Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

διαδικασία κατασκευής αναμνήσεων

στη φίλη μου, με την ελπίδα να αρχίσει πάλι να καταγράφει στιγμές...

Η ζωή του σήμερα είναι οι αναμνήσεις του αύριο. Τουλάχιστον κάποια κομμάτια της ζωής έχουν την τιμή να γίνουν αναμνήσεις. Να περάσουν μερικά στρώματα συσσωρευμένων γεγονότων και να βγουν στην επιφάνεια.
Συχνά, τις θέλεις αυτές τις αναμνήσεις. Τις αναζητάς ανάμεσα σε χιλιάδες ανυποψίαστα μικροπράγματα της καθημερινής τρέλας. Συχνά, επιχειρείς να τις κατασκευάσεις. Όχι να τις ανασκευάσεις, αλλά να τις κατασκευάσεις, για σένα ή για τους άλλους. Τη στιγμή που συμβαίνει ένα γεγονός, με ψυχρή σχεδόν νηφαλιότητα (ή τυφλωμένο συναισθηματισμό) αναλαμβάνεις την πρωτοβουλία να το κάνεις σημαντικό. Να το χαράξεις απαλά και ύπουλα στη μνήμη. Έχεις αγωνία να μη μείνει ξεχασμένο. Και αναλαμβάνεις αυτό που συνήθως ο χρόνος κάνει από μόνος του, ήρεμα όπως μόνο εκείνος ξέρει. Μα τί αλαζονεία!
Κι όμως, είναι μάλλον αυτός ο μοναδικός σου τρόπος να αντιδράσεις απέναντι στην ισοπεδωτική ηρεμία του ευγενούς χρόνου. Αν δεχτούμε ότι είσαι μια συνάρτηση που μεταβάλλεται (και) με το χρόνο, τότε οι αναμνήσεις σου έχουν αξία μόνο ως προβολές του σημερινού σου εαυτού πάνω σ' αυτούς που προϋπήρξαν. Δεν έχουν αξία ως σύμβολα των προηγούμενων εαυτών σου, γιατί δεν επιλέχτηκαν από αυτούς και είναι πια όλα τόσο θαμπά που δεν ξέρεις με βεβαιότητα τί πραγματικά ήσουν και τί θυμάσαι πως ήσουν.
Έτσι, προσπαθείς να κατασκευάσεις σήμερα τις αναμνήσεις του αύριο. Να σταματήσεις για λίγο, προσπαθώντας δειλά να ανακτήσεις τον έλεγχο. Να τοποθετήσεις δωράκια μέσα σε κρυφά συρταράκια του μυαλού που θα ανοίξουν απρόοπτα την κατάλληλη στιγμή. Επιτηδευμένη κατασκευή, χωρίς αμφιβολία.



φανταστικές ιστορίες | γυάλινη


Ήταν μόνη. Μόνη κι ελεύθερη. Ήταν πρωί κι ο κόσμος δικός της. Η μέρα δική της. Είχε διάθεση για κάτι διαφορετικό, κάτι συναρπαστικά διαφορετικό. Και γυάλινο.
Πήγε στη λαϊκή για τα ψώνια της εβδομάδας, τίποτα ιδιαίτερο, τίποτα σπουδαίο. Ήταν όμως πρωί, ο δρόμος σκιερός, ο κόσμος λιγοστός. Καροτσάκια με μεταλλικές ξεχαρβαλωμένες ρόδες και συρμάτινη πλέξη που τα έσερναν γιαγιάδες ή αγχωμένες νοικοκυρές. Ανέμελοι αργόσυρτοι παπούδες κοιτούσαν τα μοσχομυριστά ροδάκινα, επιστρέφοντας από το ΙΚΑ, με τη σακούλα του φαρμακείου στο χέρι. Ήταν μόνη, η νεανική της φρεσκάδα ξεχώριζε τώρα πολύ έντονα. Κι εκείνος ο κόσμος που ήταν δικός της πρέπει να καθρεφτιζόταν στην αύρα της, στα γρήγορα βήματά της, στα διερευνητικά βλέμματα που έριχνε στους πάγκους. Δεν περνούσε απαρατήρητη, όχι.
Anja, σκέφτηκε. Έγινε η Anja από τη Δανία. Από τη Δανία γιατί είναι μάλλον απίθανο κάποιος τριγύρω να μιλάει δανέζικα. Από τη Δανία γιατί ακούγεται συναρπαστικά παγωμένο, απόμακρο. Ξεκίνησε να ψωνίζει μιλώντας σε εύθραυστα αγγλικά, όπως θα άρμοζε στη συνεσταλμένη μα σίγουρη Anja. Φόρεσε το πιο λαμπερό αμήχανό της χαμόγελο και συνέχισε να κοιτάει με συγκαταβατική αδιαφορία τα λαχανικά και τα φρούτα. Ήταν μόνη και ο κόσμος στα πόδια της.
Τώρα μπορούσε να ακούει από όλους για το ωραίο της χαμόγελο, να χαίρεται κρυφά και να προσποιείται αθώα πως δεν καταλαβαίνει. Είχε γίνει γυάλινη. Και ένιωθε πολύτιμη.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

τότε, που οι γεύσεις είναι απλές.

Ντομάτα που μυρίζει ντομάτα καλά αλατισμένη, με φρέσκο τυρί φέτα νεογαλ, ρίγανη και λίγο λάδι. Δροσιστικό τζατζίκι χωρίς σκόρδο με νοστιμότατο γιαούρτι και χοντροκομμένο μοσχομυριστό τραγανό αγγουράκι. Βελούδινο. Κεφτεδάκια της μαμάς με μπόλικο δυόσμο και μαϊντανό ψιλοκομμένο, τόσο που να πρασινίζουν αισθητά μόλις τους κόψεις μια χορταστική δαγκωνιά. Φρέσκο ζυμωτό ψωμάκι που βουτάει ανελέητα στη ζουμερή ντομάτα και γίνεται κατακόκκινα ευχαριστημένο. Ώριμο βαθιά πορτοκαλί ροδάκινο στα χέρια, με τα ζουμιά να τρέχουν ανάμεσα από τα δάχτυλα σε κάθε σου μπουκιά. Καρπούζι φέτα στο χέρι, με πολλά κουκούτσια και κρατσανιστή φούξια σάρκα. Και σύκα, φρέσκα από τη συκιά με τη γνωστή ιστορία, μαλακά και γλυκά όσο πρέπει, απαλά, με υπέροχα σποράκια.

Τότε, που οι γεύσεις είναι απλές, μυρίζει καλοκαίρι. Υγιές, αγνό, υπέροχο καλοκαίρι. Τότε, που ο ουρανίσκος σου ευτυχεί με λίγες νοστιμιές και το στομάχι σου γεμίζει με όμορφα φιλικά φαγητά, μυρίζει καλοκαιρινή ευτυχία. Και πληρότητα. Χωρίς παγωτά, χωρίς μοχίτο.


 
[κλισέ, το ξέρω, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ]


Αν έχεις τώρα και μια αιώρα να ξαπλώσεις, ένα ζευγάρι χείλη να φιλήσεις κι ένα δειλό αεράκι να δροσιστείς, μη φύγεις ποτέ. Απλώς σταμάτα το χρόνο.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

άτιτλο

Υπάρχουν πράγματα που σε κάνουν να ψηλώνεις. Να αδυνατίζεις, να ομορφαίνεις, να ελαφραίνεις σαν αέρας. Να πατάς απαλά, σίγουρα και ελάχιστα. Να τεντώνεσαι ανεπαίσθητα μα να μακραίνεις τόσο ώστε να φτάνεις ως την πανσέληνο. Έστω και στιγμιαία.

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

οι παλιές φωτογραφίες

Είναι κρυμμένες, σ' ένα κουτί, σε μια ντουλάπα, στο πατάρι, πίσω από μερικά βιβλία. Δε θα τις βρεις ανάμεσα σ' αυτές που χαρωπά παρελαύνουν από την οθόνη του υπολογιστή σου κάθε μερικά δευτερόλεπτα. Όχι, όχι, οι παλιές φωτογραφίες είναι ζόρικες. Πρέπει εσύ να κάνεις τον κόπο να τις ανακαλύψεις. Πρέπει να θέλεις να τις θυμηθείς. Πρέπει να ψάξεις με αγάπη. Κι εκείνες, με την ίδια αγάπη θα σου δοθούν.

Είναι εκεί μέσα όλη σου η ιστορία, θυμάσαι; Σκηνές από τη ζωή σου. Αυτό το ανθρωπάκι είσαι εσύ. Σε δεκάδες παραλλαγές, μα πάντα εσύ. Στιγμές και συναισθήματα θαμμένα στο χρόνο. Ένας σωρός γνώριμων καταστάσεων παγωμένων στη στιγμή του κλικ. Ένα χαμόγελο, ένα ρούχο, ένα κοχύλι, ένα καπέλο, ενα λασπωμένο μποτάκι, ένας μορφασμός. Οικεία κλικ. Μερικές φορές όχι και τόσο. Άγνωστο περιβάλλον, άγνωστοι κόσμοι, άγνωστες συναντήσεις. Μα, υπήρξες όντως εκεί; Εικασίες, φανταστικό σενάριο και ξεκινάς. Η κατασκευή του εαυτού σου ξεκινάει. Μα, φυσικά και θυμάσαι...
Ιστορία σου σημαίνει αφότου είχες γεννηθεί; Ίσως και όχι. Είναι κάτι κλικ ιδιόρρυθμα, που εικονογραφούν μυθικές διηγήσεις για αφρώδη αόριστα περασμένα χρόνια. Βλέμματα αναγνωρίσιμα, μα ανοίκεια. Χειρονομίες χαρακτηριστικές, στην παιδική τους, ατελειοποίητη έκφανση. Χωρίς ρυτίδες, χωρίς την ωριμότητα και την ανησυχία που προστέθηκε με το χρόνο. Εκεί, στην προϊστορία σου, βλέπεις ίσως να σκιαγραφείται αχνά σαν υδατογραφία το παρόν σου. Βλέπεις ίσως να καθρεφτίζεται ανεπαίσθητα το μέλλον σου σ' εκείνα τα βλέμματα που τόσο μακρινά και τόσο παράξενα σου φαίνονται.
Στις παλιές φωτογραφίες θα βρεις εξηγήσεις, ερμηνείες, αφορμές και αιτίες. Αν ψάξεις προσεκτικά μπορεί και να νιώσεις λίγο τη χαρά του αρχαιολόγου, και ταυτόχρονα τη νοσταλγία του και τη θλίψη του. Νοσταλγία για όλα τα πιθανά μέλλοντα που καθρεφτίστηκαν κάποτε μα τώρα μένουν ξεκρέμαστα σαν απραγματοποίητες εκδοχές του παρελθόντος.


Είναι όμως Αύγουστος με δροσιά και βροχή και τα πεφταστέρια τις νύχτες δεν μπορούν παρά να σε κάνουν να μειδιάσεις ελαφρά. Ακόμα κι εσένα που τα κοιτάζεις απόμακρα με ύφος απλανές, σαν αυτό που αναγνωρίζεις στις παλιές φωτογραφίες....

Τρίτη 26 Ιουλίου 2011

ετεροχρονισμένα

ψήγματα σκέψεων καλοκαιρινών


Τα νησιά επιπλέουν σαν τεράστια ήρεμα κήτη απάνω στη θάλασσα.

Γυμνές πατούσες, γυμνές ιστορίες.
Βότσαλα, φύκια, ο ήχος της θάλασσας. Εσύ εκεί απέναντι, μου μαγνητίζεις το βλέμμα. Με τυφλώνεις. Πού πας; Το ξέρω πως θα φύγεις. Κάθε σούρουπο τέτοια ώρα φεύγεις μακριά μου. Σε χάνω. Σε κοιτάω, σε νιώθω μα δε σε φτάνω. Παραλύεις τη μέρα, αλλοιώνεις τη στιγμή. Έχουμε ραντεβού, το ξέχασες; Έχουμε ραντεβού, το ξέρεις; Ετοιμάζομαι για σένα. Σε περιμένω ανυπόμονα. Και πριν σε δω ξέρω πως θα τελειώσει. Δε μου φτάνει ο χρόνος. Δε μου φτάνει. Βασανιστικά σε χαζεύω που φεύγεις. Και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, κάθε μέρα την ίδια ώρα, είναι πόσο όμορφος είσαι. Ομορφιά ζεστή και εύθραυστη. Απρόσιτη. Χρώμα πύρινο, κρυστάλλινες λάμψεις, αντανακλάσεις στο νερό. Όσο φεύγεις μεγαλώνεις. Μεγαλώνεις, ώσπου εξαφανίζεσαι. Βυθίζεσαι.
Είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω μέσα σε αυτήν τη γαλήνη. Ίσως έχω άλλη μια ευκαιρία προτού επιστρέψω. Ίσως, αν είμαι τυχερή.

Όμορφα που είναι τα δέντρα.
Περήφανα. Μοιάζουν μόνα, μα δεν είναι. Ψηλά, εκεί, ανάμεσα στα φύλλα, έχουν τις παρέες τους. Τις στιγμές τους τις ιδιαίτερες. Ερωτεύονται, αγαπούν και φιλιούνται. Συζητάνε μέσα στον άνεμο που περνάει εντός τους. Μόνο που μένουν ασάλευτα. Ακλόνητα.

Φεγγάρι, αστέρια, ουρανός.
Εγώ και ο ουρανός Απέραντος. Κάπου εκεί μέσα βρίσκεσαι κι εσύ. Μου λείπεις και σου μιλάω. Σε κοιτάζω. Κλείνω τα μάτια και δακρύζω. Έρχεσαι κοντά μου. Ανεβαίνω ψηλά, ξαναγυρίζω πίσω. Τόσο μακριά μα τόσο κοντά μας τα αστέρια...

Γυμνές πατούσες. Γυμνές ιστορίες.
Καλοκαιρινές. Αλλιώτικες. Παρθένες κι απείραχτες. Μοιάζουμε πιο πολύ όταν φοράμε μόνο τα μαγιό μας. Κάνουμε πέρα όσα εύκολα μας χαρακτηρίζουν και γινόμαστε απλώς εμείς. Εγώ, εσύ, κάποιος άλλος.

Συζητήσεις, μουρμουρητά, γελάκια, παρέα.
Έφυγες πια, βασιλιά μου. Το αχνό σου φως που απέμεινε χαμηλώνει κι αυτό. Χαχανητά. Νιώθω να με πνίγουν μα πρέπει να πάω κοντά τους. Θέλω να πάω κοντά τους. Είμαι πια μακριά σου. Αύριο την ίδια ώρα, χρυσαφένιε βασιλιά μου;

 

Νηφάλιο.
Καθένας μας έχει κι από ένα ταλέντο. Όλοι είμαστε, ας πούμε, καλοί σε κάτι. Μέσα από αυτό ξεδιπλώνεται καλύτερα το εγώ μας, ανοιγόμαστε, γαλάμε, ηρεμούμε, είμαστε πιο "εμείς", χαιρόμαστε, κλαίμε από ανακούφιση. Η φύση αυτού του ταλέντου σε γεννά και σε ορίζει. Είναι ευχή και κατάρα μαζί. Είναι η αύρα σου, είναι οι γέφυρες επικοινωνίας σου.
Έχει ασχολίες μοναχικές και άλλες που τις μοιράζεσαι. Κάποιες σε κάνουν θέαμα και άλλες θεατή. Κάποιες προκαλούν γέλιο, άλλες θλίψη. Σε κάποιες η επικοινωνία είναι άμεση, σε άλλες έμμεση, αργή. Αλληλεπίδραση ίσως να μην υπάρχει εμφανής, είσαι πομπός χωρίς να ξέρεις το δέκτη σου. Ξέρεις μόνο τους πομπούς των μηνυμάτων που έλαβες. Σε άλλες περιπτώσεις, πομπός και δέκτης συνυπάρχουν, δράση και αντίδραση ταυτόχρονη. Ομαδική θεραπεία.
Έχει έτσι ανθρώπους μελαγχολικούς, δραστήριους, ακτινοβόλους, χαρούμενους, ελεύθερους, ήρεμους, εκκεντρικούς, απαρατήρητους. Έχει αυτούς που ζούνε απλώς τις όμορφες στιγμές και τους άλλους που διψάνε για μια στάλα θλίψη. Έχει τα πειραχτήρια και τους πιο σοβαρούς. Έχει αυτούς που ξορκίζουν τη λύπη τους με γέλιο και τους άλλους που την κοιτάνε κατάματα και βυθίζονται απαλά στην αγκαλιά της.
Η φύση σου σ' έχει κάνει να είσαι κάποιος από τους παραπάνω κι έχει ήδη διαλέξει για σένα τον κατάλληλο τρόπο για να σ' ελευθερώσει από τα δεινά που σου πρόσφερε. Το δώρο σου.


Σβήνω απ' την άμμο όλα τα χνάρια
Απόψε που σε κυνηγάνε
Ξέρεις δε φταίνε τα λιοντάρια
Αν μείνουν νηστικά πεινάνε
Αερικό είσαι... Αερικόοοοο...



Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

από πού ήρθες εσύ, στιχάκι;

Δέκα λεύκες πήρα προίκα
Και τ' ασήμι τους
Έγινα το τρέμουλό τους
Και τ' αγρίμι τους


Πέμπτη απόγευμα. Πέμπτη απόγευμα και ξαφνικά μες στη σιωπή της βιασύνης και το άγχος του χρόνου που τρέχει, τις τελευταίες αχτίδες της μέρας, τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, τη βουή και τις φωνές των ανθρώπων, ένα στιχάκι. Ένα στιχάκι, για χρόνια παραμελημένο. Ένα στιχάκι, ξεκάθαρο και κρυστάλλινο, γεμίζει τα ηχεία του μυαλού μου. Συνοδεύει τα βήματα, δίνει ρυθμό. Ακούγεται πιο δυνατά. Λειτουργεί καθαρτικά, απαλύνει το άγχος, πλημμυρίζει το σούρουπο με μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης. Πέμπτη απόγευμα. Μέσα στο πλήθος ορθίων στο βαγόνι του μετρό, το στιχάκι δυναμώνει. Σιγοτραγουδάω, προσπαθώντας ασυναίσθητα να μπω πιο βαθιά στο καταφύγιό μου. Σταματάω, δεν είναι σωστό, συνεχίζω να το ακούω μέσα μου κοιτώντας αδιάφορα, ευθεία. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Μπαίνει στο βαγόνι μια κοπέλα και στέκεται ακριβώς δίπλα μου. Ακριβώς δίπλα μου. Τεντώνω αυτιά, παρατηρώ επίμονα. Μουρμουράει το ίδιο ακριβώς στιχάκι, κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών. Έχει βρει το καταφύγιό της. Φαίνεται ασφαλής. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Κατεβαίνω. Στη μεγάλη λεωφόρο, το αχνό κοκκινωπό ημίφως του δειλινού κι ένα ελαφρύ παιχνιδιάρικο αεράκι. Μόνη στο μεγάλο πεζοδρόμιο, κάτω από τα δέντρα, δίπλα από τις εξωφρενικές ταχύτητες και τον ήχο των προσπεράσεων, το στιχάκι δυναμώνει. Ξεγλιστράει απ' τα χείλη μου, αφήνεται στην απαλή αύρα. Τώρα θα χορεύει εκεί, πάνω απ' τα σύννεφα.
Υπάρχουν φορές που συμβαίνουν απρόσμενα πράγματα. Δε χρειάζεται να τα εξηγήσεις.


 Δέκα Λεύκες
μουσική Νίκος Ξυδάκης, ποίηση Θοδωρής Γκόνης


Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

χαμένοι (;) στη μετάφραση

Σκέψεις. Πράξεις. Κινήσεις. Χειρονομίες. Λόγια. Επικοινωνία.
Προτού η σκέψη σου φτάσει σ' εμένα, μεταφράζεται. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό σου, από σκέψη σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό μου, από ερέθισμα, ήχο, κίνηση, άγγιγμα, μυρωδιά, εικόνα, γεύση, σε σκέψη. Δική μου σκέψη. Η δική (σου) μου σκέψη πυροδοτεί άλλη σκέψη, χιλιάδες νευρώνες κινούνται ασταμάτητα. Μεταφράζεται σε αντίδραση. Σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Τη λαμβάνεις ως απάντηση. Μεταφράζεις ξανά σε σκέψη (μου) σου.
Προβάλλω τον εαυτό μου σ' εσένα. Αντικαθιστάς ψήγματα της εικόνας μου με καθρέφτες. Στο μυαλό μου υπάρχεις όπως ποτέ δεν ήσουν πραγματικά. Η εικόνα σου για μένα είναι δική σου, ολόδική σου. Μοναδική.
Γι' αυτό είναι οι σκέψεις. Για να πλέουν ελεύθερες στο διάστημα, να ισορροπούν σε τεντωμένες κινήσεις, να κρέμονται από λόγια που έμειναν μετέωρα, να κρύβονται πίσω από προσηλωμένα βλέμματα. Να συναντούν άλλες σκέψεις και να συνάπτουν δεσμούς ελευθεριάζοντες. Να κάνουν οικογένειες και παιδιά. Να ελευθερώνονται και να συνεχίζουν το ταξίδι τους.
Είναι ανάγκη να σκεφτώ ό,τι μου δίνεις, να επεξεργαστώ και να μεταφράσω. Κάπως ετσι το νόημα γίνεται πλουσιότερο. Και δεν είναι πια δικό σου. Είναι δικό μας.

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

χαρτογραφία στιγμών

Κυκλοφορείς σε μια πόλη που την ξέρεις καλά. Την ξέρεις σχεδόν σαν την παλάμη σου. Μπορείς να περπατήσεις σ' αυτήν σχεδόν στα τυφλά. Ξέρεις τα ονόματα των δρόμων της; Τις πλατείες; Τα πάρκα; Τα ονόματα των μαγαζιών; Όχι. Ξέρεις όμως τις σιωπές της. Ξέρεις όμως τις ανάσες της. Ξέρεις τις στιγμές που έζησες εκεί. Τις στιγμές αυτές που είναι ολόδικές σου, μοναδικές. Που κρατάς φυλαγμένες στη μνήμη των αισθήσεων. Που θα θυμάσαι πάντα, κάθε φορά που θα περνάς από τη γνωστή γωνία, κάτω από το δέντρο, μέσα από τη στοά, μπροστά από το ερείπιο, δίπλα απ' το πάρκο.
Σκέψου λίγο την ίδια αυτή πόλη. Έχεις ξεδιπλώσει πάνω της, με χρωματιστά νήματα, διαδρομές. Αλληλουχίες στιγμών. Έχεις χαρτογραφήσει τη μοναξιά σου και τους μελαγχολικούς περιπάτους, τις βιαστικές πορείες με το κεφάλι σκυμμένο να κοιτάει τις μύτες των παπουτσιών, τις κινήσεις ρουτίνας, τα αδιάφορα βήματα, τις στιγμές που απλώς περίμενες να περάσουν. Έχεις χαρτογραφήσει τις όμορφες βόλτες, τις περπατητές εξομολογήσεις, τα μυστικά που εξαφανίστηκαν σε γωνίες, σε εισόδους καταστημάτων, τα όνειρα που κρύφτηκαν στα κλαδιά του πεύκου. Έχεις χαρτογραφήσει τα ρομαντικά ραντεβού, τις τρυφερές αγκαλιές, τα χέρια που ακούμπησαν απαλά στα μαλλιά σου, τα βήματά σας που συγχρονίστηκαν, το πεζούλι όπου ένιωσες το χτύπο της καρδιάς του, το κοίταγμα του φεγγαριού κάτω από το όμορφο μπαλκόνι και τη μυρωδιά του πιο παθιασμένου φιλιού.
Κάθε στιγμή και άλλο συναίσθημα. Κάθε διαδρομή και άλλο χρώμα. Διαδρομές που τέμνονται, πολλαπλά, σε πολλά σημεία. Πολλές πόλεις πάνω στον ίδιο χάρτη. Κάθε φορά βρίσκεσαι σε μια διαφορετική. Κάθε φορά, μέσα σ' αυτήν την πόλη που ξέρεις σαν την παλάμη σου, ανακαλύπτεις μια νέα.


Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

debtocracy

Αναμεταδίδω από pepperann...

Debtocracy... ένα ντοκιμαντέρ για την (οικονομική) κρίση στην Ελλάδα. Ιστορία, οικονομία, αίτια, προβλήματα, λύσεις, αδιέξοδα, πολιτική. Μια παραγωγή που χρηματοδοτήθηκε εκ των υστέρων από τους θεατές της. 
Τα δικά μου σχόλια μάλλον περισσεύουν.

ομελέτα παπιγιόν!




Μπορεί να μη σου αρέσουν και πολύ οι γάμοι. Μπορεί να μισείς την πολυκοσμία. Μπορεί να νιώθεις ξενέρωτος και αντικοινωνικός πολλές φορές. Μπορεί να μη γνωρίζεις την οικογένειά σου και αυτό να μη σου φαίνεται και τόσο παράξενο. Μπορεί... Συμβαίνει και σε άλλους, να είσαι σίγουρος.

Είναι φορές όμως που όλα γυρίζουν ανάποδα.
Και ανακαλύπτεις ξαδέρφια που αμυδρά είχες ακούσει για την ύπαρξή τους, άλλα που δεν είχες δει ποτέ, άλλα που θυμάσαι μόνο φασκιωμένα κλαψιάρικα και φαλακρά σ' ένα καρότσι και άλλα που είχες χάσει τα ίχνη τους για πολλά πολλά χρόνια. Και αντικρίζεις θείους που ηχούσαν σαν μύθοι άγνωστων πολιτισμών στο μυαλό σου. Και προσπαθείς να αποκαταστήσεις ένα σπασμένο γενεαλογικό δεντράκι. Με αρκετή επιτυχία, για πρώτη φορά στη ζωή σου...
Είναι νύχτα με φεγγάρι και δροσιά, έχει αεράκι όσο χρειάζεται και πολλά δέντρα τριγύρω. Διάχυτη ατμόσφαιρα πάρτι, μουσική για όλους, φαγητό και κρασί. Γυμνές συζητήσεις που ξεφεύγουν από τα τυπικά οικογενειακά που αποφεύγεις, αστεία και χαμόγελα παντού. Ένα ζευγάρι που λάμπει και φωτίζει τριγύρω και μεταδίδει ενέργεια και ενθουσιασμό.
Είσαι ξαφνικά ένας όμορφος άνθρωπος ανάμεσα σε όμορφους ανθρώπους. Ατελείς, όλοι, αλλά αυτή είναι η ομορφιά. Και ξαφνικά ο χορός είναι ένα μέσο για να πέσουν οι μάσκες, ένα μέσο για να μοιραστείς τη χαρά σου. Ένα μέσο για να γεννηθεί ένα σύννεφο από θετική ενέργεια. Και ξαφνικά, όλοι διαθέτουν λίγη τρέλα μέσα τους, μέσα στην ευφορία όλοι είναι και λίγο αυθόρμητοι, ακόμη και άθελά τους.
Κι ο σοβαρός αξιότιμος ξάδερφος γίνεται σε μια νύχτα πραγματικός Μαζωνάκης, με κοινό που προσκυνάει και λιώνει για χάρη του. Όλοι στην πίστα... πίστα... πίστα... πίστα... και εφέ ηχητικά με το στόμα. Κι έτσι καταλήγει μια ομάδα συγγενών να κυλιέται στα πατώματα τρίβοντας το πιπέρι, τραγουδισμένο α καπέλα από τη θεία που έγραφε τα στιχάκια του Άη-Βασίλη. Κι η πάντα μετρημένη γιαγιά να χορεύει ροκ εντ ρολ.
Ωραία όλα αυτά. Ξέρεις όμως ότι τα πράγματα είναι κάτι παραπάνω από ωραία όταν μαγειρεύεται στα κρυφά, σε μια γωνιά του κήπου, η ομελέτα με το παπιγιόν του γαμπρού. Συνομωσία της θεόμουρλης θείας και του συμπαθή γκρουβαλάκου που είναι η μασκότ του πάρτι. Από αυτήν τρώνε οι χορευταράδες και συνεχίζουν το χορό. Και κατά την παράδοση, έτσι είναι που ο γάμος στεριώνει.

Μακάρι να 'ναι έτσι τα γαμήλια πάρτι κι οι γάμοι να μένουν φορτισμένοι με μια τέτοια δόση ενέργειας και αισιοδοξίας. Μακάρι οι οικογένειες να γνωρίζονται λίγο καλύτερα και να βλέπονται λίγο συχνότερα και μακάρι να ανακαλύπτουν λίγα λίγα τα κοινά που είχαν κρυμμένα ο ένας απ' τον άλλον.

Να ζήσετε!

[στη φωτιά... (καλ)ομελέτα κι έρχεται...]

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

το μεγάλο βιβλίο...

Είναι σαν ένα γιγάντιο άλμουμ. Σαν ένα υπέρογκο λεύκωμα. Μας χωράει όλους μέσα. Ολόκληρους. Είναι ανεξάντλητο. Είναι χρωματιστό. Είναι χαρούμενο. Είναι λυπημένο. Είναι γρήγορο. Είναι άμεσο. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Πολύ εύκολο. Είναι δωρεάν. Είναι στο κινητό σου. Είναι παντού. Μπορείς κι εσύ να είσαι μέρος του. Μπορείς κι εσύ να είσαι κάτι. Join us!


Μια τρέλα. Απόλυτη. Ένα παραλήρημα. Ένας κόσμος ολόκληρος. Είναι καλοκαίρι και είσαι μέσα. Μαζί με όλους σχεδόν τους φίλους σου. Λέξεις, μουσικές, εικόνες, σκέψεις, κείμενα, βίντεο, ειδήσεις,  αηδίες.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αβοήθητα. Ασυνόδευτα. Δεδομένα ταξιδεύουν μόνα στο ιντερνετικό κενό, όπως τα μπουκάλια με μηνύματα στη θάλασσα. Μόνο που μπορούν να έχουν ταυτόχρονα πολλούς αποδέκτες. Πάντα όμως είναι μόνα. Ποτέ δεν ξέρεις αν έφτασαν. Δεν ξέρεις πού έφτασαν. Δεν ξέρεις αν ταλαιπωρήθηκαν στο δρόμο. Αν το ταξίδι ήταν καλό. Τα φιλάς στο μέτωπο και τα στέλνεις. Αποχαιρετισμός. Άλλα φτάνουν σ' εσένα. Δεν ξέρεις από πού. Δεν ξέρεις πώς. Περνάνε πλάι σου. Ψαρεύεις. Αν θέλεις τους δίνεις σημασία. Κάποια σε κάνουν να ενοχλείσαι, άλλα να αηδιάζεις, άλλα απλώς περνάνε απαρατήρητα. Κάποια τα πετάς πίσω στη θάλασσα. Κάποια σε κάνουν να γυρίσεις το κεφάλι και να τα προσέξεις. Να σταματήσεις. Ίσως να γελάσεις. Ή να κλάψεις. Μόνος. Κάποτε ίσως αντιδράσεις. Ίσως απαντήσεις. Ίσως δώσεις σημεία ότι πήρες το μήνυμα. Ίσως πεις ένα ψέμα. Μια εξυπνάδα. Κάτι αστείο. Κάτι ευχάριστο. Μια υπερβολή. Ίσως υπάρξει ανταπόκριση. Μια μικρή συνομιλία, κάτι.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αυτά που θέλεις να δεις κι αυτά που δε θέλεις να μάθεις. Αυτά που θέλεις να πεις κι αυτά που άλλοι είπαν για σένα. Χωρίς εσένα. Κάποτε ψάχνεις κάτι που θέλεις να βρεις. Ανοίγεις ξένα συρτάρια. Περιπλανιέσαι σε σκονισμένες αποθήκες. Αντικρίζεις άπλυτα πιάτα και λερωμένες τουαλέτες. Μυρίζεις φρεσκοπλυμένα εσώρουχα. Κυλιέσαι σε ζεστά ανακατωμένα σεντόνια. Τρυπώνεις σε ένα πατάρι. Μυρίζεις τη σοφίτα. Χωρίς να φοβάσαι μήπως σε πιάσουν ξαφνικά να χαϊδεύεις έναν παλιό καθρέφτη. Είναι μια σκηνοθετημένη σοφίτα. Επιμελώς ακατάστατη και αυθόρμητη όμως. Τόσο που να σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπήκες εκεί λίγο στα κρυφά.
Άλλοτε περιμένεις. Κάτι. Κάποιον. Κρυφοκοιτάς από τη γωνία. Κρατάς την ανάσα σου. Παίζεις κι εσύ το κρυφτό σου. Χωρίς πρόσωπα. Με τα πρόσωπα της φωτογραφίας. Με τα παγωμένα βλέμματα μιας άλλης στιγμής. Με ενέργεια ψηφιακών σημάτων.
Ωραία όλα αυτά, δε λέω. Γοητευτικά. Ανακαλύπτεις ένα σωρό κόσμους μακρινούς από το δικό σου. Απρόσμενα. Ανακαλύπτεις ανθρώπους και πράγματα που αγνοούσες. Ξαφνικά. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνήσεις κι αυτός. Μερικές φορές μοιάζει σαν να φωνάζεις σε μια χαράδρα. Αδειάζεις τα νεύρα σου, την πίκρα σου. Διατυμπανίζεις τη χαρά σου. Και μετά; Τί μένει μετά; Βγαίνεις κάποια στιγμή από αυτό το σύμπαν. Πρέπει. Νιώθεις κάπως πλουσιότερος; Νιώθεις κομματάκι πιο γεμάτος; Νιώθεις ολόκληρος;

Είναι παράξενο. Είναι παράξενος ο τρόπος που μαγνητίζει αυτό το τεράστιο βιβλίο. Και πανέξυπνος. Κρίνω εκ του αποτελέσματος. Τα έχει όλα. Θέλεις μουσική; Είναι εδώ... Θέλεις κουλτούρα; Έχει σελίδες με βιβλία για τους πιο διανοούμενους... Θέλεις τέχνη; Έχει κι απ' αυτό... Θέλεις καψούρα; Αυτό κι αν περισσεύει... Θέλεις αστεία; Είναι εδώ... Θέλεις παιχνίδια; Μπορείς να διαλέξεις... Θέλεις να θυμάσαι γενέθλια, επετείους, ονόματα, σχέσεις, πληροφορίες; Δε χρειάζεται, θα σου υπενθυμίζει πάντα και τα πάντα. Θέλεις να ανοίξεις τον κύκλο σου; Φροντίζει αυτό για σένα, διαλέγοντάς σου ανθρώπους που μπορεί να ξέρεις ή να ενδιαφέρεσαι να μάθεις... Θέλεις να πας για ψώνια; Έχει διαφημίσεις, πού να κοιτάς βιτρίνες τώρα, πού να ψάχνεις προσφορές... Θέλεις να μιλήσεις; Ελεύθερα, έχει και τσατ... Θέλεις να γράψεις; Άνοιξε μια νέα σημείωση... Θέλεις να φιλοσοφήσεις; Ανοιχτά... Θέλεις να δείξεις το άλμπουμ σου; Ορίστε... Θέλεις να κορνιζάρεις τις φωτογραφίες; Έχουμε πολλούς τοίχους... Θέλεις να κάνεις το φωτογράφο; Εδώ είναι το κατάλληλο μέρος... Μπορείς να φτιάξεις ακόμη και το Μουσείο του Εαυτού σου... Έτσι, για τους πιο ματαιόδοξους.
Όλα είναι εδώ. Οι βασικές εφαρμογές του διαδικτύου συγκεντρωμένες σε μία. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Σου το 'πα απ' την αρχή. Δε θέλει κόπο. Ούτε τρόπο. Θέλει το χρόνο σου κι εσύ τον προσφέρεις. Τον σκοτώνεις. Του δίνεις φιλάκι στο μέτωπο και τον αποχαιρετάς μαζί με τα μπουκάλια και τα μηνύματα.

Δεν μπορεί, κάτι καλό θα συμβαίνει σ' αυτό το γιγάντιο βιβλίο. Ή είμαστε ηλίθιοι σ' ένα σύμπαν ηλιθίων.


[αντί (αυτο)κριτικής...]

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

ηλιοβασίλεμα

Τα λόγια είναι που κάνουν τις παρεξηγήσεις.
 - [...] Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό, είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι λοιπόν θαυμάσια όταν θα μ' έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ' αρέσει ν' ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα...
[...]
- Μα τώρα θα κλάψεις!
- Ναι, σωστά.
- Και τότε τί κέρδισες;
- Κέρδισα, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.
[Ο Μικρός Πρίγκηπας, κεφ. ΧΧ]

Θυμάσαι, ήσουν 8 χρονών, μικρή, αδύνατη με κόκκινη καρό φουστίτσα, κόκκινο καλσόν και φθαρμένα μποτάκια. Περίμενες την Τετάρτη για να διαβάσεις το Μικρό Πρίγκηπα. Υπολόγιζες τη βδομάδα σου γύρω από την Τετάρτη. Και ήξερες ότι είχες περίπου δύο ώρες το απόγευμα για να καθίσεις αναπαυτικά και ήρεμα μαζί με το βιβλίο που μύριζε εφηβεία του μπαμπά και σκονισμένο ράφι. Δύο ώρες για να ταξιδέψεις με την αλεπού και το τριαντάφυλλο. Δύο ώρες για να χωρέσεις στην παιδική σου φαντασία όλα εκείνα τα παράξενα. Δύο ώρες κάθε Τετάρτη.


 


Είναι τα χωράφια με το στάρι, η μνήμη μιας σφαίρας, η εικόνα αυτού που δεν υπήρξε. Είναι το ποτέ που ενυπήρξε στο πάντα. Είναι οι μέρες που δε χωράς πουθενά. Που θέλεις να πάρεις τη φανταστική σου σχεδία και να φύγεις για άλλους κόσμους. Είναι οι φορές που τίποτα δε σου μοιάζει αρκετό. Είναι οι στιγμές που τα πάντα μπορεί να σε συγκινήσουν.

Κι εσύ, που κρύβεσαι δειλά πίσω από τις πολυκατοικίες, γύρνα πίσω. Παίρνεις μαζί σου κάτι από μένα.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

τα γεμάτα απογεύματα

Είναι εκείνα που δεν καταλαβαίνεις για πότε περνάνε.

Όλα λέγονται, ήρεμα και απλά, με ή χωρίς λέξεις. Ένα δάκρυ, λίγο πριν κυλήσει. Λαμπυρίζει εκεί, στην άκρη του ματιού σου, παίζει κρυφτό με το δικό μου, που χάνεται πίσω από μια βλεφαρίδα. Δίνουν ραντεβού στα όνειρά τους. Πλατωνικό. Ανταλλάσσουν ίσως δύο σκέψεις κι ένα χαμόγελο. Ένα ηλιοβασίλεμα, μερικά δέντρα. Φύλλα στον ουρανό, με φόντο τα σύννεφα. Φύλλα τόσο ελεύθερα όσο και παγιδευμένα, δεμένα γερά σ' αυτή τη γη. Με φόντο πάντα τα σύννεφα. Μυρωδιά δροσοσταλίδας στον ανοιξιάτικο άνεμο. Μια ελαφριά αύρα αναμνήσεων. Οι δικές σου αναμνήσεις. Οι δικές μου αναμνήσεις. Ίσως κάποτε συναντήθηκαν κρυφά, χωρίς να το ξέρουμε. Ένα απαλό αεράκι νοσταλγίας. Για το μέλλον σου. Για το μέλλον μου. Μικρή γλυκιά μελαγχολία. Ένα γέλιο, αβίαστο. Ξεσπάει ξαφνικά από το πρόσωπό σου. Κάνω ρυτίδες όταν γελάω. Μα νιώθω ομορφότερη. Χωρίς μάσκες.

 [Φωτογραφία _ αυτό είναι το χρώμα των ονείρων μου _ Joan Miró _ 1925]


Τα γεμάτα απογεύματα.

Είναι εκείνα που δε θέλεις να τελειώσουν. Που θέλεις να κρατήσεις για πάντα ανέπαφα. Σαν αυτή τη φωτογραφία ονείρων. Ευτυχώς μπορείς πάντα να ανατρέχεις σ' αυτά. Και να αναδημιουργείς νέα.


για όσους μου χάρισαν κάποτε ένα γεμάτο απόγευμα... ή πρωινό...

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

μαθήματα συμπεριφοράς

Αττικό Μετρό. Έτος 2011.

Ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Παρακαλείστε να αναμένετε την αποβίβαση των επιβατών από τους συρμούς πριν επιβιβαστείτε σε αυτούς.
Άφιξη του συρμού. Συνωστισμένος κόσμος, όλοι μπροστά από την κόκκινη γραμμή της αποβάθρας. Όλοι αναμένουν εναγωνίως την πόρτα να ανοίξει, με τη μύτη κολλημένη πάνω στο συρμό. Δειλά δειλά βηματάκια προς τα πίσω, μαζική έξοδος από το τρένο.
Επιβάτες αναμένουν στην αποβάθρα, μπαίνουν αργά αργά στα βαγόνια. Οι πόρτες του συρμού κλείνουν απότομα, κόσμος εγκλωβίζεται στις αυτόματες πόρτες. Μπιιιπ μπιιιιιπ... Ξανά απόπειρα να κλείσουν οι πόρτες, ακόμα ο κόσμος παλεύει να μπει. Μπιιιπ μπιιιιιιπ...
Στριμωξίδι, σπρωξίματα, κακό. Θα περάσω και από πάνω σου αν χρειαστεί. Αρκεί να μπω μέσα. Αρκεί να χωρέσω. Προτού κλείσουν οι πόρτες.

Χωρίς σχόλια. Είναι η παιδεία που έχουμε.

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

ονειρομπερδέματα

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο έρχονται τα όνειρα που βλέπεις. Όχι αυτά που συνειδητά κάνεις, με το νου και τη φαντασία σου. Αυτά που έρχονται στον ύπνο σου και σε αιφνιδιάζουν. Ακόμα πιο εντυπωσιακός είναι ο τρόπος με τον οποίο τα όνειρα διαδέχονται το ένα το άλλο, μπερδεύουν και ανακατεύουν την πραγματικότητα με τον παραλογισμό. Ο τρόπος με τον οποίο όλα αυτά τελικά σου φαίνονται φυσιολογικά. Ένα σπίτι που δεν είναι σπίτι σου, πράγματα που δε σου ανήκουν, καταστάσεις στις οποίες ποτέ δε βρέθηκες, συνδυασμοί προσώπων και γεγονότων που ποτέ δεν είχες τολμήσει να κάνεις... Και μια αίσθηση γλυκιά και παράξενη με το ξύπνημα...

Ταξιδεύεις κάθε μέρα. Μακρύτερα από εκεί που σκεφτόσουν ότι θα μπορούσες να φτάσεις. Μερικές φορές αυτό είναι αρκετό.


Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

στη Χλόη...



Στη Χλόη, τη μεγάλη πόλη, τα άτομα που περπατάνε στους δρόμους δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Σε κάθε τους συναπάντημα φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά.
[Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, σ.. 73]

Η Χλόη δεν είναι πολύ μακριά από μας, είναι μια από τις πόλεις που κρύβονται μέσα σ' αυτήν που ζούμε. Και μερικές φορές είναι ακριβώς έτσι. Μεγάλη. Ηδονική με ένα δικό της τρόπο. Χωρίς λόγια. Με μια παράξενη, ιδιόρρυθμη, δική της επικοινωνία. Στη φαντασία μας.

άνθρωποι και μέρες

Κάποτε, όσο ήμουν παιδί, μισούσα τις Δευτέρες. Έφερναν μαζί τους ένα βάρος που δεν μπορούσα να σηκώσω. Με παρέσυραν σ' ένα ρυθμό που δεν ήταν για μένα. Και τις μισούσα. Παθητικά.
Μεγαλώνοντας, άρχισα να μισώ τις Παρασκευές. Ήταν κουρασμένες, φορτωμένες με μια βδομάδα που αδημονούσε να τελειώσει. Ταυτόχρονα, ήταν τεμπέλικες. Σχεδόν άχρηστες. Από αυτές τις νωθρές μέρες που δεν κάνεις τίποτα, απλώς περιμένεις να περάσουν. Περίμενα τη βδομάδα να κλείσει.
Εδώ και λίγο καιρό, νιώθω παράξενα με τις Κυριακές. Δεν ξέρω αν τις μισώ. Αλλά με ενοχλούν. Με αγχώνουν. Με στήνουν στον τοίχο. Μου θυμίζουν πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος, έτσι καθώς με φέρνουν αντιμέτωπη με όλη τη βδομάδα που πέρασε. Που τέλειωσε. Το ηλιοβασίλεμα κοκκινίζει τον ουρανό αργά και βασανιστικά, η Δευτέρα φαντάζει μακρινή παραδεισένια όαση.

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

αναμνήσεις

Μόλις διάβασα το κείμενο της Μαρίας στον Υπογραμμιστή, με αναμνήσεις από την πρώτη ημέρα των Πανελλαδικών. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ στις δικές μου μνήμες που ήρθαν ξαφνικά, να αντιπαρατεθούν σ' εκείνες της Μαρίας.



Οι δικές μου Πανελλήνιες λοιπόν... Μετά από 5 ολόκληρα χρόνια. Θυμάμαι στιγμές. Σκόρπιες και ανάκατες. Εικόνες. Χρώματα. Ήχους. Μερικές μυρωδιές. Τίποτα το συγκεκριμένο. Τίποτα το συνεχόμενο.

Το μάθημα της Έκθεσης στο φροντιστήριο, παραμονή της εξέτασης. Αγχωμένοι συμμαθητές με χέρια που έτρεμαν, μια κοπέλα που ξέσπασε σε κλάμματα. Τελευταίες συμβουλές και υπενθυμίσεις, τόσο ξένες σε μένα. Τόσο άχρηστες. Μη γράφεις τόσο λογοτεχνικά, το ύφος σου να είναι δοκιμιακό. Δεν άκουγα, είχα κατεβάσει ρολά. Ήμουν απλά χαρούμενη που αυτό το μαρτύριο του δοκιμίου επιτέλους θα τελείωνε. Σε μία μόλις μέρα. Ήμουν ήρεμη, ή ίσως μουδιασμένη. Τα τρομερά πιτσάκια της μαμάς, με μοτσαρέλα και ρόκα. Το σχεδιάγραμμα που ποτέ δεν έκανα, που ποτέ δεν είχα συνηθίσει να κάνω. Αγωνιώδη χέρια τριγύρω μου να γράφουν μανιωδώς στο πρόχειρο, κι εγώ να κοιτάζω το θέμα. Κατάματα, περιμένοντας να μου μιλήσει. Και ύστερα τη λευκή μου κόλλα, στήνοντας στο μυαλό μου την εικόνα του κειμένου. Κάπου εδώ θα φτάσει. Αγχώδεις ερωτήσεις, στο προαύλιο του σχολείου. Υπέροχο φαγητό στο σπίτι. Και ύπνος. Πολύς, βαθύς ύπνος.
Το κόκκινο παντελόνι, το άσπρο μπλουζάκι με τις κόκκινες ρίγες. Πίστευα ότι είναι τυχερό. Το άσπρο λινό μου παντελόνι. Πήγα τουαλέτα, με συνοδεία μιας χοντρής επιτηρήτριας που άνοιξε το καζανάκι ψάχνοντας για τα σκονάκια που δεν είχα. Γύρισα και αντίκρισα το βλέμμα συμμαθήτριας καημενούλα, έχεις χάσει 10 λεπτά! Ο φόβος των ημερών, μη χυθεί νερό επάνω στο τετραδιάκι με τις απαντήσεις... Τα τυροψωμάκια της μαμάς, με δυόσμο και βασιλικό από το μπαλκόνι μας. Τα οχτασέλιδα (!) θέματα της Φυσικής, σκέφτηκα ότι μόνο για να τα διαβάσω θα χάσω πολύ χρόνο! Η απρόσμενη ψυχραιμία μου σε στιγμές που δεν περίμενα. Τα απογεύματα στο φροντιστήριο, που μόνο εγώ είχα διάθεση για πλάκα... Εκείνο το απόγευμα στο σπίτι που αποκοιμήθηκα καθιστή στο κρεβάτι προσπαθώντας να βγάλω τα παπούτσια μου. Το τριήμερο που πέρασα απαγγέλλοντας τη Βιολογία κατεύθυνσης, που βγήκα από το σπίτι μόνο για να πάρω εφημερίδα μια Κυριακή μεσημέρι.
Η αφόρητη ζέστη, τα βράδια στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να εξηγήσω πράγματα που σε λίγες ώρες θα έπαυαν να έχουν σημασία. Οι τακτοποιημένες σημειώσεις, που σε λίγες ώρες θα έμεναν για πάντα στο ράφι. Τα αγχωμένα μεσημέρια στο φροντιστήριο, τα κλάματα δίπλα μου, οι παρηγορητικές αγκαλιές. Το καφέ λινό παντελόνι της κοπέλας στο Σχέδιο που είχε άσπρους λεκέδες από τον ιδρώτα, πίσω από τα γόνατα. Το πενάκι που παραλίγο να τρέξει πάνω στην κόλλα μου. Παραλίγο. Τα πράσινα παράθυρα της αίθουσας.
Δεν κοιμήθηκα το βράδυ πριν την ανακοίνωση των βαθμολογιών. Την παραμονή της ανακοίνωσης των βάσεων έβλεπα εφιάλτες, ότι έχανα τη Σχολή για 2 μόρια. Θυμάμαι την παρηγορητική βόλτα στο ΙΚΕΑ εκείνο το πρωί, πριν μάθουμε τις βάσεις. Θυμάμαι τη φίλη που έχασε τη Σχολή για 7 μόρια. Ίσως της βγήκε σε καλό τελικά. Θυμάμαι το τηλεφώνημα που με ενημέρωσε για την επιτυχία (η βόλτα στο ΙΚΕΑ είχε τραβήξει λίγο παραπάνω...).  Θυμάμαι...

Δε διάβαζα πια. Δεν ένιωθα πια. Ο χρόνος είχε σταματήσει για μένα. Μόνο κοιμόμουν. Πολλές, πολλές ώρες. Δεν ξέρω αν έβλεπα όνειρα. Και κάθε φορά, σε κάθε μάθημα, άδειαζα κι από ένα φορτίο. Άφηνα τις ατελείωτες ώρες προσπάθειας σε μια κόλλα χαρτί. Οριστικά.
Τελευταία μέρα των Πανελλαδικών πήγα για ψώνια. Μου αγόρασα ένα θαυμάσιο αέρινο μεταξωτό φαρδύ τιραντάκι. Είχα ραντεβού το βράδυ. Ήταν για 5 καλοκαίρια το αγαπημένο μου. Φέτος είναι πια τρύπιο... Μαζί μ' αυτό φθείρονται και οι αναμνήσεις μου.

Ναι, τα πράγματα παίρνουν την πραγματική τους αξία αφού τα ζήσεις, αφού τα ξεπεράσεις. Όταν μπορέσεις να τα δεις με ψυχρό βλέμμα. Και τότε οι αναμνήσεις σου μοιάζουν παράξενες. Αλλόκοτες. Αλλοπρόσαλλες. Σπονδυλωτές. Ίσως ακριβώς εξαιτίας αυτής τους της ιδιοτυπίας να σου είναι χρήσιμες. Ακριβώς τώρα. Που οι φόβοι έχουν πια περάσει, που τα όνειρα έχουν αλλάξει. Που οι στιγμές έχουν γίνει φωτογραφίες στο υποσυνείδητο, που ανασύρεις με αφορμή το κείμενο της Μαρίας.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

όμορφοι άνθρωποι

Όμορφοι άνθρωποι. Ο καθένας διαφορετικός, μα όλοι όμορφοι. Ζούμε σε πόλεις με όμορφους ανθρώπους. Αν κοιτάξεις καλά θα τους βρεις ανάμεσά σου. Δίπλα σου. Παρατήρησέ τους. Γελάνε. Μυρίζουν όμορφα. Είναι περιποιημένοι. Είναι κουρασμένοι. Είναι παράξενοι, αστείοι, αταίριαστοι. Είναι ευχαριστημένοι. Μπορείς να γίνεις κι εσύ ένας όμορφος άνθρωπος. Να ακτινοβολείς όλη τη θετική σου ενέργεια. Να χαμογελάς με όλη σου τη δύναμη. Να μοιάζεις αστείος. Μπορούμε να έχουμε πόλεις γεμάτες με όμορφους ανθρώπους.