιβαστείτε σε αυτούς.
Άφιξη του συρμού. Συνωστισμένος κόσμος, όλοι μπροστά από την κόκκινη γραμμή της αποβάθρας. Όλοι αναμένουν εναγωνίως την πόρτα να ανοίξει, με τη μύτη κολλημένη πάνω στο συρμό. Δειλά δειλά βηματάκια προς τα πίσω, μαζική έξοδος από το τρένο.
Επιβάτες αναμένουν στην αποβάθρα, μπαίνουν αργά αργά στα βαγόνια. Οι πόρτες του συρμού κλείνουν απότομα, κόσμος εγκλωβίζεται στις αυτόματες πόρτες. Μπιιιπ μπιιιιιπ... Ξανά απόπειρα να κλείσουν οι πόρτες, ακόμα ο κόσμος παλεύει να μπει. Μπιιιπ μπιιιιιιπ...
Στριμωξίδι, σπρωξίματα, κακό. Θα περάσω και από πάνω σου αν χρειαστεί. Αρκεί να μπω μέσα. Αρκεί να χωρέσω. Προτού κλείσουν οι πόρτες.

Χωρίς σχόλια. Είναι η παιδεία που έχουμε.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

ονειρομπερδέματα

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο έρχονται τα όνειρα που βλέπεις. Όχι αυτά που συνειδητά κάνεις, με το νου και τη φαντασία σου. Αυτά που έρχονται στον ύπνο σου και σε αιφνιδιάζουν. Ακόμα πιο εντυπωσιακός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα όνειρα διαδέχονται το ένα το άλλο, μπερδεύουν και ανακατεύουν την πραγματικότητα με τον παραλογισμό. Ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά τελικά σου φαίνονται φυσιολογικά. Ένα σπίτι που δεν είναι σπίτι σου, πράγματα που δε σου ανήκουν, καταστάσεις στις οποίες ποτέ δε βρέθηκες, συνδυασμοί προσώπων και γεγονότων που ποτέ δεν είχες τολμήσει να κάνεις... Και μια αίσθηση γλυκιά και παράξενη με το ξύπνημα...

Ταξιδεύεις κάθε μέρα. Μακρύτερα από εκεί που σκεφτόσουν ότι θα μπορούσες να φτάσεις. Μερικές φορές αυτό είναι αρκετό.


Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

στη Χλόη...



Στη Χλόη, τη μεγάλη πόλη, τα άτομα που περπατάνε στους δρόμους δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Σε κάθε τους συναπάντημα φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά.
[Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, σ.. 73]

Η Χλόη δεν είναι πολύ μακριά από μας, είναι μια από τις πόλεις που κρύβονται μέσα σ' αυτήν που ζούμε. Και μερικές φορές είναι ακριβώς έτσι. Μεγάλη. Ηδονική με ένα δικό της τρόπο. Χωρίς λόγια. Με μια παράξενη, ιδιόρρυθμη, δική της επικοινωνία. Στη φαντασία μας.

άνθρωποι και μέρες

Κάποτε, όσο ήμουν παιδί, μισούσα τις Δευτέρες. Έφερναν μαζί τους ένα βάρος που δεν μπορούσα να σηκώσω. Με παρέσυραν σ' ένα ρυθμό που δεν ήταν για μένα. Και τις μισούσα. Παθητικά.
Μεγαλώνοντας, άρχισα να μισώ τις Παρασκευές. Ήταν κουρασμένες, φορτωμένες με μια βδομάδα που αδημονούσε να τελειώσει. Ταυτόχρονα, ήταν τεμπέλικες. Σχεδόν άχρηστες. Από αυτές τις νωθρές μέρες που δεν κάνεις τίποτα, απλώς περιμένεις να περάσουν. Περίμενα τη βδομάδα να κλείσει.
Εδώ και λίγο καιρό, νιώθω παράξενα με τις Κυριακές. Δεν ξέρω αν τις μισώ. Αλλά με ενοχλούν. Με αγχώνουν. Με στήνουν στον τοίχο. Μου θυμίζουν πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, έτσι καθώς με φέρνουν αντιμέτωπη με όλη τη βδομάδα που πέρασε. Που τέλειωσε. Το ηλιοβασίλεμα κοκκινίζει τον ουρανό αργά και βασανιστικά, η Δευτέρα φαντάζει μακρινή παραδεισένια όαση.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

αναμνήσεις

Μόλις διάβασα το κείμενο της Μαρίας στον Υπογραμμιστή, με αναμνήσεις από την πρώτη ημέρα των Πανελλαδικών. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στις δικές μου μνήμες που ήρθαν ξαφνικά, να αντιπαρατεθούν σ' εκείνες της Μαρίας.



Οι δικές μου Πανελλήνιες λοιπόν... Μετά από 5 ολόκληρα χρόνια. Θυμάμαι στιγμές. Σκόρπιες και ανάκατες. Εικόνες. Χρώματα. Ήχους. Μερικές μυρωδιές. Τίποτα το συγκεκριμένο. Τίποτα το συνεχόμενο.

Το μάθημα της Έκθεσης στο φροντιστήριο, παραμονή της εξέτασης. Αγχωμένοι συμμαθητές με χέρια που έτρεμαν, μια κοπέλα που ξέσπασε σε κλάμματα. Τελευταίες συμβουλές και υπενθυμίσεις, τόσο ξένες σε μένα. Τόσο άχρηστες. Μη γράφεις τόσο λογοτεχνικά, το ύφος σου να είναι δοκιμιακό. Δεν άκουγα, είχα κατεβάσει ρολά. Ήμουν απλά χαρούμενη που αυτό το μαρτύριο του δοκιμίου επιτέλους θα τελείωνε. Σε μία μόλις μέρα. Ήμουν ήρεμη, ή ίσως μουδιασμένη. Τα τρομερά πιτσάκια της μαμάς, με μοτσαρέλα και ρόκα. Το σχεδιάγραμμα που ποτέ δεν έκανα, που ποτέ δεν είχα συνηθίσει να κάνω. Αγωνιώδη χέρια τριγύρω μου να γράφουν μανιωδώς στο πρόχειρο, κι εγώ να κοιτάζω το θέμα. Κατάματα, περιμένοντας να μου μιλήσει. Και ύστερα τη λευκή μου κόλλα, στήνοντας στο μυαλό μου την εικόνα του κειμένου. Κάπου εδώ θα φτάσει. Αγχώδεις ερωτήσεις, στο προαύλιο του σχολείου. Υπέροχο φαγητό στο σπίτι. Και ύπνος. Πολύς, βαθύς ύπνος.
Το κόκκινο παντελόνι, το άσπρο μπλουζάκι με τις κόκκινες ρίγες. Πίστευα ότι είναι τυχερό. Το άσπρο λινό μου παντελόνι. Πήγα τουαλέτα, με συνοδεία μιας χοντρής επιτηρήτριας που άνοιξε το καζανάκι ψάχνοντας για τα σκονάκια που δεν είχα. Γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα συμμαθήτριας καημενούλα, έχεις χάσει 10 λεπτά! Ο φόβος των ημερών, μη χυθεί νερό επάνω στο τετραδιάκι με τις απαντήσεις... Τα τυροψωμάκια της μαμάς, με δυόσμο και βασιλικό από το μπαλκόνι μας. Τα οχτασέλιδα (!) θέματα της Φυσικής, σκέφτηκα ότι μόνο για να τα διαβάσω θα χάσω πολύ χρόνο! Η απρόσμενη ψυχραιμία μου σε στιγμές που δεν περίμενα. Τα απογεύματα στο φροντιστήριο, που μόνο εγώ είχα διάθεση για πλάκα... Εκείνο το απόγευμα στο σπίτι που αποκοιμήθηκα καθιστή στο κρεβάτι προσπαθώντας να βγάλω τα παπούτσια μου. Το τριήμερο που πέρασα απαγγέλλοντας τη Βιολογία κατεύθυνσης, που βγήκα από το σπίτι μόνο για να πάρω εφημερίδα μια Κυριακή μεσημέρι.
Η αφόρητη ζέστη, τα βράδια στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να εξηγήσω πράγματα που σε λίγες ώρες θα έπαυαν να έχουν σημασία. Οι τακτοποιημένες σημειώσεις, που σε λίγες ώρες θα έμεναν για πάντα στο ράφι. Τα αγχωμένα μεσημέρια στο φροντιστήριο, τα κλάματα δίπλα μου, οι παρηγορητικές αγκαλιές. Το καφέ λινό παντελόνι της κοπέλας στο Σχέδιο που είχε άσπρους λεκέδες από τον ιδρώτα, πίσω από τα γόνατα. Το πενάκι που παραλίγο να τρέξει πάνω στην κόλλα μου. Παραλίγο. Τα πράσινα παράθυρα της αίθουσας.
Δεν κοιμήθηκα το βράδυ πριν την ανακοίνωση των βαθμολογιών. Την παραμονή της ανακοίνωσης των βάσεων έβλεπα εφιάλτες, ότι έχανα τη Σχολή για 2 μόρια. Θυμάμαι την παρηγορητική βόλτα στο ΙΚΕΑ εκείνο το πρωί, πριν μάθουμε τις βάσεις. Θυμάμαι τη φίλη που έχασε τη Σχολή για 7 μόρια. Ίσως της βγήκε σε καλό τελικά. Θυμάμαι το τηλεφώνημα που με ενημέρωσε για την επιτυχία (η βόλτα στο ΙΚΕΑ είχε τραβήξει λίγο παραπάνω...).  Θυμάμαι...

Δε διάβαζα πια. Δεν ένιωθα πια. Ο χρόνος είχε σταματήσει για μένα. Μόνο κοιμόμουν. Πολλές, πολλές ώρες. Δεν ξέρω αν έβλεπα όνειρα. Και κάθε φορά, σε κάθε μάθημα, άδειαζα κι από ένα φορτίο. Άφηνα τις ατελείωτες ώρες προσπάθειας σε μια κόλλα χαρτί. Οριστικά.
Τελευταία μέρα των Πανελλαδικών πήγα για ψώνια. Μου αγόρασα ένα θαυμάσιο αέρινο μεταξωτό φαρδύ τιραντάκι. Είχα ραντεβού το βράδυ. Ήταν για 5 καλοκαίρια το αγαπημένο μου. Φέτος είναι πια τρύπιο... Μαζί μ' αυτό φθείρονται και οι αναμνήσεις μου.

Ναι, τα πράγματα παίρνουν την πραγματική τους αξία αφού τα ζήσεις, αφού τα ξεπεράσεις. Όταν μπορέσεις να τα δεις με ψυχρό βλέμμα. Και τότε οι αναμνήσεις σου μοιάζουν παράξενες. Αλλόκοτες. Αλλοπρόσαλλες. Σπονδυλωτές. Ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής τους της ιδιοτυπίας να σου είναι χρήσιμες. Ακριβώς τώρα. Που οι φόβοι έχουν πια περάσει, που τα όνειρα έχουν αλλάξει. Που οι στιγμές έχουν γίνει φωτογραφίες στο υποσυνείδητο, που ανασύρεις με αφορμή το κείμενο της Μαρίας.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

όμορφοι άνθρωποι

Όμορφοι άνθρωποι. Ο καθένας διαφορετικός, μα όλοι όμορφοι. Ζούμε σε πόλεις με όμορφους ανθρώπους. Αν κοιτάξεις καλά θα τους βρεις ανάμεσά σου. Δίπλα σου. Παρατήρησέ τους. Γελάνε. Μυρίζουν όμορφα. Είναι περιποιημένοι. Είναι κουρασμένοι. Είναι παράξενοι, αστείοι, αταίριαστοι. Είναι ευχαριστημένοι. Μπορείς να γίνεις κι εσύ ένας όμορφος άνθρωπος. Να ακτινοβολείς όλη τη θετική σου ενέργεια. Να χαμογελάς με όλη σου τη δύναμη. Να μοιάζεις αστείος. Μπορούμε να έχουμε πόλεις γεμάτες με όμορφους ανθρώπους.


Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

πρωτομαγιά...

Γι' αυτό το σημερινό κείμενο έχω την τύχη να έχω "συνεργάτη", την πιο υπέροχη μαμά του κόσμου!

Πρωτομαγιά. Και ταυτόχρονα τελευταία ημέρα των διακοπών μας. Είμαστε και οι δύο πολύ κουρασμένες, πολύ αγχωμένες και κάπως μελαγχολικές, για λόγους που συμπίπτουν και απομακρύνονται, σαν να τρέχουν πάνω σε ομάδες τεμνόμενων κύκλων.
Αυτή τη μέρα θα την περάσουμε ολόκληρη μαζί. Θα κάνουμε εκείνη την περίφημη βόλτα, θα πάρουμε καθαρό αέρα, θα μιλήσουμε, θα τραβήξουμε φωτογραφίες και αν είμαστε τυχερές θα μαζέψουμε και μερικα λουλούδια. Παπαρούνες κατά προτίμηση.
Αυτή η μέρα όμως ξεκίνησε με συννεφιά. Συνέχισε με περισσότερη συννεφιά και ψύχρα. Σαν να ήταν θυμωμένη, με τον εαυτό της, με το Πάσχα που έφυγε, μ' εμάς που ανυπομονούσαμε για χάρη της. Θα κάνουμε Πρωτομαγιά στο μπαλκόνι, φυτεύοντας τα λουλούδια μας, κλαδεύοντας τα δεντράκια μας, δεν πειράζει.
Συνεχίστηκε όμως με πολύ μαγείρεμα, μερικές αναγκαστικές διαδρομές στη βροχή (καμία σχέση με ονειρεμένη βόλτα) κι άλλες δουλειές στο σπίτι. Ας φροντίσουμε τουλάχιστον το μπέντζαμιν.
Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν, που έχει την ηλικία μου, αλλά είναι δέντρο ολάκερο, φτάνει ως το ταβάνι και αναγκάζεται να λυγίζει τα κλαδιά του και να μένει πάντα σκυφτό. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν που δε χωράει σε καμιά γλάστρα πια και δεν μπορούμε να το σηκώσουμε για να το αλλάξουμε θέση. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν που φέτος ξεράθηκε τελείως σε μια ξαφνική παγωνιά. Που όλα του τα φύλλα έγιναν αδύναμα, χλωμά και κίτρινα, που τα κλαδιά του σπάνε με ένα απλό άγγιγμα. Το αγαπημένο μας μπέντζαμιν έγινε πια ένα ξερό δεντράκι, μοιάζει γερασμένο, με κουρασμένα κλαδάκια έτοιμα να πέσουν κι αυτά. Καθώς έβλεπα τα φύλλα να πέφτουν σκέφτηκα ανθρώπους στο χιόνι, με άκρα παράλυτα από το κρύο και μόλις που συγκράτησα ένα δάκρυ. Δεν ξέρω τί θα κάνουμε χωρίς το αγαπημένο μας μπένζαμιν στο σπίτι.
Ακολούθησε καθαριότητα, μια βαλίτσα σε αναμονή, και διάβασμα. Και πολλά χαμόγελα. Κι ένας καβγάς, αλλά είναι όλα μέσα στο πρόγραμμα! Και είμαστε ακόμη εδώ, στο τραπέζι που παλιά καθόμασταν, κάθε χρόνο τέτοια μέρα και ετοιμαζόμασταν για τα σχολεία μας. Δεν πήγαμε την περιβόητη βόλτα τελικά.
Πρωτομαγιά. Και ταυτόχρονα τελευταία ημέρα των διακοπών μας. Μπορεί να μην πήγε όπως τη σχεδιάσαμε αλλά ήταν και πάλι γεμάτη. Γεμάτη αγάπη. Από αυτήν την αναντικατάστατη ατελείωτη αγάπη της μαμάς. Από αυτήν που πάντα θα κρατάμε, τον υπόλοιπο καιρό που δε θά 'χουμε πια διακοπές. Που δε θά 'χουμε αυτά τα βράδια στο τραπέζι με τα απλωμένα βιβλία και τη διάχυτη ατμόσφαιρα γαλήνης και τρυφερότητας.

Ευχαριστώ!



Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

βλέμμα ψηλά

Κοίτα πάνω. Στην πόλη σου, οπουδήποτε. Σήκωσε για λίγο τα μάτια απ' το έδαφος.











Ένα παρελθόν. Και ταυτόχρονα ένα πιθανό μέλλον. Γεμάτο αναμνήσεις. Χωρίς υποσχέσεις. Μοιάζει θλιμμένο, φυλακισμένο σ' ένα σώμα που έχει πια γεράσει. Που δεν το ποθεί πια κανείς.

ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΝΤΑΙ αλλά για ποιόν; Από ποιόν; Ταμπέλες που βρίσκονται στην ίδια θέση εδώ και χρόνια... Ανέγγιχτες. Είναι αλήθεια ότι είναι ακόμα στη νοοτροπία μας η αντιπαροχή του '60, το καινούριο, το τεχνολογικά προηγμένο, αυτό που έχει όλες τις ανέσεις, τα κλιματιστικά, τα κουφώματα αλουμινίου. Είναι αλήθεια ότι για το μικροαστό είναι αδύνατον (οικονομικά κυρίως) να συντηρήσει τις μνήμες, το παρελθόν, να εξελιχθεί μέσα από αυτό. Είναι αλήθεια ότι τα θέματα της καθημερινότητας, αυτά τα τετριμμένα, μπορεί να γίνουν τόσο πιεστικά και απαιτητικά που να μην αφήνουν χρόνο και δύναμη ούτε καν για τη σκέψη, αυτή τη φευγαλέα και στιγμιαία.

Γι' αυτό τουλάχιστον κοίτα πάνω πού και πού. Και πέτα. Στη γη, λίγος ρομαντισμός δεν μπορεί να σου κάνει κακό.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

samba mood

Απόγευμα στο σινεμά, ταινιάκι για παιδιά μικρά και μεγάλα... 3d animation ΡΙΟ, μεταγλωττισμένο στα ελληνικά φυσικά! Η ατμόσφαιρα τεμπέλικη... Στην είσοδο κανείς για τα εισιτήρια, το κυλικείο κλειστό. Περάστε να ξεκινήσουμε την ταινία και στο διάλειμμα που θα έρθει το ταμείο κόβετε και εισιτήριο! λέει ο τεχνικός κι έτσι γίνεται...
Το σινεμά σχεδόν άδειο, μόνο μερικά 7χρονα, 8χρονα κι 9χρονα με τους συνοδούς τους. Και μέσα στο σκοτάδι γελάκια παιδικά, χαχανητά και τι είπε τί είπε μπαμπά και καθυστερημένα γέλια. Με μια ματιά τριγύρω βλέπεις μικρά γυαλιστερά αθώα βλέμματα και χαμόγελα. Κάποια στιγμή ακούγεται το τραγούδι Mas que nada στην ταινία, σε καινούρια εκτέλεση αλλά δεν έχει και πολλή σημασία, και τα μικρά κεφαλάκια κουνιούνται ρυθμικά, χωμένα όπως είναι στα αναπαυτικά καθίσματα. Θα μου το βάλεις στο σπίτι να χορέψουμε;;; μου ψιθυρίζει η οκτάχρονη συνοδός μου και με τραβάει απ' το μανίκι...
Στην έξοδο κόβουμε τα εισιτήρια (!!!) και σε όλο το δρόμο της επιστροφής σιγοψιθυρίζουμε παράφωνα τα λόγια και περπατάμε-χοροπηδάμε στο ρυθμό. Με τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου να χαϊδεύουν νωχελικά τις πλάτες μας καθώς κατηφορίζουμε...

ο Μουσάτος

Βράδυ Μεγάλου Σαββάτου, λίγο πριν την Ανάσταση. Μικρή γραφική εκκλησία σε επαρχιακή πόλη. Παππούδες, γιαγιάδες, παιδάκια, καρότσια, βαριεστημένοι έφηβοι που αδημονούν για την επερχόμενη εξόρμηση στα κλαμπ της περιοχής, καλοντυμένες κυριούλες με φουντωτές κουπ κομμωτηρίου (η κυρία Νίτσα πάλι χτένιζε ως τις 10 μ.μ.). Λαμπάδες μπάρμπι, άξιονμαν, ντόρα, πάτι και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας! Φωνές και κλάματα, αγκαλιές, ματς μουτς, μα καλά κι εσείς εδώ χρυσή μου;;; Ατμόσφαιρα κατάνυξης δηλαδή! Κι ο Μουσάτος. Γύρω στα 28, είναι μόνος, ντυμένος απλά, με σκούρα γυαλιστερά μάτια, μελαχρινές μπούκλες και πυκνά φουντωτά μούσια, κρατάει μια απλή λαμπάδα από αγνό κερί. Δείχνει ήρεμος, απόκοσμος και ανέγγιχτος από τον γύρω πανικό.
Σβήσε τα φώτα, Παναγιώτη, τα φώτα! Και μετά ακούγεται το τσακ τσακ τσακ των διακοπτών, είπαμε είναι μικρή η εκκλησία. Παλιά και πολύ μικρή. Δεύτε λάβετε φως, ανάμικτο με μικροφωνισμούς, αν έκλειναν τελείως τα μικρόφωνα θα ακουγόντουσαν καλύτερα, τελοσπάντων! Κυριούλες που τρέχουν να προλάβουν, τακ τακ τακ τα τακουνάκια στο φθαρμένο δάπεδο. Δίπλα μου ένας κοστουμάτος με ζελέ στέλνει μήνυμα, άλλος παραδίπλα τραβάει βίντεο την τελετή, πιο πέρα ακούγεται Ναι, ναι, στο Θέατρο, στη 1, έχουμε τραπέζι! (Θέατρο: το πιο ιν κέντρο-μπουζουξίδικο της περιοχής). Ο παπάς κάτι ψέλνει, ααα ωραία τα παπούτσια σου, πολλές λαμπάδες μετακινούνται, να πάρουμε κι εμείς το άγιο φως, σιγά Γιωργάκη, θα κάψεις κανέναν! Η λειτουργία μετακινείται στο προαύλιο, βγαίνουν σε πομπή τα παπαδοπαίδια, οι παπάδες και οι ψάλτες, Παναγιώτη, την πόρτα, άνοιξε γρήγορα! (φράκαρε η πομπή, κόλλησε η παλιά πόρτα...). Με πιάνουν τα γέλια, ο Μουσάτος ατάραχος, σαν από άλλο κόσμο, προσπαθώ να κρατηθώ για χάρη του, μάλλον κάνει πολλή υπομονή ο καημένος...
Η πομπή ανεβαίνει τα σκαλάκια της Αίθουσας Τελετών του ναού, παπάδες και ψάλτες στριμώχνονται στη βεραντούλα, ψάχνουν τη σελίδα στο ασημένιο ανάγλυφο βιβλίο, κάτι ψιθυρίζουν. Τα παπαδοπαίδια όλα στη σειρά με τα εξαπτέρυγα αγκαλιά, κοιτάνε τους παπάδες με τα μούσια, κάτι λένε και κρυφογελάνε σαν μαθητούδια. Κάνουν να ξεκινήσουν την ανάγνωση του Ευαγγελίου, αποσυνδέεται και πέφτει το μικρόφωνο, μπαπ, ένας ψάλτης σκαρφαλώνει στα κάγκελα της βεραντούλας, πρόσεχε πρόσεχε τέκνον μου, ο παπάς με τα άσπρα γένια. Όλα εντάξει. Μα καλά πώς μεγάλωσες έτσι... Τηλέφωνο χτυπάει, μηνύματα, κακό... Ξεκινάει να διαβάζει ο παπάς με τα άσπρα γένια, κοιτάζουν το ρολόι τους όλοι... Μπαμ μπαμ μπαμπαμπουμπα τσσσιου φσσστ παππαππαπ παπ... Στην πλατεία η Μητρόπολη ήδη έκανε Ανάσταση, Χριστός Ανέστη, ξεκίνησαν τα πολύχρωμα πυροτεχνήματα και οι κρότοι. Αναμονή... Οι παπάδες κοιτάζονται αμήχανα, ταιριάζουν τα άμφιά τους. Ο κόσμος λέει ανέμελα τα νέα του, άλλοι κοιτάζουν τα ρολόγια τους, μυρίζει από κάπου καμμένη τρίχα, μάλλον άρπαξε η λακ από κάποια περιποιημένη φουντωτή κουπ. Ο Μουσάτος ατάραχος, κοιτάει ευθεία και πότε πότε τον ουρανό.
Πυροτεχνήματα τέλος, Σοφία Ορθή ακούσωμεν την ανάγνωση του Αγίου Ευαγγελίου... Πολλά σαρδάμ κάνει ο παπάς, ε μεγάλωσε κι αυτός, τι τα θες τώρα χρυσή μου! Γρήγορα γρήγορα, Χριστόοος Ανέεεστη... Ψέλνουν οι πιστοί μ' ένα στόμα και αρχίζουν τα φιλιά, οι αγκαλιές και οι ευχές, τηλέφωνα χτυπάνε, να εδώ στην Αγία Σοφία είμαστε... Σταματάνε οι ψαλμωδίες, συγχαίρονται και εναγκαλίζονται κι οι παπάδες, είπαμε η μικροφωνική εγκατάσταση δεν είναι αρκετά δυνατή. Ο Μουσάτος κοιτάζει ήρεμος τη λαμπάδα του. Να του πω Χριστός Ανέστη; Κάποιος πρέπει να του πει, γιατί είναι μόνος του; Μα με πιάνουν οι ντροπές μου... Συνεχίζουν οι παπάδες, Χριστόοοος Ανέεεεστη εεεκ νεεεκρών άλλες 6 φορές!
Τώρα πια τέλος, η πομπή μπαίνει ξανά στην εκκλησία, θα συνεχίσει για τους πιστούς. Όλοι μένουν έξω, φιλιά, αγκαλιές, φωνές πιο δυνατά, αβγά που τσουγκρίζουν, κινητά που παίρνουν φωτιά... Κάπου εκεί τον έχασα τον Μουσάτο, δεν είδα τί έκανε, δεν του είπα Χριστός Ανέστη.

Εννοείται ότι πήγε περίπατο η όποια διάθεση είχα να νιώσω κατάνυξη και ηρεμία εκείνο το βράδυ. Κι εγώ η αφελής που νόμιζα ότι το να πάμε στη μικρούλα Αγία Σοφία θα μας γλίτωνε από τις ορδές των πιστών του κομμωτηρίου και των κινητών, από τις λαμπάδες μπάρμπι και τα πιτσιρίκια που στροβιλίζονται γύρω από τους γονείς και κάινε μπουφάν στο πέρασμά τους... Μόνο που δεν μπόρεσα ούτε να βάλω τα γέλια με το σουρεαλ σκηνικό, ο Μουσάτος ήταν η φωνή της συνείδησης.
Αχ Μουσάτε, πόσο έπρεπε να σου πω τουλάχιστον Χρόνια Πολλά... Ελπίζω να 'σαι καλά εκεί που είσαι κι αν τύχει και διαβάσεις αυτό (ο κόσμος είναι πάντα πιο μικρός από όσο νομίζουμε) Χριστός Ανέστη!

από τη μικρούλα Αγ. Σοφία

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

αντιστροφή

Είσαι παιδί, κάπου ανάμεσα σε τεσσάρων και δέκα ετών. Είναι Μεγάλη Πέμπτη, πρωί. Ξυπνάς με δυσκολία, ντύνεσαι βιαστικά με τα καλά σου. Εκείνη έχει έρθει να σε πάρει από το σπίτι. Είναι περιποιημένη, χτενισμένη και χαμογελαστή, μόνο για σένα. Σε πηγαίνει να κοινωνήσεις. Στο δρόμο σταματάει και σου δείχνει το Παλιό Ρολόι, κάθε φορά. Σου λέει αστεία και ιστορίες. Ιστορίες από χρόνια που σου φαίνονται τόοοσο μακρινά, σχεδόν μυθικά. Στο γυρισμό σου παίρνει παγωτό, σου το 'χε τάξει. Και σε κάνει βόλτα στο παζάρι, κάθε Πέμπτη έχει παζάρι, τη Μεγάλη Πέμπτη έχει μεγάλο παζάρι, με πολύ κόσμο. Παρατηρείς τον κόσμο από κάτω, όλα σου φαίνονται τεράστια. Σταματάει όπου θέλεις, κοιτάζει τους πάγκους που κοιτάς, σου παίρνει ένα μικρό δωράκι. 
Στο σπίτι, βάφει μαζί σας τα αβγά, σου δείχνει πώς να διαλέγεις τα πιο γερά για το τσούγκρισμα. Σου μαθαίνει να κάνεις τσουρέκια, σ' αφήνει να παίζεις με το ζυμαράκι που περισσεύει και να χαίρεσαι κι εσύ. Μαλώνει τη μαμά σου που δεν έχει υπομονή και είναι αυστηρή μαζί σου. Σου φτιάχνει κι ένα τσουρεκάκι γεμιστό με σοκολάτα, συνταγή σπέσιαλ. Πανεύκολη αλλά σπέσιαλ στα παιδικά σου μάτια. Και φυσικά υπέροχη γεύση...

Δεν είσαι πια παιδί, έχουν περάσει πάνω κάτω δεκαπέντε χρόνια. Είναι Μεγάλη Πέμπτη, πρωί. Ξυπνάς με δυσκολία, ετοιμάζεσαι βιαστικά με τα καλά σου, εκείνα που της άρεσαν. Εκείνη ετοιμάζεται νωχελικά, την περιμένεις. Είσαι περιποιημένη, χτενισμένη και χαμογελαστή, μόνο για κείνη. Την πηγαίνεις να κοινωνήσει. Στο δρόμο σταματάει κάθε τόσο καθώς λαχανιάζει. Της λες αστεία και ιστορίες. Ιστορίες από τις κοινές σας μνήμες, όταν ήσουν παιδί. Ιστορίες από χρόνια που για τα εγγόνια σου θα φαντάζουν μυθικά. Δεν μπορείς να της πάρεις παγωτό, ίσως να τό 'θελε, αλλά δεν κάνει να φάει, φοβάται για το ζάχαρό της. Την κάνεις όμως βόλτα στο παζάρι, ακόμα έχει παζάρι κάθε Πέμπτη, μεγαλύτερο παζάρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Παρατηρεί τον κόσμο διεξοδικά, όλα της φαίνονται ενδιαφέροντα. Σταματάει παντού, κοιτάζεις τους πάγκους μαζί της, ψωνίζεις μαζί της.
Στο σπίτι, βάφετε αβγά ενώ εκείνη κοιμάται, είναι πολύ κουρασμένη για να σας βοηθήσει, ξέρεις πια να διαλέγεις τα καλά, ξέρεις και να τα βάφεις. Της δείχνεις πώς έμαθες πια να κάνεις τσουρέκια, από τη μαμά αλλά δεν έχει σημασία. Την αφήνεις να σε βοηθήσει κι έτσι χαίρεται κι εκείνη. Της ζητάς και πάλι τσουρεκάκια γεμιστά με σοκολάτα, συνταγή σπέσιαλ. Βλέπεις το απλό κολπάκι, αλλά είναι και πάλι σπέσιαλ γιατί έτσι ήταν πάντα. Έτσι το θυμάσαι από παιδί. Κι ευτυχώς εκείνη ακόμα θυμάται να το φτιάχνει. Από γεύση, δε χρειάζεται καν να δοκιμάσεις, θα είναι πάντα υπέροχη...

Η Μεγάλη Πέμπτη είναι σίγουρα η μέρα της γιαγιάς. Ήταν όταν ήσουν παιδί και θα είναι για πάντα. Οι πιο ισχυρές αναμνήσεις σου από τη Μεγάλη Πέμπτη θα συνδέονται πάντα με το Παλιό Ρολόι, το παγωτό, το φουστανάκι που σου έραψε από λευκό λινό με υπέροχα κουμπάκια, τα τσουρέκια στο παλιό τραπέζι της κουζίνας. Και έχει έρθει η ώρα να την ευχαριστήσεις γι' αυτό. Πηγαίνοντας μαζί της στην εκκλησία το απόγευμα και εξηγώντας της την αρχιτεκτονική της πόλης σας, σταματώντας σε κάθε γωνία, περπατώντας με ταχύτητα ενός μέτρου το λεπτό. Μένεις με ένα χαμόγελο στο τέλος της μέρας. Κι εκείνη με δύο, ένα γιατί περνάει καλά κι ένα γιατί χαίρεται που σε βοήθησε να γίνεις αυτό που είσαι.

[μου το τραγουδούσε με αιθέρια φωνή όταν ήμουν μικρή, της το έβαλα χθες και δάκρυσε]