Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

βουτιά

Χωρίς ανάσα, ένα, δύο τρία, χωρίς ρυθμό, ταχύτητα παντού. Παγωμένος αέρας γρήγορα περνάει ξυστά, χρώματα, νότες, σχήματα φωνές. Μπλουμ. Η κοιλότητα είναι υγρή, μαλακή, βελούδινη. Οι κινήσεις πυκνές, αργές, δύσκολες. Και φυσαλίδες, φυσαλίδες παντού. Τα ματόκλαδα κλειστά, μπλεγμένα σε ένα μέσον πυκνό κι αυτά. Ο ήχος αραιός, αραιός και απόκοσμος, έρχεται από μέσα. Ακούγεται εντός και μυρίζει αλλόκοτα, μέρος ενός συστήματος χωρίς όσφρηση. Τι γεύση έχει η πυκνότητα;
Δοκίμασε να πάρει μια ανάσα, ένα, δύο, τρία. Το στόμα της πλημμύρισε, κοίταξε τα χέρια της, τα άνοιξε αργά, άπλωσε τα δάχτυλα, δοκίμασε να αγγίξει. Ο κόσμος της πυκνότητας. Ένα, δύο, τρία, τα πράγματα εδώ έχουν άλλο ρυθμό, οι φωνές είναι άλλες φωνές. Τα μάτια της δεν έχουν συνηθίσει στην πηχτή διαπερατότητα της ύλης. Το σώμα της εξερευνά το χρόνο που περνάει. Το σώμα της διαπερνά το χρόνο. Εκείνη περνάει μέσα από το χρόνο, το χρόνο που μοιάζει πάντα ατάραχος επαναλαμβάνοντας τις κυκλικές του κινήσεις. Περνάει μέσα από το χρόνο μα ψάχνει να βρει το ρυθμό. Το ρυθμό του. Το ρυθμό της.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

τεσσερισήμισι

έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα ... μηδέν!
δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν
δεκατρία δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν
δεκατέσσερα δεκατρία δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν
δεκαπέντε δεκατέσσερα δεκατρία δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν

-Τι είναι μηδέν;
-Αυτό που είναι πριν από το ένα.
-Δηλαδή;
-...
-Δηλαδή, τι σημαίνει μηδέν;
-Μηδέν σημαίνει μηδέν, έχεις μηδέν πετραδάκια!
-Δηλαδή; Εξήγησέ μου.
-Μηδέν πετραδάκια, δεν έχεις κανένα πετραδάκι.
-Άρα μηδέν σημαίνει τίποτα;
-Όχι! Μηδέν σημαίνει μηδέν πετραδάκια, τίποτα σημαίνει τίποτα, ούτε πετραδάκια ούτε τίποτα δεν έχεις!

δεκαέξι σπίτια δεκαπέντε ντομάτες δεκατέσσερα σκουλήκια δεκατρία παιδάκια δώδεκα γάτοι έντεκα σκύλοι δέκα κόκκορες εννέα πεταλούδες οκτώ κιθάρες επτά αλιγάτορες έξι παντόφλες πέντε παράθυρα τέσσερις ηλιαχτίδες τρία σύννεφα δύο ουράνια τόξα που γλιστράνε ένας ουρανός μηδέν πατάτες

βαλίτσα

"During the last years, my home is my suitcase", είπαν. Κι από τότε η φράση είναι στο μυαλό της, σε κάθε μικρή κίνηση, σε κάθε νέα όψη, σε κάθε σχέση ενσυναίσθησης με ένα αντικείμενο. Σαν ωρολογιακή βόμβα, σαν συναγερμός έτοιμος να χτυπήσει. Βαλίτσα. Βαλίτσες. 
Η βαλίτσα περιγράφει έναν όγκο, μια ποσότητα συγκεκριμένη, αλλά το είδος και η ποιότητα καθορίζονται κατά περίπτωση, κατά βούληση. Υποκειμενικά. Μια διαδικασία αξιολόγησης, σχέσεις πολλαπλής ιεράρχησης. Μερικά αντικείμενα απαρτίζουν το σπίτι, πολλά μένουν πίσω. Η βαλίτσα προϋποθέτει μια αφετηρία και έναν προορισμό. Ίσως ένα ταξίδι. Ή ένα μεγάλο ταξίδι, μια προσωρινή μετακίνηση. Άλλοτε ο προορισμός είναι αορίστου χρόνου. Και τότε η βαλίτσα γίνεται σπίτι, σκέφτηκε. Η βαλίτσα περιγράφει έναν όγκο, χώρο, αλλά περιέχει χρόνο. Πολλαπλούς, επάλληλους χρόνους. Εκείνη κοιτάζει τη βαλίτσα και αναρωτιέται πώς δομείται, πώς κατασκευάζεται. Γιατί αν ο χώρος είναι συγκεκριμένος, ένας πεπερασμένος όγκος ύλης που μπορεί να μεταφερθεί, ο χρόνος δεν περιορίζεται. Τα σημάδια, οι υφές, τα αρώματα, όλα εκείνα που απαρτίζουν το σπίτι, το κανονικό σπίτι, η ύλη μιας ζωής δεν περιορίζεται. Μόνο αυξάνει σε όγκο, βάρος, πυκνότητα πληροφορίας. Εκείνη κοιτάζει τη βαλίτσα. Κοιτάζει έπειτα όσα θα μείνουν εκτός, περνάει το χέρι από πάνω τους, τα μυρίζει στη συνέχεια. Κλείνει τη βαλίτσα. Νομάδες, ψιθυρίζει. Νομαδική σκέψη. Πώς είναι άραγε; Να αποχωρίζεσαι για πάντα ό,τι δε χωρά, χωρίς την ασφάλεια μιας αφετηρίας πάντα ζεστής και φιλόξενης. Να ταξιδεύεις χωρίς βάρος, να μεγαλώνεις χωρίς τα ίχνη σου. Χαϊδεύει τις μολυβένιες σημειώσεις στο περιθώριο ενός βιβλίου, παρασιτική κατοίκηση. Κλείνει τα μάτια, δύο χρόνια. Αγκαλιάζει το βιβλίο. Το στριμώχνει βιαστικά στη βαλίτσα. Αυτό θα χωρέσει.


Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

χωρίς λόγια

Σήμερα, μόνο μουσική. Καλή πτήση!


Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

περαστικοί

Joan Miro, Bleu I, II, III
Συναντηθήκαμε τυχαία. Κάπου, στο απέραντο γαλάζιο, δύο σημεία μηδενικής μάζας που ήρθαν κοντά το ένα στο άλλο. Ανάμεσα σε χιλιάδες σημεία, κυνηγήσαμε για λίγο την κόκκινη φλόγα, και εξερευνήσαμε τα σύνορα. Κολυμπήσαμε μαζί μια απόσταση. Δεν ξέρω να πω αν ήταν μεγάλη ή μικρή. Ήταν όμως μια απόσταση. Μετά χαθήκαμε. Νομίζω πως σε είδα να φεύγεις, μα δεν αντέδρασα. Σαν παιδί που αφήνει το μπαλόνι, ελευθερώνοντας το σχοινί που κρατάει στο χέρι του, σε είδα να απομακρύνεσαι με φόντο τον ουρανό.

Συνάντησα κι άλλα σημεία, οι τροχιές μας έμοιαζε να συνδέονται, να συνδυάζονται και να συμπίπτουν για λίγο. Διαδρομές συγκλίνουσες και αποκλίνουσες μας ένωναν και μας χώριζαν. Με κάποια σημεία διασταυρώθηκα στιγμιαία, με άλλα συγκρούστηκα βίαια. Μου άλλαξαν την πορεία, μου έδειξαν ένα φωτεινό αστέρι, μου έκρυψαν λίγο ήλιο. Άφησα ίχνη στον πυκνό αέρα και κυλίστηκα στις λάσπες, λερώθηκα, κόλλησαν πάνω μου αστρικά κομμάτια.

Για κάθε σημείο που συνάντησα τυχαία στο απέραντο γαλάζιο, μπορώ να πω μια ιστορία. Έχω ιστορίες όμορφες, άσχημες, ημιτελείς, λυπητερές και χαρούμενες. Ιστορίες μικρές και μεγάλες. Ιστορίες παλιές, σκονισμένες, και ιστορίες ζωντανές, που ακόμη εξελίσσονται. Συναντηθήκαμε τυχαία, περαστικοί σε μια πλατεία γεμάτη εικόνες, και κάναμε μαζί μια βόλτα. Για λίγο, ώσπου φτάσαμε στον επόμενο κήπο, στην επόμενη αυλή, και με είδες να χάνομαι εκεί κάτω απ' τα δέντρα, κοιτώντας τα φυλλώματα.


Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

αστάθεια revisited

για τα φιλαράκια μου που βρίσκονται τώρα εκεί, ειδικά
και για όλους όσοι βρέθηκαν κάποτε εκεί, γενικά


Στην Αστάθεια οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, μα μικρή σημασία έχει αυτό. Οι φωνές συγκρούονται με άλλες φωνές, οι κραυγές μένουν μετέωρες. Οι κινήσεις, τα αγγίγματα, μετατρέπονται σε σκουντήματα, άγριες πατημασιές  και ελεύθερες πτώσεις στο κενό. Οι συζητήσεις δεν τελειώνουν ποτέ, οι λέξεις εκσφενδονίζονται με ταχύτητα και χωρίς νόημα, ή μένουν παγιδευμένες μέσα σε τόνους σκέψεων. Οι σιωπές καταπίνουν η μία την άλλη και τα λόγια χτυπάνε ορμητικά πάνω σε άλλα λόγια, και πέφτουν ζαλισμένα κάτω.

Οι ξύλινες πλατφόρμες δεν παύουν στιγμή να ταλαντώνονται, τα ξυλοπόδαρα λυγίζουν στις αρθρώσεις τους και καταρρέουν υπό το βάρος μιας μικρής πτώσης, τα ταλαιπωρημένα σπιτάκια σπάνε στη μέση και τα κεραμίδια, οι μεταλλικές καμινάδες και τα παντζούρια των παραθύρων γκρεμίζονται διαρκώς. Κι από κάτω, τα νερά της λίμνης αναταράσσονται ξαφνικά, και η Αστάθεια μοιάζει με καρυδότσουφλο σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Οι κραυγές συνεχίζονται, οι απεγνωσμένες κινήσεις για βοήθεια προκαλούν νέα σπασίματα, σαπίσματα, νέες καταστροφές. Στην Αστάθεια, οι άνθρωποι δεν ξέρον τι να κάνουν, πώς να προφυλαχτούν, πώς να αντιδράσουν. Κοιτάζοντας τη γη που ποτέ δεν είχαν και χάνουν κάτω από τα πόδια τους, θρηνώντας σπαρακτικά για τα κακά που θα ακολουθήσουν, μένουν παγωμένοι και μόνοι. Όλα φαίνονται αδύνατα, τεράστια, απειλητικά και μπλέκονται σε ένα χαοτικό κουβάρι χωρίς αρχή και τέλος.

Κοιτάζοντας κάτω, πίσω από την άκρη της μυτούλας τους, αυτό που δεν καταφέρνουν να δουν είναι τα σύννεφα. Τα σύννεφα που αποκαλύπτουν ένα μακρινό φως. Κι αν κάποτε καταφέρουν να δουν ο ένας τον άλλον, να δώσουν τα χέρια και να ανταλλάξουν ένα ζεστό χαμόγελο μένοντας ασάλευτοι για μια στιγμή, οι πλατφόρμες θα σταματήσουν να κινούνται, τα ξυλοπόδαρα θα μετατραπούν σε πόδια και τα ερειπωμένα σπιτάκια θα γίνουν κατοικήσιμα. 

Και ίσως, κάποτε, οι άνθρωποι στην Αστάθεια καταφέρουν να ιππεύσουν τα σύννεφα και να φτάσουν ως το ουράνιο τόξο. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

το χωριό μέσα στην πόλη

 ένα κειμενάκι απ' αυτά που γράφτηκαν στο δρόμο


Μεγάλη λεωφόρος, φώτα, κίνηση, θόρυβος, ταχύτητες, μεγάλα απρόσωπα καταστήματα, μυστηριώδη επιβλητικά κτήρια. Φύγε, φύγε, σου κάνουν. Φύγε, έχεις δουλειά εδώ; Είσαι μόνος σου! Μη σταθείς, όχι εδώ, όχι. Στενάκια παραμέσα, τα σπιτάκια χαμηλώνουν, τα μεγέθη μικραίνουν, το ύφος αλλάζει. Τα δρομάκια κατάφυτα με δέντρα που ανασηκώνουν τις πλάκες του πεζοδρομίου, όπου υπάρχουν, Φώτα αχνά, άτακτα, υποκίτρινα. Μακρινοί ήχοι αυτοκινητοδρόμου που σβήνουν και χάνονται, τζιτζίκια, πουλιά και σκυλάκια κοντά σου. Άρωμα μανταρινιού, μικρά μαγαζάκια, χαλασμένοι φράχτες όλο πράσινοι.

Κάτι στην αίσθηση έχει αλλάξει. Όλα έχουν αλλάξει, και το φως νέον υποδεικνύει ένα παλιό παντοπωλείο, με ξεθωριασμένη ταμπέλα Amita, γαλάζιο ξεπλυμένο και πορτοκαλί σαν θολό ηλιοβασίλεμα. Και δίπλα, ψητοπωλείο στα κάρβουνα, σουβλάκια και πανσέτες, μαύρα γράμματα σε λευκό νέον φόντο CocaCola, και ξύλινα τετράγωνα τραπεζάκια. Εκεί, η συζήτηση έχει ανάψει, και ηλικιωμένοι με τα κασκέτα τους γελάνε δυνατά.

Και ξαφνικά, είναι σούρουπο φθινοπώρου, μόλις που έχουν ανοίξει τα σχολεία, και αποχαιρετάς το καλοκαίρι με μεγάλους τραβηγμένους μελαγχολικούς περιπάτους. Κάπου εκεί στα στενάκια με τους κισσούς και τις κληματαριές, μυρίζει ψητά στα κάρβουνα και άφθονο κρασάκι, και τα παπούδια συζητάνε μανιωδώς κουνώντας τις μαγκούρες τους και σηκώνοντας τα ποτήρια τους. Είναι απόγευμα καλοκαιριού, και η μακρινή ποδηλατάδα κάνει στάση στην πλατεία ενός χωριού, απέναντι από το μπακάλικο με την ξέθωρη ταμπέλα νέον που πια η μισή δεν ανάβει, και δυο πορτοκαλάδες Δόξα και δύο σουβλάκια από το ψητοπωλείο μεταμορφώνονται σε γεύμα παραδεισένιο. Είναι απομεσήμερο χειμώνα και μέσα απ' το αυτοκίνητο, με την πολύχρωμη σάκα του νηπιαγωγείου στο δίπλα κάθισμα, αναρωτιέσαι αν όλα τα μπακάλικα με ταμπέλα Amita είναι του ίδιου κυρίου, και γιατί κανένας μπακάλης δε σκέφτεται να βάλει ένα άλλο σχέδιο στην ταμπέλα, και ποιός τις φτιάχνει επιτέλους αυτές τις φωτεινές ταμπέλες. Είναι ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό, και στη σχολική εκδρομή η μόδα επιτάσσει ζαχαρωτά χύμα τυλιγμένα σε χωνάκι εφημερίδας από το μπακάλικο της κυρ' Ανάστας, και το νέον μοιάζει παράταιρο, μέσα σε τόσο φως που είναι λουσμένο.

Κάτι στην ατμόσφαιρα έχει αλλάξει, ναι. Μια πόλη μέσα στην πόλη αποκαλύπτεται σταδιακά, το χωριό σχηματίζεται μέσα στο προάστιο, κι ένα κύμα οικειότητας πλημμυρίζει το μέρος. Και ζεστασιάς. Μανταρίνι, ψητοπωλείο, ρετσίνα και χυμός Amita στο παλιό του κουτάκι.

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

παράθυρο

για το Λύκο, που μου βάζει ωραίες ιδέες


Λευκή λινή κουρτίνα, ελαφριά δαντέλα με μπλε λεπτομέρειες στο τελείωμα. Είναι απαλά τραβηγμένη στο πλάι και το παράθυρο μισάνοιχτο. Είναι ξύλινο, ξύλο ακατέργαστο, σκούρο καφέ, με πολλά σκασίματα και αγκαθάκια. Το μικρό του περβάζι, ξύλινο επίσης, είναι τόσο στενό ώστε να χωράει ακριβώς τους αγκώνες σου και μια κούπα με ζεστό καφέ. Αχνιστό. Ίσως μπορείς να ακουμπήσεις κι ένα μικρό βιβλίο, βιβλίο που σε βοηθάει να ονειρεύεσαι, να σκέφτεσαι, να ξεχνιέσαι.

Δροσερό αεράκι φυσάει γαλήνια και πλημμυρίζει το χώρο. Σκορπάει άρωμα αμυγδαλιάς, ελαφρύ και αιθέριο, που αιωρείται στο δωμάτιο. Έξω φαίνονται οι κορυφές των δέντρων, σε διάφορα ύψη, διάφορα σχήματα, διάφορα χρώματα. Είναι άνοιξη, αρχή της άνοιξης, και είναι πολύ φωτεινά. Κάνει ψύχρα, μα οι φωτεινές ηλιαχτίδες εξουδετερώνουν το κρύο. Ο ουρανός έχει χρώμα γκρίζο ανοιχτό, μα αισιόδοξο, καθαρό και φρέσκο, και τα κλαδάκια που έστεκαν μόνα έχουν αποκτήσει υποψίες πράσινου. Τα βουνά τριγύρω μένουν ακίνητα, βαριά και σταθερά. Στιβαρά και γεμάτα αγάπη.

Ένα μικρό σπιτάκι στο βουνό, ξύλινο, γεμάτο απλά όμορφα πράγματα, και χρώματα ζεστά. Μια όμορφη γωνιά να κάθεσαι την άνοιξη, να μυρίζεις τα φύλλα και να βλέπεις τη θέα, τις κορυφές να λικνίζονται απαλά με το φύσημα του ανέμου. Ο ορίζοντας είναι μακριά, πίσω από τα μεγάλα βουνά, και λίγο διακρίνεται, μόνο υπονοείται συνεχώς. Ένα μικρό σπιτάκι, ένα δωμάτιο εξοπλισμένο με τα απαραίτητα, εκεί βρίσκεις καταφύγιο τις μέρες που όλα συμβαίνουν και θα 'θελες να λείπεις.

Κι η θέση μπροστά στο παράθυρο, φυλαγμένη μόνο για σένα, κι η θέα, απαράλλαχτη εδώ και καιρό. Πιο μέσα; Πιο μέσα δεν ξέρω, το παράθυρο είναι που σε αφορά, ένα δωμάτιο που είναι μόνο παράθυρο, μια θέα που δεν είναι παρά μόνο μια θέα προς τα μέσα. Κι αν ψάξεις πολύ, θα διαπιστώσεις πως μέσα στο μυαλό σου είναι το σπιτάκι, μια γωνίτσα στην άκρη των σκέψεων, κι ένα παράθυρο ανοιχτό, στο μέρος εκείνο που τόσο καλά είναι κρυμμένο και τόσο δυσκολεύεσαι να πας.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

inertia

Επειδή η φωτογραφία είναι όμορφη, και περιμένει μέρες θλιμμένη και μόνη. 
Έστω και με μια υποψία ημιτελούς κειμένου, ορίστε.


Julien Bryan | Βαρσοβία, 1939
 
Σκέψεις, σκέψεις. σκέψεις. Σκέψεις ιπτάμενες, βίαιες, επιθετικές. Σκέψεις απαιτητικές. Το χρόνο σου θέλουν, διεκδικούν την αποκλειστικότητα. Πράξεις που δεν έγιναν, πράξεις που περιμένουν εσένα, πράξεις που έγιναν, καλώς ή κακώς. Το χρόνο σου θέλουν, κι αυτές. 
Κι εσύ στη μέση, μια στιγμή αδράνειας, με τα μάτια ανοιχτά. Μια στιγμή αφήστε μου μόνο, κι επιστρέφω.











Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

με τη Χιονάτη στο ταβάνι...


Δεν είναι αλλεργικό εξάνθημα, ιογενές είναι αυτό. Δεν ξέρω τι, αλλά ιογενές. Να πας να το δει ο παιδίατρός σου!



Τρία σκαλιά, ψηλά, η γνωστή σκοτεινή είσοδος με τη μισάνοιχτη πόρτα, κακόγουστο γκριζωπό πλακάκι στο πάτωμα, το ασανσέρ στο βάθος αριστερά. Δεύτερος όροφος, ο στενός διάδρομος, σκύψε για να περάσεις κάτω από ένα δοκάρι, η σκάλα ελεύθερη στα αριστερά σου, ένα χαμηλό καγκελάκι βαμμενο με μπεζ λαδομπογιά σε προστατεύει να μην πέσεις, η τελευταία πόρτα στα αριστερά, ακριβώς μπροστά από το σκέλος της ανόδου. Είναι ανοιχτή, σπρώχνεις και μπαίνεις. Ένα ροζ σύμπαν αποκαλύπτεται. Ροζ με μπλε δοκάρια και μπλε κολώνες, και μαύρες λεπτομέρειες. Ω ναι. Ω ναι. Κοιτάς τριγύρω μαγεμένη. Είναι σαν ξαφνικά να σου επιτίθενται νεράιδες και χαρούμενοι δράκοι, πεταλούδες και λιβάδια και χρώματα μιας άλλης ζωής.

Διαγώνια, στο βάθος, από την ανοιχτή πόρτα, εκείνος σε κοιτάζει. Είναι όρθιος, θεέ μου, στην ίδια θέση, φοράει κοκκάλινα ορθογώνια γυαλιά και παχύ γκρίζο μουστάκι και σε κοιτάζει λοξά. Απαλό γαλάζιο πουκάμισο και γκριζωπό γιλέκο με σχέδια, και σου σκάει ένα χαμόγελο και χαιρετάει με θέρμη. Το μωράκι μέσα κλαίει κι εκείνος του ψιθυρίζει διάφορα μέσα από το μουστάκι του, με σταθερή φωνή. Σταματάει για λίγο και μετά ξεσπάει σε λυγμούς, πιο δυνατά. Όπως και τότε, κωμικός και αυστηρός μέσα στο γκριζωπό του γιλέκο, με τους ρόμβους και τα καρό που δεν κουραζόσουν να παρατηρείς. Γεια σας!, απαντάς με χαρά.

Είσαι πέντε χρονών και βήχεις διαβολεμένα, ακατάπαυστα. Είσαι πέντε χρονών και η μύτη σου τρέχει, και κλαις και γκρινιάζεις, και θέλεις τη μαμά σου, και σε ενοχλεί το κασκόλ και ο σκούφος με αφτιά που σε κάνουν να μοιάζεις με χνουδωτό κινούμενο μπόμπο. Σε ενοχλεί το μπουφάν, τόσο φουσκωτό, και κρυώνεις, κρυώνεις κρυώνεις. Και μπαίνεις μέσα στο ροζ σύμπαν με τις μπλε κολώνες και τα μπλε δοκάρια, και ξαφνικά σταματάς να κλαις.

Μυρίζει ξυλάκι που ακουμπάει σε πονεμένη γλώσσα και τρίβεται, στυφό, ενώ ταυτόχρονα ακούγεται ένα πνιχτό ααΑΑΑ. Η γεύση της ίωσης. Και βλέπεις τη Χιονάτη στον τοίχο να χαμογελάει ανέμελη, και τους νάνους να τρέχουν χαρούμενα γύρω της, να της πιάνουν το φουστάνι, να βάζουν τρικλοποδιές. Και ένα πουλάκι ασημογάλαζο έχει κάτσει πάνω στο χέρι της Χιονάτης, και κοιτιούνται γλυκά, και άλλα πουλάκια κελαηδάνε. Και τα δέντρα, και το σπιτάκι στο βάθος. Ω, είναι όλα τόσο μεγάλα! Κι εκείνος σου δείχνει, γελώντας πίσω από τα γυαλιά και τα μουστάκια του, κάτι που κρέμεται από το ταβάνι, ένα παιχνίδι, κι εσύ μαγεμένη ξεχνάς τον πυρετό, το βήχα, το συνάχι, και μόνο νιώθεις το κρύο μέταλλο στην πλάτη σου. Και βαθειές ανάσες. Πάει, τέλειωσε.

Η Χιονάτη στον τοίχο είναι ακόμα, κοιτάζει με νόημα. Κι οι νάνοι τριγύρω, δεν είναι πια στο ύψος σου, μαλλον μοιάζεις με τη Χιονάτη τώρα. Ω, μα τίποτα δεν άλλαξε! Τα πλακάκια στο πάτωμα, ένα σχέδιο ψυχεδελικό, νάιντις, χανόσουν εκεί όταν ήσουν 5 χρονών, έπαιζες κουτσό, μετρούσες τα τρίγωνα. Μια τηλεόραση Sony παλιά, τετράγωνη, κρεμασμένη στη γωνία του τοίχου. Από εκείνες που είχαν θαμπό μαύρο χρώμα και ήταν τετράγωνες, τετράγωνες, με τεράστιο ποπό, τέτοιο που πίστευες ότι εν είδει κουκλοθέατρου μπορεί να έκρυβε μέσα του μικροσκοπικά ανθρωπάκια και ζώα και φωνές και βίντεο.

Είσαι 5 χρονών και έχεις πάει για εμβόλιο μαζί με τον παιδικό σου φίλο. Με τις οικογένειές σας, παρέα. Ω, τι ευτυχία! Δεν είσαι μόνη σου! Και θα πας για παιχνίδι μετά, και τίποτα άλλο δε μετράει. Ένα εμβόλιο, ευτυχώς θα περάσει. Και παίζεις, πλάι στη Χιονάτη ενώ περιμένεις, σκαρφαλώνεις σε ένα τραπεζάκι, και κοιτάς τις εικόνες με τα μωρά στους τοίχους. Κάνετε τα εμβόλια μαζί, ποιός θα κλάψει λιγότερο, και είναι όμορφα όμορφα όμορφα. Και παίρνεις δώρο ένα ξυλάκι, μια καραμέλα, και πας να παίξεις ευτυχισμένη.

Το μωράκι που έκλαιγε βγαίνει από το μέσα δωμάτιο, τυλιγμένο στην αγκαλιά της μαμάς του. Περάστε, χειραψίες, τι κάνετε, πού βρίσκεσαι κορίτσι μου, πωπω τίποτα δεν άλλαξε εδώ, και χαμόγελα. Α, ναι, τα εξανθήματα. Παιδική νόσος, προσβάλλει συνήθως παιδιά κάτω των 5 ετών. Ναι το ξέρω, πονάει. Δεν είναι τίποτα, θα περάσει μόνο του. Πολλά χαμόγελα και μερικά νέα, και κλεφτές ματιές στο παρελθόν. Η κωμική του φιγούρα απαράλλαχτη, ζεστή, σταθερή και παρηγορητική. Σαν να έμεινε εκεί, σταθερός, περιμένοντας τα παιδιά που μεγαλώνουν και περνάνε και αρρωσταίνουν και φεύγουν. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, με το πυκνό μουστάκι, τα γυαλιά, τη μεγάλη μύτη και τα υπεύθυνα μάτια ακριβώς όπως τα άφησες.

Κοίταξες το φωτιστικό στο ταβάνι, ίδιο, αστείο, με ένα μπλε καλώδιο κι ένα κίτρινο καλώδιο σγουρό. Ω, ναι. Πάντα κοιτούσες το φωτιστικό στο ταβάνι και σκεφτόσουν τη Χιονάτη. Η Χιονάτη στο ταβάνι και γύρω της πουλάκια και φύλλα να αιωρούνται στον άνεμο. Χαιρέτησες κουνώντας όλο το χέρι με δύναμη και βγήκες γελώντας. Ναι, έγινες πάλι 5 χρονών, με γάντια, σκούφο και κασκόλ που δυσκολεύουν την κίνηση. Χωρίς καραμελίτσα δώρο αυτή τη φορά.

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

νυχτοπερπατήματα



Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Μέσα στην πόλη αυτή, μια όμορφη απέραντη λίμνη δεν υπάρχει, το να φτάσεις σε μια έρημη ακρογιαλιά φαντάζει άθλος, και οι μοναχικοί λόφοι σπανίζουν. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες.

Είναι βράδυ κι έχει κρύο και ψιχαλίζει μικροσκοπικά παγωμένα σταγονίδια που εξαϋλώνονται μόλις ακουμπήσουν το σώμα σου. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και φώτα και κίνηση, και αυτοκίνητα και ταχύτητες και κόρνες και σχεδόν κανείς δεν περπατάει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και το πρόσωπό σου είναι σκεπασμένο με τον τεράστιο γιακά του παλτού σου, τυλιγμένο μέσα στο μαντίλι σου, κι από πάνω, ένα σκουφί σε σκεπάζει γλυκά, σε προστατεύει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και στους δρόμους της πόλης είσαι μόνη χωρίς να είσαι.
Μπορείς να φωνάξεις, να κλάψεις, να τραγουδήσεις. Κανείς δε θα σ' ακούσει. Μπορείς να σκεφτείς δυνατά, είναι βράδυ κι έχει κρύο και οι σκέψεις παγώνουν στιγμιαία, μπορείς αν θέλεις να σταματήσεις μια στιγμή και να τις κοιτάξεις κατάματα. Και κάθε βήμα, μια ανάσα. Κάθε βήμα, ένα ταξίδι προς τα μέσα. Κάθε βήμα, μια στιγμή. Μια στιγμή συνειρμικά παρασέρνει άλλη στιγμή, κι ύστερα κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη. Η μια γειτονιά διαδέχεται την άλλη, κι άλλα φώτα, κι άλλα αυτοκίνητα, κι άλλη λεωφόρος. Κι ένα παιδάκι, σπίτια, ερείπια, ένας σκύλος, χαλάσματα, σκουπίδια. Πολλά βήματα συνθέτουν μια μεγάλη απόσταση από ανάσες και συναισθήματα. Το βράδυ στο κρύο τα συναισθήματα μοιάζουν κρυστάλλινα, καθαρά και εύθραυστα, πανέμορφα και διάφανα. Είναι βράδυ κι έχει κρύο κι η μύτη σου είναι κόκκινη και κρύα, το χνώτο σου ζωγραφίζει σκιές πάνω στα φώτα.

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Και τόση ώρα μετά, τόσα βήματα και τόσα χιλιόμετρα πιο πέρα, είσαι ακόμη ο ίδιος άνθρωπος, μόνο λίγες ανάσες πλουσιότερος. Κι αν αυτή η πόλη συμπαθούσε, έστω λίγο, τους περιπατητές σαν κι εσένα, θα είχες κερδίσει ακόμα μερικές ανάσες. Έστω λίγες, και λίγο πιο βαθιές.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

φωτογραφία χάρτινη

Cinema Paradiso, 1988


Φωτογραφίες στο κουτί, προσεκτικά διαλεγμένες. Φωτογραφίες σε άλμπουμ, φωτογραφίες στο ντουλάπι, φωτογραφίες στο συρτάρι, φωτογραφίες κάτω απ' το μαξιλάρι, φωτογραφίες μέσα στο βιβλίο, φωτογραφίες στο πορτοφόλι, φωτογραφίες λίγο σκισμένες, φωτογραφίες που χάθηκαν, φωτογραφίες που χαρίστηκαν.  Φωτογραφίες παλιές, φωτογραφίες ξέθωρες, θαμπές, φωτογραφίες κιτρινισμένες απ' τον ήλιο. Φωτογραφίες που καίγονται, χάνονται, καταστρέφονται. Φωτογραφίες πολύτιμες.

Φωτογραφίες πολύτιμες, γεμάτες αναμνήσεις. Φωτογραφίες μοναδικές. Φωτογραφίες σε χαρτί, οι θησαυροί σου σε ένα κουτί. Ο μόνος τρόπος που έχεις να θυμάσαι. Όταν ένα ζευγάρι χωρίζει, μοιράζει τις φωτογραφίες, ακριβώς όπως μοιράζει τα βιβλία, ακριβώς όπως μοιράζει τους δίσκους, τα κουζινικά, τα αντικείμενα του σπιτιού, τα έπιπλα, τα σεντόνια, τις κουρτίνες. Όταν μια φωτογραφία εξαφανίζεται, η ανάμνηση δεν μπορεί παρά να μείνει στη μνήμη και μόνο. Στο μυαλό σου, μόνο, μπορείς να ανατρέχεις διαρκώς σε σκηνές, σε πρόσωπα, σε καταστάσεις, σε ανθρώπους, σε στιγμές. Στο μυαλό σου, μόνο, μπορείς να κρατήσεις την ανάμνηση ζωντανή, να την αλλάξεις, να τη διαλύσεις, να τη σβήσεις και να την ξαναχτίσεις. Όπως εσύ θέλεις, στο μυαλό σου, μόνο.

Κι όταν πιάνεις στα χέρια σου μια τέτοια, παλιά φωτογραφία, το χαρτί έχει παράξενη αίσθηση, τα χρώματα μοιάζουν φανταστικά, οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σαν ήρωες από ταινία πάνω σε φιλμ, καρέ καρέ. Ιστορίες ξεπηδούν και ξεχύνονται, συναισθήματα ορμητικά σε παρασέρνουν, και δεν ξέρεις πια αν αυτό είναι ανάμνηση, όνειρο, πραγματικότητα ή μυθοπλασία. Το μόνο που ξέρεις, να βουλιάζεις βαθιά στις ιστορίες, να δημιουργείς νέες, να ψάχνεις αδιάκοπα για άλλες στιγμές, άλλα καρέ, άλλες φωτογραφίες. Κι όταν ξαναντικρίζεις τις παλιές, εκείνες, τις φυλαγμένες στο κουτί, είναι σίγουρο πως έχουν αλλάξει. Είναι σίγουρο, πως μέσα στο κουτί οι φωτογραφίες από χαρτί έχουν ζωή και κινούνται, και παίζουν κρυφτό, κυνηγιούνται, λερώνουν τα ρούχα τους, σκίζουν τα παπούτσια τους, γεμίζουν λάσπες το σπίτι. Μέσα στο κουτί, οι φωτογραφίες τα βράδια κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, και αφήνουν το αλάτι να σκληρύνει τα μαλλιά τους, να ασπρίσει το δέρμα τους. Κι από τις περιπέτειές τους, τίποτα ποτέ δε σου λένε, μόνο όλα πρέπει να τα βρεις, να τα υποθέσεις, να τα ανακαλύψεις, εσύ. Στο μυαλό σου, μόνο.

Φωτογραφίες πολύτιμες. Σ' ένα μικρό κομματάκι χαρτί, αμέτρητα πίξελ συναισθημάτων. Φόβοι, ευτυχίες, χαμόγελα, ελπίδες, θυμοί και απογοητεύσεις, είναι όλα στριμωγμένα σ' ένα μικρούλι, γυαλιστερό, κομματάκι χαρτί. Τέτοιο, που όμοιό του δε θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει. Φωτογραφίες μοναδικές, όπως οι στιγμές σου.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

λέξεις

Γράφετε πολύ όμορφα.
Δε νομίζετε πως είναι κάπως αδιάκριτο να κοιτάτε τα γραπτά των άλλων;
Ίσως. Αλλά και πάλι, δε νομίζετε πως είναι κάπως προκλητικό να γράφετε με τόση θέρμη μπροστά σε κόσμο;




Σκούπισε το δάκρυ που έτρεχε από το μάγουλό της, βιαστικά, και γύρισε προς το μέρος του. Τόση ώρα δίπλα της και δεν του είχε ρίξει ένα βλέμμα. Αφράτα, φουσκωτά, πάλλευκα συννεφάκια περνούσαν έξω απ' το παράθυρο. Στη θέα τους, χιλιάδες μελαγχολικές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό της. Για να τις αποφύγει είχε ξεκινήσει να γράφει, ήθελε να ξεχαστεί, να βουλιάξει σε μια άλλη ιστορία. Έγραφε, μα κάθε τόσο μια τόση δα στενοχώρια της ανέβαινε στα χείλη, να φωνάξει δεν μπορούσε, κι απέστρεφε το βλέμμα. Μακριά, στον ορίζοντα. Πίσω στα λευκά της συννεφάκια, χανόταν στην απέραντη αθωότητά τους. Κι ένα δάκρυ κυλούσε αργά στο χλωμό της μάγουλο.
Εκείνος χαμογέλασε. Ήταν καθαρός, απλός και ήρεμος. Μια μικρή ρυτίδα φώτισε το πρόσωπό του, εκεί, ακριβώς κάτω από το αριστερό του μάτι.
Σκέφτηκε πως κι εκείνη κρυφοκοίταζε συχνά τα βιβλία των διπλανών της. Διάβαζε πάνω πάνω το συγγραφέα, τον τίτλο, κι έπειτα δύο αράδες από την ανοιχτή σελίδα. Της άρεσε να παρατηρεί σχολαστικά το πρόσωπο, τα χέρια, τα ρούχα, την έκφραση. Της άρεσε να συνδυάζει τον άνθρωπο με το βιβλίο του, κι έπειτα να φαντασιώνεται το περιεχόμενο του βιβλίου και το περιεχόμενο της ζωής του. Να κάνει υποθέσεις.
Μετά από μερικά δευτερόλεπτα υγιούς σιωπής, εκείνος την περιεργαζόταν ακόμη. Τα χέρια της, τη μελαγχολία στις πυκνές της βλεφαρίδες, τα αθώα της συννεφάκια. Προσπαθούσε να την αποδομήσει, να την καταλάβει και να την ανασυνθέσει.
 
Γυρίζω πίσω., του είπε σχεδόν αδιάφορα, και συνέχισε να βουλιάζει στα λευκά της σύννεφα.
Ένα χαμόγελο έλαμψε ξανά στο πρόσωπό του. Σχεδόν αδιάφορα, βάλθηκε να παρατηρεί τα σχήματα που έφτιαχνε το γάλα καθώς βυθιζόταν στο ζεστό, μουντό καφέ του. Με την άκρη του ματιού του, οραματιζόταν πως της έκλεβε το τετράδιο. Να της κλέψει τις λέξεις, αυτό ήθελε.
Όλα θα γίνουν, απλά και ήρεμα, σκέφτηκε.

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

το κακοψημένο ραβανί και ο φαντασιακός μουσακάς


O Λύκος προσπαθεί να μετατρέψει την κουζίνα του στρατού σε ζαχαροπλαστικό εργαστήρι (στρατιωτικής) πειθαρχίας. Γιες Γιου Κεν! Αυτό είναι το σύνθημα. Ραβανί; Ραβανί. Για πόσους; Για όλο το λόχο; Μια χαρά, θα το κανονίσουμε κι αυτό. Με τις μπάντες, με τα μπούνια, ορμάμε και θα κατακτήσουμε τον κόσμο! Τι; Πώς; Δεν πάμε από εκεί; Από την άλλη είναι; 
Μερικές γάζες και δύο ράμματα μετά, ο Λύκος τοποθετεί όλο περηφάνια το σημαιάκι του στην κορυφή του βουνού Μαγειρλάια, και αγναντεύει την επόμενη κορυφή. Βάζω στοίχημα ότι η επόμενη λιχουδιά ήταν μουσακάς για όλο το στράτευμα. Ασφαλώς, με τις μελιτζάνες τηγανισμένες μία προς μία, όλο προσοχή και καμάρι. Κι αν έπεσε μέσα στο καζάνι με την μπεσαμέλ προσπαθώντας να την ανακατώσει με το αυτοσχέδιο υπερμέγεθες χτυπητήρι, δεν πειράζει. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να δοκιμάσει τις ιδιότητες του μίγματος, άνωση, τριβή, ευκολία ροής... Και στη συνέχεια πρόσθεσε άλλο ένα σημαιάκι, στο Όρος Μουσάκειον.
Εκεί πιστεύω πως είναι που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Έζησα τα παιδικά μου χρόνια στο Όρος Μουσάκειον, χαμένη ανάμεσα σε βελούδινες γλυκόπικρες πεδιάδες χρώματος μελιτζανί, τραγανά πεδία χρυσαφένιας απόλαυσης και σωρούς από μικρά βραχάκια τυλιγμένα σε κατακόκκινη ηφαιστειακή λάβα και διανθισμένα με καταπράσινα ευωδιαστά μπουκετάκια μαϊντανού, περιμένοντας την απαλή χιονοστιβάδα που τυλίγει τα πάντα στο πέρασμά της, σε ένα γλυκό, απολαυστικά παχύ, στρώμα παιδικότητας. Ίσως και να μην πρόσεξα το Λύκο που τοποθετούσε αποφασιστικά το σημαιάκι του κατακτητή στο Όρος Μουσάκειον, παραδομένη καθώς ήμουν στις απέραντες ομορφιές του τοπίου, όμως είμαι σχεδόν σίγουρη ότι πέρασε από εκεί.
Στο Όρος Μουσάκειον επιστρέφω συχνά, είναι το καταφύγιό μου. Είναι το απόλυτο σύμβολο του κυριακάτικου φαγητού, που μυρίζει οικογένεια, θαλπωρή, ζεστασιά και παρηγορητική τρυφερότητα. Τόσο απλό, τόσο παιδικό, τόσο συμπυκνωμένο, γεμάτο ομορφιές και αρώματα και χρώματα, το Όρος Μουσάκειον είναι αναμφίβολα το καλύτερο μέρος που μπορεί να ζει κανείς.
Σχεδιάζω να επισκεφτώ ξανά το Όρος Μουσάκειον. Ή μάλλον όχι να το επισκεφτώ, να το αναδημιουργήσω. Κομματάκι κομματάκι, σταγόνα σταγόνα, ανακατεύοντας και χτυπώντας απολαυστικά την άσπρη χιονοστιβάδα, φυτεύοντας τα πράσινα ματσάκια, στρώνοντας ένα ένα τα καφετιά βραχάκια, ξεδιπλώνοντας τις πεδιάδες, γυαλίζοντας με λάδι τα τραγανά πεδία, περιχύνοντας με καυτή λάβα τα πάντα.
Το πότε είναι άγνωστο, μα δεν αργεί, δεν αργεί.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

παράνοια



Κατέβα! είπε ο οδηγός με τόνο επιτακτικό. Κατέβα τώρα αμέσως!
Εκνευρισμένος μέσα στο καλοκαιρινό σούρουπο του φθινοπώρου, ο οδηγός συνέχισε να μουρμουρίζει, στη γλώσσα των δυσάρεστων δυσανασχετημένων μουρτζούφληδων ανθρώπων που δεν ξέρουν τι τους φταίει. Που νομίζουν ότι όλα τους φταίνε, όλα μα όλα, κι είναι τόσο κρίμα που βρίσκονται στην κόλαση της πραγματικότητας ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται σε έναν παράδεισο ευταξίας, ευνομίας και ευημερίας.
Τα χοντρά του, νευρικά και αγύμναστα, δάχτυλα πλησίασαν με νεύρο και πάτησαν σαστισμένα το κόκκινο κουμπί, με μανία, σαν να έλιωναν μια σιχαμερή κατσαρίδα. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια έκφραση απέχθειας και υπεροψίας, ενώ τα κουμπιά του γαλάζιου πουκαμίσου του αντιστέκονταν μετά βίας στις πιέσεις του υπερταϊσμένου στομαχιού του. Νομίζω πως ανυπομονούσε να φτάσει στο σπίτι, να ανοίξει ένα κουτί μπίρα και να χυθεί στον καναπέ, με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι και ένα κομματι πίτσα στο χέρι, εν αναμονή του ματς.
Δεν ξέρω αν είχε ματς σήμερα. Κι αν δεν είχε όμως, δεν πειράζει. Το ματς θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τις ειδήσεις, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην εξέλιξη της σκηνής. Κάτι να κινείται, κάτι να ακούγεται, κάτι. Κάτι να υπάρχει, κι από μέσα να σβήνουν οι ήχοι ενός νοικοκυριού. Το πλυντήριο πιάτων, ο απορροφητήρας, λίγες φωνές στο μισοσκόταδο, τα παιδιά που ετοιμάζονται για την έξοδο της Παρασκευής. Μια διάχυτη ακαταστασία. Τα ρούχα πεταμένα στο σαλόνι, απομεινάρια μιας μέρας δυσάρεστης, λυπημένα κουρέλια. Και ένα πιάτο με το μισοφαγωμένο γλυκό να στέκει ξεχασμένο στον πάγκο της κουζίνας.
Ο οδηγός κορνάρει, κορνάρει και φρενάρει απότομα. Φωνάζει ξανά, βγάζει το χέρι από το παράθυρο και χειρονομεί βρίζοντας αθυρόστομα. Νομίζει πως ήδη είναι στο γήπεδο, μόνο που του λείπει η μπύρα απ' το χέρι και γι' αυτό ανακατεύει τα δάχτυλά του νευρικά, ψάχνει το λεβιέ και αλλάζει ταχύτητα. Άει σιχτίρ! Οι ανυποψίαστοι επιβάτες, ξαφνιασμένοι, προσπαθούν να κρατηθούν. Σαν σαρδέλες τυποποιημένες σε βαζάκι με κενό αέρος, αναπνέουν στιγμιαία ο ένας το άρωμα του άλλου, και επαναφέρονται βίαια σε μια θέση ισορροπίας.
Εκείνος, ατάραχος. Δηλαδή ταραγμένος, αλλά στο δικό του πάντα μήκος κύματος. Αλλάζει συχνότητα στο θόρυβο που ονομάζει ραδιόφωνο μέσα στην κίνηση, και μια παθιασμένη φωνή αναλύει αγανακτισμένη. Το ματς! Α, όχι, είναι πολιτικός σχολιασμός, συγγνώμη, μπερδεύτηκα. Ζοχαδιασμένος, γυρίζει απότομα το τιμόνι λες και βρισκόταν στα συγκρουόμενα του λούνα παρκ. Ένας ποδηλάτης παραπαίει, ξυρίζοντας το πεζοδρόμιο με έναν ελιγμό.
Δίπλα στο νευρικό του μπράτσο, ένα μαύρο, ακριβό κράνος. Όχι ότι ξέρω από κράνη, τα ακριβά πράγματα όμως ξεχωρίζουν εύκολα. Μηχανή, λοιπόν. Στοιχηματίζω κάτι ακριβό και γυαλισμένο, μεγάλου κυβισμού - για να μπορεί να τον σηκώνει, φαντάζομαι. Ακριβό ήταν και το πουκάμισό του, άλλωστε. Ασυνήθιστα ακριβό για οδηγό, ασυνήθιστα καλοσιδερωμένο. Όχι με το μεράκι μιας παραδοσιακής νοικοκυράς που χρησιμοποιεί Μέριτο, επαγγελματικά καλοσιδερωμένο.
Έτσι εξηγούνται πολλά. Ο οδηγός μας δεν είχε πάρει τη θέση επιβάτη, ή κι αν κάποτε την είχε πάρει, είχε φροντίσει να απωθήσει το γεγονός στα ενδότερα δωμάτια της μνήμης και να τριπλοκλειδώσει την πόρτα. Τώρα, από θέση ισχύος, στο ψηλό του κάθισμα με τις αναπαυτικές αναρτήσεις, οχυρωμένος πίσω από το μεγάλο του τιμόνι, επιτελούσε το υψηλό έργο της μεταφοράς ποταπών ανθρωπακίων χωρίς πρόσωπο. Ο οδηγός είναι ανώτερος από τους επιβάτες, μα φυσικά. Καπετάνιος στο υπερωκεάνιό του, που δαμάζει τα αγριεμένα κύματα των λεωφόρων και ανοίγει δρόμους μέσα από επιθετικούς ποδηλάτες και απειλητικούς πεζούς.
Μπορούσε έτσι και φώναζε Κατέβα αμέσως! Γρήγορα, γαμώτι μου, κατέβα! σε όποιον αυθάδη γεράκο προσπαθούσε να γραπωθεί στο χερούλι της πόρτας, καθώς προσγείωνε αβέβαια το πόδι του στη ζούγκλα της ασφάλτου. Κι όσο για τις εναπομείνασες σαρδέλες, καλά θα κάνετε να συμμορφωθείτε, αν θέλετε (κάπως, κάπου) να φτάσετε.
Α! Κι αν έχετε τίποτα όμορφες, ανάλαφρες και νεφελώδεις σκέψεις, κομμένες κι αυτές. Εδώ υπάρχει μόνο θόρυβος, θόρυβος, παράνοια και βαθιά θλίψη.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

όταν ήμουνα μεγάλη...


για τα δύο μικρά μου αστεράκια

-Όταν γίνω μεγάλη και εσείς θα γίνετε μικροί, θα σας π(ρ)οσέχω εγώ και θα σας βάζω για ύπνο.
-Α, θα γίνουμε μικροί;
-Ναι.
-Ποιός θα γίνει μικρός;
-Η μαμά κι ο μπαμπάς, που είναι τώρα μεγάλοι.
-Κι εγώ;
-Ε, εσύ, τίποτα, γιατί είσαι λίγο μεγάλη και λίγο μικρή.
-Α.
-Και ξέρεις, όταν ήμουνα μεγάλη και πήγαινα τρίτη δημοτικού, είχα μια φιλενάδα που μου είπε...

Αλήθεια, γλυκειά μου, ήσουν κάποτε μεγάλη. Και ζούσες ευτυχισμένη σε ένα σπίτι με κήπο, και είχες τρία παιδάκια, και μετά πήγες στο πανεπιστήμιο και έκανες διπλωματική, και μετά είχες ένα ποδήλατο και έκανες βόλτες με τους φίλους σου, και πήγαινες διακοπές και μετά διάβαζες πολύ και μετά πήγες και στο νηπιαγωγείο και έγινες μικρούλα.

Έχει πλάκα αυτή η θεώρηση του χρόνου. Μέσα σε ένα απέραντο χωροχρονικό τοπίο, η ζωή κινείται ελεύθερα, με άνεση, και μπορεί να μεταφέρεται απροειδοποίητα από το ένα στιγμιότυπο στο άλλο, από το παιδικό παιχνίδι στη νεανική παρέα, από εκεί ξανά πίσω στην κούνια, κι ύστερα στα σχολικά θρανία, κι έπειτα στην ενήλικη σοβαροφάνεια της δουλειάς, στο σκίρτημα του πρώτου ραντεβού και στα εγγονάκια με τα γυαλιστερά τους μάτια. Έτσι, δεν υπάρχει μέλλον, ούτε παρελθόν. Όλα τα στιγμιότυπα του εαυτού μας, ζουν ανάμεσά μας, συνεχώς. Υπάρχει μόλις ένα απέραντο παρόν, με άπειρες δυνατότητες.

Άπειρες δυνατότητες, άπειρες μορφές ύπαρξης, άπειρες πιθανές εκδοχές της μιας και μόνης ζωής. Ο γραμμικός χρόνος εξαλείφεται και αμέτρητοι δρόμοι ανοίγονται, μπροστά και πίσω, προς όλες τις κατευθύνσεις. Όταν είσαι μικρούλα, μπορείς να ταξιδέψεις ελεύθερα και να τους περπατήσεις όλους. Μεγαλώνοντας πάλι, μου φαίνεται πως σου αρέσει να φαντάζεσαι πως τα περισσότερα μονοπάτια είναι δύσβατα.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

αστάθεια


Κάπου, σε μια χώρα μυστική και μακρινή, ήταν μια πόλη στερεωμένη πάνω σε πασσάλους στο νερό. Πάσσαλοι ψηλοί και γέρικοι, σαν ξυλοπόδαρα, έφταναν ως τα σύννεφα, εκεί που μόλις αχνοφαίνονταν οι κορυφογραμμές των βουνών που περιέβαλλαν τη λίμνη. Μια ομίχλη αραιά και θαμπή τύλιγε τα πάντα στο ζεστό της χνώτο, και τα σπίτια πρόβαλλαν και χάνονταν, σαν ακουαρέλες ξεπλυμένες στη βροχή, με σβησμένα, ξέπνοα χρώματα. Τα ξυλοπόδαρα βυθίζονταν αργά στο βυθό της λίμνης, που τα κατάπινε βασανιστικά, θάβοντάς τα στην υγρή του άμμο. Κάθε βήμα σ' αυτήν την πόλη, προκαλούσε μια σειρά αλυσιδωτών κινήσεων, οι ξύλινες πλατφόρμες, υπό το βάρος του βηματισμού, έθεταν σε κίνηση τα ξυλοπόδαρα, ξεκινούσαν μια ταλάντωση που απλωνόταν σταδιακά και συγκρουόταν με ταλαντώσεις άλλων βηματισμών, μέχρι το σύστημα να βρει μια νέα θέση ισορροπίας.
Εκεί, οι κάτοικοι ήξεραν πως κάθε βήμα, κάθε κίνηση, κάθε λέξη, ίσως και κάθε σκέψη, έσερνε πίσω της ένα σωρό αναμπουμπούλες, ανακατωσούρες κι ανακατανομές. Ίσως, απελπισμένοι, προσπαθούσαν να πιαστούν ο ένας από το μανίκι του άλλου, να κρεμαστούν από το κορδόνι ενός παπουτσιού, και να ανέβουν στη στέγη για να φωνάξουν βοήθεια. Μάταια, αφού τριγύρω είχε μόνο βουνοκορφές, ομίχλη και σύννεφα. 

Κάποιο πρωί, ξύπνησες νωχελικά ανάμεσά τους και δειλά προσπάθησες να σηκωθείς. Ψηλαφίζοντας στην υγρή ομίχλη, δοκίμασες να βρεις την έξοδο, μα παραπαίοντας για ώρες πάνω σε κινούμενες πλατφόρμες, μισογκρεμισμένες καμινάδες και θολούς ανθρώπους, βρέθηκες κάτω, να κοιτάζεις τα ήρεμα νερά της λίμνης, με την ανήσυχη αντανάκλαση της ασταθούς πόλης. Χωρίς να το πολυσκεφτείς, έκανες τη βουτιά, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις ότι η έξοδος από εκείνη τη χώρα που νόμιζες μαγική και ανίκητη, περνούσε από το βυθό της λίμνης. Στον πάτο της Αστάθειας, άκουσες, ίσως, τους ήχους της να πάλλονται ξανά, μα είχες ήδη βυθιστεί στην υγρή άμμο.

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

να 'μουν πουλί, να πέταγα ψηλά

Για κάποιες φορές που αναζητείται μια κορυφή...



Σε ποιο βουνό απόψε που πονώ,
θα πάω να βρω τ' αθάνατο νερό.
Σε ποια οξιά θα βρω τη μοναξιά,
σε ποια πηγή θα γειάνω την πληγή.

Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.
Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.

Να 'μουν πουλί να πέταγα ψηλά,
τους στεναγμούς να ρίξω χαμηλά.
Πικρός καημός, τετράδιπλη χαρά,
να 'σαι φτωχός με πλούσια καρδιά.

Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.
Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

μια άθραυστη διάφανη φούσκα

Προσπαθείς να ισορροπήσεις στην τομή δύο κόσμων. Αυτού που είναι γύρω σου και του άλλου που βρίσκεται μέσα σου. Στο μυαλό σου, χιλιάδες εικόνες ασταμάτητα αναδημιουργούνται, χιλιάδες σκέψεις διαρκώς αναφλέγονται, χιλιάδες άπιαστοι κόσμοι γεννιούνται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν κάθε λεπτό.
Κι είναι φορές που οι διάφανοι μέσα κόσμοι αποκτούν υπόσταση, αυξάνονται και δυναμώνουν, ζωντανεύουν σαν ειδικά εφέ από ταινία φαντασίας, ξεπερνούν τα όρια του σώματός σου και σε περιβάλλουν, σε περικυκλώνουν, σε προστατεύουν, σε σφίγγουν απαλά. Κι είναι φορές που η στιβαρή πραγματικότητα του εξω κόσμου αλλοιώνεται και απομακρύνεται, λιώνει αργά σαν πάγος σ' ένα λακκάκι με καυτή άμμο κι εσύ τη χαζεύεις αργά, αργά και ήρεμα καθώς συρρικνώνεται μπροστά σου.
Στους δυο σου κόσμους, δεν έχεις την ίδια θέση. Κι αν στον αληθινό και μεγάλο έχεις το ρόλο θεατή, στον ψεύτικο και μικροσκοπικό είσαι ο πρωταγωνιστής. Κι αν το ένα σκηνικό ετοιμάζεται να σε ρουφήξει και να σε καταπιεί ενώ βρίσκεται μέσα σου, το άλλο το βλέπεις αδρά να απομακρύνεται ολόκληρο ενώ βρίσκεται παντού τριγύρω.
Κάτι τέτοιες φορές, μια άθραυστη διάφανη φούσκα σε κλείνει μέσα της και σε ανεβάζει ψηλά ψηλά, εκεί που μπορείς πια να διακρίνεις τις κορυφογραμμές, τα αστέρια και τα βουνά. Μα δεν ξέρεις, δεν μπορείς πια να διακρίνεις, τα όνειρα. Κάποιο μαγικά σ' έχει κλέψει και δυσκολεύεσαι, δε θέλεις να ξυπνήσεις.


επιστροφή

[Joan Miró, Bleu II, 1961]

Κάθε φορά που σε κοιτάζω, γίνομαι κι εγώ μια μαύρη κουκκίδα που επιπλέει δίπλα στη δική σου. Μέσα στη δική σου θάλασσα αναγνωρίζω στεριές και απύθμενα βάθη, ανεξερεύνητους βυθούς, επιθυμίες και φόβους. Στα δάκρυά σου κολυμπώ, κι είναι η αλμύρα τους τόσο ζεστή που με τυλίγει σφιχτά και με παρηγορεί σαν παραμύθι της γιαγιάς. Κι είναι η ίδια αλμύρα αυτή που συναντάω στο γέλιο σου, αγαπημένε, και το φως της με τυφλώνει γλυκά, σαν ήλιος καλοκαιριού το σούρουπο στην παραλία.
Κάθε φορά που σ' αγκαλιάζω, απαλλάσσομαι από τα ρούχα που καιρό φορούσα και δοκιμάζω για λίγο να εκτεθώ γυμνή. Κι ύστερα, δοκιμάζω δειλά καινούρια φορέματα και επιπλέω ξανά σαν άλλη μαύρη κουκκίδα στο απέραντο μπλε. 
Ίσως, κάποια μέρα, καταφέρω να γίνω η κουκκίδα που ξεστράτισε ψάχνοντας να βρει το δικό της ολόθερμο ήλιο. Και κάπως, σε κάποια χρονική στιγμή, ίσως, σε κάποιο σημείο, συναντηθούν οι ήλιοι μας και μπορέσουμε να κοιταχτούμε ολόγυμνοι και να αγκαλιαστούμε ολόγυμνοι κι έτσι χαμογελαστοί να αποκοιμηθούμε στη θέρμη.
Και τότε, αγαπημένε, μπορεί να γίνουμε μια κόκκινη μυστηριώδης γραμμή στην ανεξερεύνητη θάλασσα, ένα μικρό όριο στον ατελείωτο ορίζοντα.

(μια μικρή εσωστρεφής επιστροφή εδώ)