6.35 αποφασίζεις να βγεις. 7.05 φεύγεις. 8.35 είσαι πίσω.
Έχεις γίνει άλλος άνθρωπος, μέσα σε δυο ώρες έχεις ρουφήξει τόνους ζωής και θετικής ενέργειας. Είσαι έτοιμος να αρχίσεις και πάλι, γελώντας, και να κατακτήσεις τον κόσμο.
Πάντα (πρέπει να) βρίσκουμε χρόνο για αυτούς που αγαπάμε. Τα σφηνάκια ψυχοθεραπείας με καλούς φίλους είναι πάντα ευεργετικά. Και όσα μαθαίνουμε από αυτούς υπέροχα και χρήσιμα. Και η υπομονή τους μαζί μας μνημειώδης.
Η ζωή, η πραγματική ζωή, στο παρόν, δεν είναι πάντα όπως την ονειρεύεσαι. Δεν είναι πάντα όπως θα την ήθελες. Νιώθεις προδομένος, νιώθεις μισός, νιώθεις ανεκπλήρωτος. Νιώθεις ότι έφτασες αργά, ότι σου καταστρέψανε τον κόσμο που λαχταρούσες και σε πετάξανε σε έναν άλλο, μίζερο, φτηνό, φτωχό και ασφυκτικό. Το προβληματικό σου παρόν φταίει για όλα κι εσύ, ονειροπόλος, χαμένος στις φαντασίες σου, ανάμεσα στα χιμαιρικά σου συννεφάκια, αναπολείς. Αναπολείς ένα παρελθόν που δεν έζησες, νοσταλγείς εποχές που δεν πρόλαβες, φθονείς τις προηγούμενες γενιές. Ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο, χρησιμοποιώντας τη μαγική άμαξα - κολοκύθα της σταχτοπούτας, εκείνη που ξέρεις ότι θα χαθεί μαζί με το γοβάκι σου μόλις η ώρα περάσει.
Έχεις εξιδανικεύσει το παρελθόν σου, έχεις μυθοποιήσει αυτό που ποτέ δεν ήταν δικό σου. Και ψάχνεις απεγνωσμένα να το φτάσεις. Είναι όμως η δική σου προβολή του παρελθόντος που το κάνει τόσο μαγικό, γιατί και το παρελθόν αυτό υπήρξε κάποτε το παρόν κάποιου άλλου που ονειρευόταν ένα χρυσαφένιο παρελθόν. Γιατί αυτή τη στιγμή, τώρα, εδώ, εσύ κατασκευάζεις άθελά σου το παρελθόν που κάποιος θα ονειρεύεται νοσταλγικά τις νύχτες με αστέρια ή θα βλέπει στους εφιάλτες του όταν ο παγωμένος αέρας θα θερίζει την πόλη και θα σφυρίζει ανάμεσα από τις γρίλιες των κατεστραμμένων παραθύρων. Γιατί στο παρελθόν που εσύ νοσταλγείς, κάποτε κάποιος ευχήθηκε να ζήσει όπως εσύ, κάποτε κάποιος οραματίστηκε το παρόν σου.
Κι είναι το ίδιο αέναο ταξίδι πίσω που όλο σου γλιστράει απ' τα χέρια που σε κρατάει εδώ, αλυσοδεμένο σε αυτό το κομμάτι χρόνου που νιώθεις ξένο και κρύο, σαν φυλακή.
Και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι αυτό που τόσο εκτιμάς και αγαπάς δεν μπορείς να το αναστήσεις, ούτε να το ξαναζήσεις, μόνο να το αγαπήσεις ακόμη πιο βαθιά, να το οικειοποιηθείς και να δημιουργήσεις από αυτό το καταφύγιό σου. Για να μπορείς να χωρέσεις στον κόσμο αυτό, για να μπορεί κάποιος από το μέλλον να νοσταλγήσει ένα ταξίδι στο πλάι σου.
Κάνε το ταξίδι μέσα σου, μα ζήσε έξω από αυτό.
πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε. [Κεραμεικός, Οκτώβριος 2009]
Τίποτα δε σου δίνεται απλόχερα. Κι αν μερικές φορές στέκεσαι τυχερός, είναι για να θυμάσαι ότι πάντα πρέπει να προσπαθείς κι άλλο. Για τα πράγματα που θέλεις και αγαπάς πρέπει να προσπαθείς συνέχεια. Κάθε μέρα. Διαρκώς. Ασταμάτητα. Και πολύ. Να δημιουργείς, να φαντάζεσαι, να κατασκευάζεις ιδανικές συνθήκες και ειδυλλιακά περιβάλλοντα. Να φτιάχνεις τις υποδομές. Να θέτεις τις βάσεις.
Τα πιο όμορφα πράγματα απαιτούν προετοιμασία με υπομονή και αγάπη, όπως ακριβώς τα καλά φαγητά. Έτσι αφήνουν ωραιότερη επίγευση, γιατί ο ουρανίσκος σου είναι ήδη ποτισμένος από τους χυμούς της προπαρασκευής και οι αισθήσεις σου ήδη διεγερμένες από τις εξωτικές μυρωδιές ονείρου και φαντασίας.
Πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε, καρδιά μου.
Μόνο για μας.
Και μετά, να σκαρφαλώσουμε στο φεγγάρι με μια ανεμόσκαλα και να το κοιτάμε καθώς μας περιμένει. Να σε πάρω αγκαλιά και να γίνουμε κάδρο, για μια στιγμή, καθισμένοι στο μισοφέγγαρο με τα πόδια αιωρούμενα πάνω από το γυαλιστερό σκοτάδι.
Να ακούς το γρασίδι να μεγαλώνει... Να δίνεις σημασία στις λεπτομέρειες, που κρύβονται επιμελώς πίσω από αυτό που φαίνεται... Να ξεκινήσεις ένα χαμόγελο από εκείνο το μικροσκοπικό σημείο του σύμπαντος που μόνο μπορείς να φανταστείς την ομορφιά του...
Να μετρήσεις τη ζωή δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, δροσοσταλίδα τη δροσοσταλίδα, χιλιοστό το χιλιοστό... Να χωρέσεις στη φρενήρη απεραντοσύνη της...
Και στη Ραΐσα, πόλη θλιμμένη, υπάρχει ένα αόρατο νήμα που, για μια στιγμή, δένει ένα ζωντανό πλάσμα με ένα άλλο και έπειτα κόβεται, ύστερα επανασυνδέει κάποια κινούμενα σημεία σχεδιάζοντας νέες γρήγορες φιγούρες έτσι ώστε, σε κάθε στιγμή, η δυστυχισμένη πόλη να περιλαβάνει μια ευτυχισμένη πόλη που η ίδια ούτε καν υποψιάζεται ότι υπάρχει.
Μου αρέσουν όλες οι εποχές. Όλες, από λίγο, για κάποιο λόγο. Εντάξει, αγαπώ ιδιαιτέρως το χειμώνα. Το κρύο, το χιόνι, τα ζεστά φουντωτά ρούχα, το γκρίζο του ουρανού που μοιάζει γαλήνια θυμωμένος, απόκοσμος. Τη μελαγχολία, τις λιγοστές ακτίνες που φέρνουν την κίτρινη λάμψη τους ανάμεσα απ' την ομίχλη. Αυτό όμως είναι άλλη συζήτηση, άλλης μέρας, άλλης ώρας.
Πάμε πάλι, λοιπόν.
Μου αρέσουν όλες οι εποχές. Ο χειμωνιάτικος χειμώνας, η ανοιξιάτικη άνοιξη, το καλοκαιρινό καλοκαίρι, το φθινοπωρινό φθινόπωρο. Όταν όμως έχουμε καλοκαιρινό φθινόπωρο; Ανοιξιάτικο χειμώνα; Φθινοπωρινό καλοκαίρι; Χειμωνιάτικη άνοιξη; Φθινοπωρινό χειμώνα; Όταν όμως έρχεται η ώρα να αλλάξει η βάρδια αλλά η προκάτοχος δε λέει να αποσυρθεί από το χρυσαφένιο θρόνο της και η μέλλουσα φοβάται να αναλάβει τις ευθύνες της;
Θα σας πω τί έχουμε τότε. Στιχομυθία θεατρική κι επίμονη. Στιχομυθία κυκλοτερή, χωρίς εξέλιξη. Κι εμείς, ανήμποροι θεατές, απλώς κοιτάμε με απορία. Άλλοι με νοσταλγία για αυτό που η πλοκή του έργου τους υποσχέθηκε ανεκπλήρωτα, άλλοι με ανυπομονησία γι' αυτό που ακόμα δεν είδαν.
Κάθε που αλλάζει η εποχή, λαμβάνει χώρα μια μετάβαση. Μετάβαση εξωτερική, που ωστόσο δεν αργεί να διεισδύσει στο εσωτερικό. Να επιβληθεί εκ των έξω και στο δικό σου κόσμο. Μετάβαση σημαίνει αλλαγή, σημαίνει όμως και παύση. Παύση σημαίνει σκέψη, σημαίνει ξεκούραση, σημαίνει όμως και πόνο. Οι μεταβάσεις είναι δύσκολες, δεν έχει σημασία από ποιά πλευρά τις βιώνεις. Γνωρίζοντας το τελεσίδικο του αποτελέσματος, δεν έχεις τίποτα άλλο να κάνεις, παρά να περιμένεις να ολοκληρωθούν. Να επανεγγράψεις συνθήκες και δεδομένα για να ξεκινήσεις ξανά. Να προσαρμοστείς εκ νέου. Να αρχίσεις να χτίζεις.
Φθινόπωρο, έλα επιτέλους! Σε μυρίζω, μα δε σε φτάνω. Μου μιλάς, μα σε χάνω. Μ' αγγίζεις και φεύγεις τρομαγμένο. Μένω με το χάδι σου στην πλάτη μου. Και με το ζηλιάρικο Καλοκαίρι να παραμονεύει πίσω από τις γρίλιες. Φοβάμαι.
Στην αρχή αναπολώ τις όμορφες στιγμές που μου χάρισες. Στη συνέχεια ανυπομονώ για τις επόμενες. Με τη δίψα εκείνου που περπατάει ξυπόλητος στην έρημο για μέρες.
Φωτάκια. Πολύχρωμα, ατμοσφαιρικά φωτάκια. Αναβοσβήνουν, τρεμοπαίζουν και χάνονται. Όπως στις ταινίες, εκείνες τις ρομαντικές ονειροπόλες τρυφερές, με τους μεγάλους έρωτες, τις ζωές που αλλάζουν μέσα σε μια στιγμή, τη δυστυχία και τη θλίψη όλου του κόσμου μπροστά στα μάτια σου, τις ζεστές αγκαλιές και τα χαμόγελα. Χαμόγελα συγκαταβατικά, φοβισμένα, γεμάτα πόνο. Χαμόγελα αληθινά, που προσπαθούν να φανούν δυνατά, να μη λυγίσουν, να κρατήσουν λίγη από τη λάμψη τους. Με μια βαθιά, θολή και βραχνή νότα σισιοδοξίας.
Έξω κάνει κρύο, μέσα κάνει κρύο, και τα φωτάκια απλώνονται μαγικά σαν αντίδοτο. Προσπαθούν να ξεγελάσουν τη θλίψη σου. Της χαρίζουν κοσμοπολίτικο αέρα φαντασμαγορίας, τη ζεσταίνουν. Την κάνουν να μοιάζει με σπίτι φιλόξενο. Είναι στη μελαγχολία που κατοικείς, με φωτάκια ή χωρίς.
Ξεκίνησε το ταξίδι του τυλιγμένος σφιχτά σε στρώσεις εαυτών, κουβαλώντας εικόνες για να προβάλλει, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, σε κάθε πιθανή περίπτωση. Ένιωθε προστατευμένος, ασφυκτικά κουκκουλωμένος σε έναν κατασκευασμένο μικρόκοσμο, μα προστατευμένος. Κινήσεις μηχανικές, φαινομενικά εξωστρεφείς, σίγουρες, άνετες και ήρεμες. Καθημερινές αντιδράσεις, απλές.
Όλα του έμοιαζαν απλά. Όλα του έμοιαζαν εύκολα. Κι έτσι συνέχιζε το ταξίδι του, περνώντας μέσα από χώρες άγνωστες, άγνωστος κι εκείνος μεταξύ αγνώστων που έκαναν πως γνωρίζονταν. Συνέχιζε το ταξίδι του, κρατώντας γερά το πανωφόρι του κεντημένο από στρώσεις εαυτών, λες και φυσούσε κάποιος μανιακός άνεμος που ετοιμαζόταν να του το ξεσκίσει.
Ώσπου... Ώσπου μια μέρα έφτασε σε μια χώρα ολωσδιόλου παράξενη. Ήταν εντελώς άγνωστη, μακρινή και αλλιώτικη αλλά υπήρχαν στιγμές που έμοιαζε απροσδόκητα οικεία. Άλλοτε έκανε αφάνταστη ζέστη, τόση ώστε εκείνος ο τυλιγμένος ταξιδιώτης να θέλει να απαλλαγεί από τις στρώσεις που φορούσε. Άλλοτε η χώρα αυτή γινόταν τόπος άγριος, και τον ξεγύμνωνε ξαφνικά χωρίς έλεος. Σαν να εισχωρούσε μέσα του με βία. Ξαφνικά, τίποτα πια δεν ήταν απλό.
Προσπάθησε να φύγει, μα δεν τα κατάφερε. Δεν έβρισκε τον τρόπο να φύγει μακριά, μια δύναμη ανεξήγητη τον τραβούσε και πάλι πίσω. Κάθε μέρα έχανε κι από μια στρώση. Κάθε μέρα, ένιωθε λιγάκι πιο ελαφρύς. Και φοβισμένος. Και λιγάκι πιο ελεύθερος. Κάποια μέρα, έχασε όλες του τις στρώσεις, ένιωσε γυμνός. Τότε ήταν που μπορούσε πια να φύγει, να συνεχίσει το ταξίδι του. Κι αν... Κι αν τώρα ισορροπώ σε μια κατάσταση πλασματικής ελευθερίας, πλασματικής γύμνιας; Κι αν... Κι αν το πανωφόρι μου έχει πολλές ακόμη στρώσεις καμουφλαρισμένες έτσι ώστε ούτε κι εγώ να το γνωρίζω; Πότε θα μπορέσω να καταλάβω πού τελειώνει το ταξίδι μου; αναρωτήθηκε, καθώς η κορυφογραμμή της παράξενης χώρας έσβηνε στον ορίζοντα πίσω του.
Έχεις αναρωτηθεί πολλές φορές τί σημαίνει η σιωπή. Η δική σου ή των άλλων. Από πού προέρχεται; Είναι ευτυχία, είναι μελαγχολία, είναι η στιγμή λίγο πριν ξεσπάσεις σε δάκρυα; Είναι η μεταβατική φάση πριν το δημιουργικό οργασμό; Είναι ο βαθύς ύπνος μετά από μια δύσκολη μέρα; Είναι απλώς το προσωρινό τέλος; Είναι το κλείσιμο ενός κυκλου;
Λένε ότι η σιωπή είναι αμήχανη. Όχι πάντα. Είναι όμως αναγκαία. Κάποτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο. Ή μάλλον, για κάποιους συχνότερα, για άλλους πιο σπάνια. Η σιωπή είναι μια ανάσα. Βαθιά. Από αυτές που εισπνέεις αχόρταγα για να πάρεις κουράγιο. Κάποιες φορές νιώθεις να τρέφεσαι από αυτήν, οπότε κουρνιάζεις στην ασφάλεια της αγκαλιάς της, άλλες νιώθεις να σε πνίγει ανυπόφορα, να σε φυλακίζει, και προσπαθείς να τρέξεις μακριά της, με κραυγές φοβισμένες. Έπειτα, είναι κι εκείνη η σιωπή η πλημμυρισμένη από δράσεις, φωνές και συναισθήματα. Εκείνη η σιωπή που επιβάλλεται γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί κανένας ήχος δεν θα ήταν αρκετός για να την αντικαταστήσει. Στο μυαλό σου τουλάχιστον. Στο συναισθηματικά φορτισμένο εγκέφαλό σου που όλα τα ερμηνεύει κατά βούληση.
Είναι όλα αυτά μαζί και τίποτα από αυτά ξεχωριστά. Η σιωπή είναι μια μάχη. Βίαιη μάχη. Είναι η φαινόμενη ηρεμία μιας καλά κρυμμένης τρικυμίας. Είναι οι χαμένες ισορροπίες που ψάχνουν στο σκοτάδι να βρουν το δρόμο τους. Συχνά χωρίς επιτυχία. Με τη βεβαιότητα όμως ότι κάποτε θα βγουν στο ξέφωτο που τις περιμένει υπομονετικά.
Με τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα ακουστεί ένας ήχος, ο σωστός ήχος, αυτός που θα ήθελες κατά βάθος να ακουστεί, ακόμη κι αν δεν το ξέρεις.
στη φίλη μου, με την ελπίδα να αρχίσει πάλι να καταγράφει στιγμές...
Η ζωή του σήμερα είναι οι αναμνήσεις του αύριο. Τουλάχιστον κάποια κομμάτια της ζωής έχουν την τιμή να γίνουν αναμνήσεις. Να περάσουν μερικά στρώματα συσσωρευμένων γεγονότων και να βγουν στην επιφάνεια.
Συχνά, τις θέλεις αυτές τις αναμνήσεις. Τις αναζητάς ανάμεσα σε χιλιάδες ανυποψίαστα μικροπράγματα της καθημερινής τρέλας. Συχνά, επιχειρείς να τις κατασκευάσεις. Όχι να τις ανασκευάσεις, αλλά να τις κατασκευάσεις, για σένα ή για τους άλλους. Τη στιγμή που συμβαίνει ένα γεγονός, με ψυχρή σχεδόν νηφαλιότητα (ή τυφλωμένο συναισθηματισμό) αναλαμβάνεις την πρωτοβουλία να το κάνεις σημαντικό. Να το χαράξεις απαλά και ύπουλα στη μνήμη. Έχεις αγωνία να μη μείνει ξεχασμένο. Και αναλαμβάνεις αυτό που συνήθως ο χρόνος κάνει από μόνος του, ήρεμα όπως μόνο εκείνος ξέρει. Μα τί αλαζονεία!
Κι όμως, είναι μάλλον αυτός ο μοναδικός σου τρόπος να αντιδράσεις απέναντι στην ισοπεδωτική ηρεμία του ευγενούς χρόνου. Αν δεχτούμε ότι είσαι μια συνάρτηση που μεταβάλλεται (και) με το χρόνο, τότε οι αναμνήσεις σου έχουν αξία μόνο ως προβολές του σημερινού σου εαυτού πάνω σ' αυτούς που προϋπήρξαν. Δεν έχουν αξία ως σύμβολα των προηγούμενων εαυτών σου, γιατί δεν επιλέχτηκαν από αυτούς και είναι πια όλα τόσο θαμπά που δεν ξέρεις με βεβαιότητα τί πραγματικά ήσουν και τί θυμάσαι πως ήσουν.
Έτσι, προσπαθείς να κατασκευάσεις σήμερα τις αναμνήσεις του αύριο. Να σταματήσεις για λίγο, προσπαθώντας δειλά να ανακτήσεις τον έλεγχο. Να τοποθετήσεις δωράκια μέσα σε κρυφά συρταράκια του μυαλού που θα ανοίξουν απρόοπτα την κατάλληλη στιγμή. Επιτηδευμένη κατασκευή, χωρίς αμφιβολία.
Ήταν μόνη. Μόνη κι ελεύθερη. Ήταν πρωί κι ο κόσμος δικός της. Η μέρα δική της. Είχε διάθεση για κάτι διαφορετικό, κάτι συναρπαστικά διαφορετικό. Και γυάλινο.
Πήγε στη λαϊκή για τα ψώνια της εβδομάδας, τίποτα ιδιαίτερο, τίποτα σπουδαίο. Ήταν όμως πρωί, ο δρόμος σκιερός, ο κόσμος λιγοστός. Καροτσάκια με μεταλλικές ξεχαρβαλωμένες ρόδες και συρμάτινη πλέξη που τα έσερναν γιαγιάδες ή αγχωμένες νοικοκυρές. Ανέμελοι αργόσυρτοι παπούδες κοιτούσαν τα μοσχομυριστά ροδάκινα, επιστρέφοντας από το ΙΚΑ, με τη σακούλα του φαρμακείου στο χέρι. Ήταν μόνη, η νεανική της φρεσκάδα ξεχώριζε τώρα πολύ έντονα. Κι εκείνος ο κόσμος που ήταν δικός της πρέπει να καθρεφτιζόταν στην αύρα της, στα γρήγορα βήματά της, στα διερευνητικά βλέμματα που έριχνε στους πάγκους. Δεν περνούσε απαρατήρητη, όχι.
Anja, σκέφτηκε. Έγινε η Anja από τη Δανία. Από τη Δανία γιατί είναι μάλλον απίθανο κάποιος τριγύρω να μιλάει δανέζικα. Από τη Δανία γιατί ακούγεται συναρπαστικά παγωμένο, απόμακρο. Ξεκίνησε να ψωνίζει μιλώντας σε εύθραυστα αγγλικά, όπως θα άρμοζε στη συνεσταλμένη μα σίγουρη Anja. Φόρεσε το πιο λαμπερό αμήχανό της χαμόγελο και συνέχισε να κοιτάει με συγκαταβατική αδιαφορία τα λαχανικά και τα φρούτα. Ήταν μόνη και ο κόσμος στα πόδια της.
Τώρα μπορούσε να ακούει από όλους για το ωραίο της χαμόγελο, να χαίρεται κρυφά και να προσποιείται αθώα πως δεν καταλαβαίνει. Είχε γίνει γυάλινη. Και ένιωθε πολύτιμη.
Ντομάτα που μυρίζει ντομάτα καλά αλατισμένη, με φρέσκο τυρί φέτα νεογαλ, ρίγανη και λίγο λάδι. Δροσιστικό τζατζίκι χωρίς σκόρδο με νοστιμότατο γιαούρτι και χοντροκομμένο μοσχομυριστό τραγανό αγγουράκι. Βελούδινο. Κεφτεδάκια της μαμάς με μπόλικο δυόσμο και μαϊντανό ψιλοκομμένο, τόσο που να πρασινίζουν αισθητά μόλις τους κόψεις μια χορταστική δαγκωνιά. Φρέσκο ζυμωτό ψωμάκι που βουτάει ανελέητα στη ζουμερή ντομάτα και γίνεται κατακόκκινα ευχαριστημένο. Ώριμο βαθιά πορτοκαλί ροδάκινο στα χέρια, με τα ζουμιά να τρέχουν ανάμεσα από τα δάχτυλα σε κάθε σου μπουκιά. Καρπούζι φέτα στο χέρι, με πολλά κουκούτσια και κρατσανιστή φούξια σάρκα. Και σύκα, φρέσκα από τη συκιά με τη γνωστή ιστορία, μαλακά και γλυκά όσο πρέπει, απαλά, με υπέροχα σποράκια.
Τότε, που οι γεύσεις είναι απλές, μυρίζει καλοκαίρι. Υγιές, αγνό, υπέροχο καλοκαίρι. Τότε, που ο ουρανίσκος σου ευτυχεί με λίγες νοστιμιές και το στομάχι σου γεμίζει με όμορφα φιλικά φαγητά, μυρίζει καλοκαιρινή ευτυχία. Και πληρότητα. Χωρίς παγωτά, χωρίς μοχίτο.
[κλισέ, το ξέρω, αλλά δεν μπορούσα να αντισταθώ]
Αν έχεις τώρα και μια αιώρα να ξαπλώσεις, ένα ζευγάρι χείλη να φιλήσεις κι ένα δειλό αεράκι να δροσιστείς, μη φύγεις ποτέ. Απλώς σταμάτα το χρόνο.
Υπάρχουν πράγματα που σε κάνουν να ψηλώνεις. Να αδυνατίζεις, να ομορφαίνεις, να ελαφραίνεις σαν αέρας. Να πατάς απαλά, σίγουρα και ελάχιστα. Να τεντώνεσαι ανεπαίσθητα μα να μακραίνεις τόσο ώστε να φτάνεις ως την πανσέληνο. Έστω και στιγμιαία.
Είναι κρυμμένες, σ' ένα κουτί, σε μια ντουλάπα, στο πατάρι, πίσω από μερικά βιβλία. Δε θα τις βρεις ανάμεσα σ' αυτές πουχαρωπάπαρελαύνουν από την οθόνη του υπολογιστή σου κάθε μερικά δευτερόλεπτα. Όχι, όχι, οι παλιές φωτογραφίες είναι ζόρικες. Πρέπει εσύ να κάνεις τον κόπο να τις ανακαλύψεις. Πρέπει να θέλεις να τις θυμηθείς. Πρέπει να ψάξεις με αγάπη. Κι εκείνες, με την ίδια αγάπη θα σου δοθούν.
Είναι εκεί μέσα όλη σου η ιστορία, θυμάσαι; Σκηνές από τη ζωή σου. Αυτό το ανθρωπάκι είσαι εσύ. Σε δεκάδες παραλλαγές, μα πάντα εσύ. Στιγμές και συναισθήματα θαμμένα στο χρόνο. Ένας σωρός γνώριμων καταστάσεων παγωμένων στη στιγμή του κλικ. Ένα χαμόγελο, ένα ρούχο, ένα κοχύλι, ένα καπέλο, ενα λασπωμένο μποτάκι, ένας μορφασμός. Οικεία κλικ. Μερικές φορές όχι και τόσο. Άγνωστο περιβάλλον, άγνωστοι κόσμοι, άγνωστες συναντήσεις. Μα, υπήρξες όντως εκεί; Εικασίες, φανταστικό σενάριο και ξεκινάς. Η κατασκευή του εαυτού σου ξεκινάει. Μα, φυσικά και θυμάσαι...
Ιστορία σου σημαίνει αφότου είχες γεννηθεί; Ίσως και όχι. Είναι κάτι κλικ ιδιόρρυθμα, που εικονογραφούν μυθικές διηγήσεις για αφρώδη αόριστα περασμένα χρόνια. Βλέμματα αναγνωρίσιμα, μα ανοίκεια. Χειρονομίες χαρακτηριστικές, στην παιδική τους, ατελειοποίητη έκφανση. Χωρίς ρυτίδες, χωρίς την ωριμότητα και την ανησυχία που προστέθηκε με το χρόνο. Εκεί, στην προϊστορία σου, βλέπεις ίσως να σκιαγραφείται αχνά σαν υδατογραφία το παρόν σου. Βλέπεις ίσως να καθρεφτίζεται ανεπαίσθητα το μέλλον σου σ' εκείνα τα βλέμματα που τόσο μακρινά και τόσο παράξενα σου φαίνονται.
Στις παλιές φωτογραφίες θα βρεις εξηγήσεις, ερμηνείες, αφορμές και αιτίες. Αν ψάξεις προσεκτικά μπορεί και να νιώσεις λίγο τη χαρά του αρχαιολόγου, και ταυτόχρονα τη νοσταλγία του και τη θλίψη του. Νοσταλγία για όλα τα πιθανά μέλλοντα που καθρεφτίστηκαν κάποτε μα τώρα μένουν ξεκρέμαστα σαν απραγματοποίητες εκδοχές του παρελθόντος.
Είναι όμως Αύγουστος με δροσιά και βροχή και τα πεφταστέρια τις νύχτες δεν μπορούν παρά να σε κάνουν να μειδιάσεις ελαφρά. Ακόμα κι εσένα που τα κοιτάζεις απόμακρα με ύφος απλανές, σαν αυτό που αναγνωρίζεις στις παλιές φωτογραφίες....
Τα νησιά επιπλέουν σαν τεράστια ήρεμα κήτη απάνω στη θάλασσα.
Γυμνές πατούσες, γυμνές ιστορίες.
Βότσαλα, φύκια, ο ήχος της θάλασσας. Εσύ εκεί απέναντι, μου μαγνητίζεις το βλέμμα. Με τυφλώνεις. Πού πας; Το ξέρω πως θα φύγεις. Κάθε σούρουπο τέτοια ώρα φεύγεις μακριά μου. Σε χάνω. Σε κοιτάω, σε νιώθω μα δε σε φτάνω. Παραλύεις τη μέρα, αλλοιώνεις τη στιγμή. Έχουμε ραντεβού, το ξέχασες; Έχουμε ραντεβού, το ξέρεις; Ετοιμάζομαι για σένα. Σε περιμένω ανυπόμονα. Και πριν σε δω ξέρω πως θα τελειώσει. Δε μου φτάνει ο χρόνος. Δε μου φτάνει. Βασανιστικά σε χαζεύω που φεύγεις. Και το μόνο που μπορώ να σκεφτώ, κάθε μέρα την ίδια ώρα, είναι πόσο όμορφος είσαι. Ομορφιά ζεστή και εύθραυστη. Απρόσιτη. Χρώμα πύρινο, κρυστάλλινες λάμψεις, αντανακλάσεις στο νερό. Όσο φεύγεις μεγαλώνεις. Μεγαλώνεις, ώσπου εξαφανίζεσαι. Βυθίζεσαι.
Είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω μέσα σε αυτήν τη γαλήνη. Ίσως έχω άλλη μια ευκαιρία προτού επιστρέψω. Ίσως, αν είμαι τυχερή.
Όμορφα που είναι τα δέντρα.
Περήφανα. Μοιάζουν μόνα, μα δεν είναι. Ψηλά, εκεί, ανάμεσα στα φύλλα, έχουν τις παρέες τους. Τις στιγμές τους τις ιδιαίτερες. Ερωτεύονται, αγαπούν και φιλιούνται. Συζητάνε μέσα στον άνεμο που περνάει εντός τους. Μόνο που μένουν ασάλευτα. Ακλόνητα.
Φεγγάρι, αστέρια, ουρανός.
Εγώ και ο ουρανός Απέραντος. Κάπου εκεί μέσα βρίσκεσαι κι εσύ. Μου λείπεις και σου μιλάω. Σε κοιτάζω. Κλείνω τα μάτια και δακρύζω. Έρχεσαι κοντά μου. Ανεβαίνω ψηλά, ξαναγυρίζω πίσω. Τόσο μακριά μα τόσο κοντά μας τα αστέρια...
Γυμνές πατούσες. Γυμνές ιστορίες.
Καλοκαιρινές. Αλλιώτικες. Παρθένες κι απείραχτες. Μοιάζουμε πιο πολύ όταν φοράμε μόνο τα μαγιό μας. Κάνουμε πέρα όσα εύκολα μας χαρακτηρίζουν και γινόμαστε απλώς εμείς. Εγώ, εσύ, κάποιος άλλος.
Συζητήσεις, μουρμουρητά, γελάκια, παρέα.
Έφυγες πια, βασιλιά μου. Το αχνό σου φως που απέμεινε χαμηλώνει κι αυτό. Χαχανητά. Νιώθω να με πνίγουν μα πρέπει να πάω κοντά τους. Θέλω να πάω κοντά τους. Είμαι πια μακριά σου. Αύριο την ίδια ώρα, χρυσαφένιε βασιλιά μου;
Νηφάλιο.
Καθένας μας έχει κι από ένα ταλέντο. Όλοι είμαστε, ας πούμε, καλοί σε κάτι. Μέσα από αυτό ξεδιπλώνεται καλύτερα το εγώ μας, ανοιγόμαστε, γαλάμε, ηρεμούμε, είμαστε πιο "εμείς", χαιρόμαστε, κλαίμε από ανακούφιση. Η φύση αυτού του ταλέντου σε γεννά και σε ορίζει. Είναι ευχή και κατάρα μαζί. Είναι η αύρα σου, είναι οι γέφυρες επικοινωνίας σου.
Έχει ασχολίες μοναχικές και άλλες που τις μοιράζεσαι. Κάποιες σε κάνουν θέαμα και άλλες θεατή. Κάποιες προκαλούν γέλιο, άλλες θλίψη. Σε κάποιες η επικοινωνία είναι άμεση, σε άλλες έμμεση, αργή. Αλληλεπίδραση ίσως να μην υπάρχει εμφανής, είσαι πομπός χωρίς να ξέρεις το δέκτη σου. Ξέρεις μόνο τους πομπούς των μηνυμάτων που έλαβες. Σε άλλες περιπτώσεις, πομπός και δέκτης συνυπάρχουν, δράση και αντίδραση ταυτόχρονη. Ομαδική θεραπεία.
Έχει έτσι ανθρώπους μελαγχολικούς, δραστήριους, ακτινοβόλους, χαρούμενους, ελεύθερους, ήρεμους, εκκεντρικούς, απαρατήρητους. Έχει αυτούς που ζούνε απλώς τις όμορφες στιγμές και τους άλλους που διψάνε για μια στάλα θλίψη. Έχει τα πειραχτήρια και τους πιο σοβαρούς. Έχει αυτούς που ξορκίζουν τη λύπη τους με γέλιο και τους άλλους που την κοιτάνε κατάματα και βυθίζονται απαλά στην αγκαλιά της.
Η φύση σου σ' έχει κάνει να είσαι κάποιος από τους παραπάνω κι έχει ήδη διαλέξει για σένα τον κατάλληλο τρόπο για να σ' ελευθερώσει από τα δεινά που σου πρόσφερε. Το δώρο σου.
Πέμπτη απόγευμα. Πέμπτη απόγευμα και ξαφνικά μες στη σιωπή της βιασύνης και το άγχος του χρόνου που τρέχει, τις τελευταίες αχτίδες της μέρας, τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, τη βουή και τις φωνές των ανθρώπων, ένα στιχάκι. Ένα στιχάκι, για χρόνια παραμελημένο. Ένα στιχάκι, ξεκάθαρο και κρυστάλλινο, γεμίζει τα ηχεία του μυαλού μου. Συνοδεύει τα βήματα, δίνει ρυθμό. Ακούγεται πιο δυνατά. Λειτουργεί καθαρτικά, απαλύνει το άγχος, πλημμυρίζει το σούρουπο με μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης. Πέμπτη απόγευμα. Μέσα στο πλήθος ορθίων στο βαγόνι του μετρό, το στιχάκι δυναμώνει. Σιγοτραγουδάω, προσπαθώντας ασυναίσθητα να μπω πιο βαθιά στο καταφύγιό μου. Σταματάω, δεν είναι σωστό, συνεχίζω να το ακούω μέσα μου κοιτώντας αδιάφορα, ευθεία. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Μπαίνει στο βαγόνι μια κοπέλα και στέκεται ακριβώς δίπλα μου. Ακριβώς δίπλα μου. Τεντώνω αυτιά, παρατηρώ επίμονα. Μουρμουράει το ίδιο ακριβώς στιχάκι, κοιτώντας τις μύτες των παπουτσιών. Έχει βρει το καταφύγιό της. Φαίνεται ασφαλής. Πέμπτη απόγευμα. Επόμενη στάση. Κατεβαίνω. Στη μεγάλη λεωφόρο, το αχνό κοκκινωπό ημίφως του δειλινού κι ένα ελαφρύ παιχνιδιάρικο αεράκι. Μόνη στο μεγάλο πεζοδρόμιο, κάτω από τα δέντρα, δίπλα από τις εξωφρενικές ταχύτητες και τον ήχο των προσπεράσεων, το στιχάκι δυναμώνει. Ξεγλιστράει απ' τα χείλη μου, αφήνεται στην απαλή αύρα. Τώρα θα χορεύει εκεί, πάνω απ' τα σύννεφα.
Υπάρχουν φορές που συμβαίνουν απρόσμενα πράγματα. Δε χρειάζεται να τα εξηγήσεις.
Δέκα Λεύκες
μουσική Νίκος Ξυδάκης, ποίηση Θοδωρής Γκόνης
Σκέψεις. Πράξεις. Κινήσεις. Χειρονομίες. Λόγια. Επικοινωνία.
Προτού η σκέψη σου φτάσει σ' εμένα, μεταφράζεται. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό σου, από σκέψη σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Μεταφράζεται μέσα στο μυαλό μου, από ερέθισμα, ήχο, κίνηση, άγγιγμα, μυρωδιά, εικόνα, γεύση, σε σκέψη. Δική μου σκέψη. Η δική (σου) μου σκέψη πυροδοτεί άλλη σκέψη, χιλιάδες νευρώνες κινούνται ασταμάτητα. Μεταφράζεται σε αντίδραση. Σε λέξη ή σε κίνηση, σε βλέμμα ή σε αναστεναγμό. Τη λαμβάνεις ως απάντηση. Μεταφράζεις ξανά σε σκέψη (μου) σου.
Προβάλλω τον εαυτό μου σ' εσένα. Αντικαθιστάς ψήγματα της εικόνας μου με καθρέφτες. Στο μυαλό μου υπάρχεις όπως ποτέ δεν ήσουν πραγματικά. Η εικόνα σου για μένα είναι δική σου, ολόδική σου. Μοναδική.
Γι' αυτό είναι οι σκέψεις. Για να πλέουν ελεύθερες στο διάστημα, να ισορροπούν σε τεντωμένες κινήσεις, να κρέμονται από λόγια που έμειναν μετέωρα, να κρύβονται πίσω από προσηλωμένα βλέμματα. Να συναντούν άλλες σκέψεις και να συνάπτουν δεσμούς ελευθεριάζοντες. Να κάνουν οικογένειες και παιδιά. Να ελευθερώνονται και να συνεχίζουν το ταξίδι τους.
Είναι ανάγκη να σκεφτώ ό,τι μου δίνεις, να επεξεργαστώ και να μεταφράσω. Κάπως ετσι το νόημα γίνεται πλουσιότερο. Και δεν είναι πια δικό σου. Είναι δικό μας.
Κυκλοφορείς σε μια πόλη που την ξέρεις καλά. Την ξέρεις σχεδόν σαν την παλάμη σου. Μπορείς να περπατήσεις σ' αυτήν σχεδόν στα τυφλά. Ξέρεις τα ονόματα των δρόμων της; Τις πλατείες; Τα πάρκα; Τα ονόματα των μαγαζιών; Όχι. Ξέρεις όμως τις σιωπές της. Ξέρεις όμως τις ανάσες της. Ξέρεις τις στιγμές που έζησες εκεί. Τις στιγμές αυτές που είναι ολόδικές σου, μοναδικές. Που κρατάς φυλαγμένες στη μνήμη των αισθήσεων. Που θα θυμάσαι πάντα, κάθε φορά που θα περνάς από τη γνωστή γωνία, κάτω από το δέντρο, μέσα από τη στοά, μπροστά από το ερείπιο, δίπλα απ' το πάρκο.
Σκέψου λίγο την ίδια αυτή πόλη. Έχεις ξεδιπλώσει πάνω της, με χρωματιστά νήματα, διαδρομές. Αλληλουχίες στιγμών. Έχεις χαρτογραφήσει τη μοναξιά σου και τους μελαγχολικούς περιπάτους, τις βιαστικές πορείες με το κεφάλι σκυμμένο να κοιτάει τις μύτες των παπουτσιών, τις κινήσεις ρουτίνας, τα αδιάφορα βήματα, τις στιγμές που απλώς περίμενες να περάσουν. Έχεις χαρτογραφήσει τις όμορφες βόλτες, τις περπατητές εξομολογήσεις, τα μυστικά που εξαφανίστηκαν σε γωνίες, σε εισόδους καταστημάτων, τα όνειρα που κρύφτηκαν στα κλαδιά του πεύκου. Έχεις χαρτογραφήσει τα ρομαντικά ραντεβού, τις τρυφερές αγκαλιές, τα χέρια που ακούμπησαν απαλά στα μαλλιά σου, τα βήματά σας που συγχρονίστηκαν, το πεζούλι όπου ένιωσες το χτύπο της καρδιάς του, το κοίταγμα του φεγγαριού κάτω από το όμορφο μπαλκόνι και τη μυρωδιά του πιο παθιασμένου φιλιού.
Κάθε στιγμή και άλλο συναίσθημα. Κάθε διαδρομή και άλλο χρώμα. Διαδρομές που τέμνονται, πολλαπλά, σε πολλά σημεία. Πολλές πόλεις πάνω στον ίδιο χάρτη. Κάθε φορά βρίσκεσαι σε μια διαφορετική. Κάθε φορά, μέσα σ' αυτήν την πόλη που ξέρεις σαν την παλάμη σου, ανακαλύπτεις μια νέα.
Debtocracy... ένα ντοκιμαντέρ για την (οικονομική) κρίση στην Ελλάδα. Ιστορία, οικονομία, αίτια, προβλήματα, λύσεις, αδιέξοδα, πολιτική. Μια παραγωγή που χρηματοδοτήθηκε εκ των υστέρων από τους θεατές της. Τα δικά μου σχόλια μάλλον περισσεύουν.