Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2012

ήρθε, η στιγμή που όλοι περιμένατε!

Είναι κάποια πράγματα στη ζωή, κάποιες στιγμές, που περιμένεις πώς και τί, ανυπομονείς, φαντασιώνεσαι, ονειρεύεσαι, τελειοποιείς ξανά και ξανά. Ίσως και από φόβο, από δέος για το πρωτόγνωρο, το άγνωστο. Όπως η στιγμή που θα μείνεις μόνος σου, όπως η μέρα που θα περάσεις στο πανεπιστήμιο, όπως η πρώτη σου φορά, όπως το πρώτο σου μεγάλο ταξίδι, όπως όταν θα κάνεις παιδί, όπως η μέρα της αποφοίτησής. Όπως τώρα.
Είναι που τις έχεις ζήσει τόσο πολύ, ξανά και ξανά στο μυαλό σου αυτές τις μέρες, που θα 'θελες να είναι λίγο μεγαλύτερες. Είναι που σου φάνηκαν τόσο πολλές, τόσο μεγάλες οι εκδοχές, που θα 'θελες τώρα να ήταν όλα λίγο πιο σύνθετα. Μα πάνω απ' όλα είναι που πίστεψες ότι οι μεγάλες στιγμές κυλάνε διαφορετικά. Είναι που νόμισες ότι όλα θα γίνονταν τελετουργικά, αργά, φωτεινά και κινηματογραφημένα, μ' εσένα να παρακολουθείς από μια άκρη, νηφάλια και χαμογελαστά.
Κι όμως, όχι. Όλες οι μέρες είναι ίδιες. Κι εσύ είσαι πάντα μέσα στο πλάνο, ποτέ στη θέση του σκηνοθέτη, ούτε καν στου θεατή. Κι ο χρόνος, κι ο χώρος, είναι μικρός, και δε σε χωράει. Δε χωράει τις φαντασιώσεις σου. Και δε συγχωρεί, ούτε αφήνει περιθώρια για επανεγγραφές. Απλώς υπάρχει, απλώς περνάει, αμείλικτα. Αμείλικτα γρήγορα. Και ψάχνεις να βρεις το pause, για να απολαύσεις τη στιγμή, μα έχεις χάσει το κοντρόλ. Και όλα απλώς συμβαίνουν, κι εσύ απλώς συμμετέχεις, δε σταματάς, τρέχεις, μόνο μπροστά.

Και φοβάσαι πως σε λίγο όλα θα έχουν γίνει αφρός στη μνήμη. Και τα "θα" του παρελθόντος θα έχουν μετατραπεί σε "αν". Χωρίς να το έχεις καταλάβει, τα όνειρα θα έχουν γίνει νοσταλγικές αναπολήσεις.


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

στο βάθος θάλασσα

ή αλλιώς, θα πάρω τα βουνά

Με χιονόνερο, δυνατό δυνατό αέρα και κρύο που να κάνει τα χείλη σου να μουδιάζουν, μια βόλτα πολύωρη στα βουνά της πρωτεύουσας είναι ό,τι πρέπει. Περπατώντας, εννοείται. Με καλή παρέα και υπέροχη διάθεση, η γρίπη της επόμενης μέρας είναι δεδομένο που διόλου δε σε απασχολεί. 

Ναι, είναι αλήθεια, το κρύο αναζωογονεί και τονώνει το δέρμα. Είναι αλήθεια, ο παγωμένος αέρας που διαπερνάει το μυαλό σου, το λαιμό σου, τα ρουθούνια σου, σε κάνει να ξυπνήσεις. Να ξυπνήσεις, να αναρωτηθείς και να αποφασίσεις, να εκτιμήσεις, να γελάσεις και να κλάψεις. Κι όταν πια, εκεί στην κορυφή, οι ηλιαχτίδες βρίσκουν το δρόμο τους ανάμεσα απ' τα σύννεφα και φτάνουν στο κατεψυγμένο σου κορμί, κι εκείνη την ώρα, στο βάθος, πάνω από την άσχημη ατελείωτη πόλη, βλέπεις λίγη ομιχλώδη θάλασσα, τα καραβάκια που ακόμα εκεί, ταξιδεύουν σε πείσμα των καιρών, σου στέλνουν μια αχτίδα ευτυχίας, μια στιγμιαία λάμψη.


Ναι, θα πάρω τα βουνά. Και αν θέλεις, θα κοιτάξουμε μαζί το ηλιοβασίλεμα, μέχρι τη θάλασσα.

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

πρωτοχρονιά παραμονή


ποίηση Γιώργου Ανδρέου

Πρωτοχρονιά παραμονή
-σε βλέπω που κοιμάσαι
στου ονείρου σου τη μουσική
ευτυχισμένος νά`σαι.
Τον ύπνο σου ζεσταίνουνε
-κι ας είναι η νύχτα κρύα
τα δώρα που σε καρτερούν 
από την Καισαρεία.

Για σένα ο κόσμος κι ο καιρός
δεν λιώνουν σαν τους πάγους.
Έχεις Χριστό και Παναγιά,
αστέρι και τρεις μάγους.
Έχεις το ψέμα της γιορτής
και τη φωτιά της νιότης.
Πρίγκηπας είσαι και φτωχός,
προσκυνητής και ιππότης.

Πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;
Σε ποιόν το γράμμα σου θα στείλεις
για να ζητήσεις τα παιχνίδια που αγαπάς.
Όταν μονάχος σου στη γη θα περπατάς
παντού κλεισμένες πόρτες πόρτες θα χτυπάς.
Χρήμα και χρόνο πάντα θα χρωστάς
κι αγάπη δανεική θα οφείλεις
πώς να σου πω πως δεν υπάρχει Αγιοβασίλης;

Πρωτοχρονιά παραμονή
-ακόμα ένας χρόνος.
Άλλο ένα βήμα στα τυφλά,
ένας ακόμα πόνος.
Θά`ρθουν πολλά κι άλλα πολλά
ατέλειωτη θητεία
ταξίδι ωραίο η ζωή
σπουδή και μαθητεία.

Να το θυμάσαι, είσαι παιδί
κι αν θες παιδί να μείνεις
κρύψε στη μέσα σου ψυχή
πίσω σου όσα αφήνεις.
Για να τα βρεις έναν καιρό
μπροστά σου φωτισμένα
και μες στης μνήμης τον σωρό
να θυμηθείς κι εμένα.

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

μελομακάρονο σαν παραμύθι

Από την αγαπημένη Άρτεμις.
Καλή απόλαυση!

συναγερμός στην άχνη

Ορδές ζαχαροπλαστών, γκουρμεδόφιλων και ορκισμένων κουραμπιεδολατρών κατακλύζουν από σήμερα το μεσημέρι τα νοσοκομεία του πλανήτη, μετά τη σοκαριστική και ξεδιάντροπη αποκάλυψη της αλήθειας για την ιστορία του διάσημου χριστουγεννιάτικου γλυκίσματος. Εμφανίζουν συμπτώματα οξείας νευρικής κρίσης, παραληρήματος και γενικής κατάρρευσης, ενώ οι γιατροί δηλώνουν αδυναμία να τους συνεφέρουν. Στις ψυχιατρικές κλινικές γίνονται αγωνιώδεις προσπάθειες να στεγαστούν οι νέοι ασθενείς, χωρίς να διαταράξουν την ήδη εύθραυστη ισορροπία των τροφίμων ψυχασθενών.
Η κρίση πανικού αρχίζει να εξαπλώνεται με γοργό ρυθμό, μέσα και έξω από τα νοσοκομεία, ενώ ταυτόχρονα καταγράφονται περιπτώσεις λιποθυμίας στη θέα ή στο άκουσμα του κουραμπιέ. Δεν είναι λίγες μέχρι στιγμής οι περιπτώσεις ατυχημάτων εξαιτίας του ισχυρού σοκ κατά τη συνειδητοποίση της αλήθειας.
Η απομυθοποίηση της λαχταριστής λιχουδιάς επηρεάζει ακόμα και τα παιδιά, που δηλώνουν ότι φοβούνται να βγουν για τα κάλαντα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, μήπως και κάποιος αθεόφοβος χαιρέκακος κακούργος τα κεράσει τον -απαγορευμένο πια- κουραμπιέ. Τα χαρούμενα τριγωνάκια φέτος θα σωπάσουν, βυθισμένα σε βαθιά θλίψη και αγωνία. Φημολογείται πως πίσω από αυτό το γεγονός κρύβεται η σατανική μάγισσα Φρικαντέλα, που νομίζει πως με αυτό το υποχθόνιο κόλπο βρήκε επιτέλους τον τρόπο να απαλλαγεί από τα κάλαντα. Ειδικοί μυστικοί πράκτορες ερευνούν την κατάσταση.
Ταυτόχρονα, χωρίς βασιλόπιτα και χωρίς ψωμί φαίνεται πως θα μείνουν αυτήν την Πρωτοχρονιά χιλιάδες οικογένειες, αφού ο ένας μετά τον άλλο οι φούρνοι κλείνουν, ελλείψει προσωπικού. Τσαρλατάνοι ψευτομάγειρες επιχειρούν να θησαυρίσουν πουλώντας γιαλαντζί ψωμάκια, ενώ στη μαύρη αγορά ανάρπαστες γίνονται οι λίγες βασιλόπιτες που υπήρχαν στα καταστήματα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά δεν είναι παρά μόνο μερικά από τα αποτελέσματα της σημερινής αποκάλυψης. Οι Αρχές καταστρώνουν σχέδιο καταπολέμησης πιθανών καταστροφικών συνεπειών.
Καταζητείται ο δημοσιογράφος Λαζαρολύκ Μεγαλοστοματίκ, ενώ άγνωστες ακόμη παραμένουν οι πηγές του. Έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης, με τις κατηγορίες της ανεύθυνης διάδοσης απόρρητων πληροφοριών και της ανεπανόρθωτης κατάλυσης του Μύθου των Χριστουγέννων.

Don Curabiatto

Με αφορμή το Στόμα του κακού Λύκου: El Kurabiero

Οι πραγματικοί κουραμπιέδες πήραν το όνομά τους από τον Ιταλό κόμη Don Curabiatto, που ήταν γνωστός για τις γαστρονομικές του ευαισθησίες και τα συμπόσια στην αυλή του ήταν μυθικά. Μάγειρες και ζαχαροπλάστες από όλα τα μέρη του κόσμου ένωναν τις δυνάμεις τους, σε μια πανδαισία γεύσεων, χρωμάτων και μεθυστικών μυρωδικών.
Μάλιστα, φήμες λένε ότι η όλη ιστορία με το μεξικανό Kurabiero είναι πλαστή και οι μαϊμού κουραμπιέδες φτιαγμένοι μόνο και μόνο για να σαμποτάρουν το αληθινό ευγενές γλύκισμα.
Αν προχωρήσουμε λίγο ακόμη τις έρευνές μας, ανακαλύπτουμε ότι η έχθρα αυτή ξεκίνησε όταν ο Curabiatto ξεμπρόστιασε το Σικελό μαφιόζο παππού του τρομοκράτη, τον κακόφημο χοντρό Kurabiedonni. Μετά από αυτό το γεγονός, εκείνος μετανάστευσε στο Μεξικό για να γλιτώσει και να ξεφύγει από τη λοιδορία των συνεργατών του. Εκεί στην εξορία, δίδαξε στον εγγονό του την τέχνη της εκδίκησης.
Βέβαια, όλα αυτά είναι εικασίες που ερευνώνται ακόμη, αλλά η δικαιοσύνη δε θα αργήσει να κάνει τη δουλειά της και να αποκαταστήσει το όνομα και την υπόληψη του γιορτινού πειρασμού.

Καλή όρεξη, φάτε άφοβα! Φροντίστε μόνο να βγείτε και καμιά βόλτα στο κρύο για να μη σας βρει ο νέος χρόνος τετράπαχους και κολλημένους σε στρώσεις ζάχαρης, επάνω στο τραπέζι!

έρωτας άνευ όρων


Γλυκιά παράδοση στα χέρια του εραστή, παθιασμένα φιλιά, αξεχώριστα σώματα, μπλεγμένα σε ένα ατέλειωτο παιχνίδι γεύσεων, αισθήσεων, υφών και αρωμάτων.

Κουραμπιέδες, ασφαλώς. Το απόλυτο χριστουγεννιάτικο γλύκισμα, απόλυτα χειμερινό, απόλυτα ζεστό, απόλυτα ευωδιαστό, απόλυτα εύγευστο. Άρωμα βανίλιας, διακριτικά ποτισμένο από καβουρντισμένα αμύγδαλα, βελούδινη γεύση αγνού μυρωδάτου βουτύρου, με επίγευση αφράτης κατάλευκης ζάχαρης άχνης.
Νυχτερινή παρασκευή κουραμπιέδων με συνοδεία καλής μουσικής και χαμόγελου είναι η απόλυτη ευτυχία των γιορτών. Εκεί, που η καρδιά πλημμυρίζει έρωτα, τον άνευ όρων έρωτα των απλών υλικών, που οδηγεί σε μια σχεδόν παιδική μπισκοτένια γεύση, αλλά εξευγενισμένη και κολασμένα νόστιμη, προκλητική για όλες τις ηλικίες.
Εκεί, είναι που θέλεις να χιονίζει και η πόλη να είναι γεμάτη φωτάκια και να έχει χρώμα ασπρόμαυρο και να ξεχωρίζουν μέσα στη νύχτα μόνο τα πολύχρωμα τρυφερά κασκόλ των ανθρώπων. Ίσως, κάπου μακριά, να νιώσεις πως είδες την άκρη ενός έλκηθρου που γλιστρούσε απαλά στο σκοτάδι...

Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2011

ο αγιοβασιλάκος


Δεμένος με τα Χριστούγεννα, από τότε που τα θυμάσαι. Αυτός ο φτηνός αρκουδάκος με το σάκο των γιορτινών παιχνιδιών είναι ο αγιοβασιλάκος σου. Ενσαρκώνει το πνεύμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τον έψαχνες πάντα, ανάμεσα στα στολίδια, τον έβρισκες με χαρά και τον κρεμούσες πρώτο πρώτο, σε εξέχουσα θέση στο δέντρο. Ήταν το γούρι, η βεβαιότητα ότι ο Άη-Βασίλης θα ερχόταν και πάλι, να φάει τον κουραμπιέ, να πιει το λικεράκι και λίγο από το γάλα του και να σου αφήσει ένα δωράκι.
Τώρα, που τα στολίδια εκείνα πια έχουν παλιώσει, καταχωνιαστεί σε ένα κουτί βαθιά στο πατάρι και ξεχαστεί, ο αγιοβασιλάκος επιμένει, σε εξέχουσα θέση, να σου θυμίζει τί ήταν για σένα οι γιορτές. Τί είναι για σένα οι γιορτές. Εκεί, στη λάμψη των πλαστικών του ματιών, αντικρίζεις εκείνον το χοντρούλη με τη μακριά άσπρη γενειάδα που κάθε χρόνο σου υποσχόταν μυστικά πως όλα θα γίνονταν λίγο καλύτερα.
Και συνεχίζει να σου υπόσχεται.

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

η λεηλασία του μουσείου

Παιδικό δωμάτιο. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια παιδικό. Παιδικό δωμάτιο που δεν είναι πια για παιδιά. Παιδικό δωμάτιο που εγκαταλείπεται, δίνοντας χώρο στη φυγή προς μια κάποια ενηλικίωση. Πάντα το δωμάτιο μένει πίσω. Απομένει, ερημώνεται, περιμένει καρτερικά, αφήνεται στην παρακμή του. Ένα λείψανο παιδικού δωματίου, στεγάζει περιοδικά μικρές επιστροφές. Επιστροφές, δηλαδή επισκέψεις. Επιστροφές, δηλαδή σύντομες εξορμήσεις επούλωσης τραυμάτων.

Σε πονάει κάθε επιστροφή. Σε πονάει και σε ανακουφίζει ταυτόχρονα. Σε ελευθερώνει και σε φυλακίζει. Σου θυμίζει αυτά που θέλεις να θυμάσαι, αυτά που κάποτε ήσουν και πια έχεις διώξει μακριά σου, αυτά που θα ήθελες να είσαι και ποτέ δεν έγινες. Σου θυμίζει τις προσδοκίες, τα όνειρα, τα απροσδόκητα όνειρα, την αφέλεια, τα όσα πια ξέρεις πως δεν πρόκειται να γίνουν. Σου θυμίζει αυτά που δε θέλεις να θυμάσαι, σου φτιάχνει υπομνήσεις για το μέλλον, σου επισημαίνει την αξία του παρόντος σου.
Είσαι στο μουσείο σου. Κάθε αντικείμενο και μια ιστορία. Κάθε βιβλίο, κάθε ράφι, κάθε ρωγμή, κάθε παιχνίδι, κάθε μικρή τελίτσα, ένα έκθεμα μόνο δικό σου. Μόνο για σένα μιλάει, μόνο εσύ ξέρεις γιατί είναι τόσο σημαντικό το σπασμένο γλαστράκι από το ξεραμένο κακτάκι να μη μετακινηθεί ούτε χιλιοστό. Μόνο εσύ. Κάποτε, φεύγοντας, άφησες τα πάντα στην ίδια γνωστή θέση πιστεύοντας αφελώς πως θα μπορούσες μια μέρα να συνεχίσεις τη ζωή εκεί που την άφησες, στο ίδιο παιδικό δωμάτιο. Σήμερα, ξέρεις πόση ουτοπία έκρυβε μέσα της αυτή η σκέψη.
Σαν άλλος πειρατής του εαυτού σου, έχεις λαηλατήσει πολλαπλά το μουσείο σου. Στην αρχή, παίρνοντας τα απαραίτητα, τα αναγκαία, αυτά που δεν μπορούσες να αποχωριστείς. Αυτά που αποτελούσαν την ψυχή της καθημερινότητάς σου αλλά όχι την ψυχή του παιδικού δωματίου. Όχι την ψυχή του μουσείου. Έπειτα, λεηλάτησες κι άλλα, αναζητώντας εναγωνίως στάλες οικειότητας και ζεστασιάς στη νέα σου φωλιά, πιστεύοντας αφελώς ότι θα μπορούσες να μεταφέρεις την ατμόσφαιρα που αγαπούσες. Ότι θα μπορούσες να έχεις ένα φορητό χωρικό πεδίο θετικής ενέργειας. Μα όχι, όχι, ούτε αυτό λειτούργησε.
Κι έχεις τώρα απέναντί σου ένα λεηλατημένο μουσείο, που δεν παύεις να λεηλατείς αλλά δεν παύει να είναι μουσείο. Κάπως ιερό και απείραχτο, δεν μπορείς να το διαλύσεις, να κόψεις τα δεσμά, δεν μπορείς να το αλλάξεις, μπορείς μόνο να το λεηλατήσεις κι άλλο. Σιγά σιγά και βίαια, αφαιρώντας του κομμάτια, καταστρέφοντας το χαρακτήρα του, αλλοιώνοντάς το ως το τέλος. Με τύψεις. Πολλές. Και για το ότι το παιδικό δωμάτιο εκφυλίστηκε σε μουσείο και για το ότι το λεηλατείς μέχρι τελικής πτώσης.
Μη γνωρίζοντας τί από τα δύο βαραίνει πιο πολύ, μη γνωρίζοντας αν είσαι περισσότερο συλλέκτης ή πειρατής, παραπαίεις. Και η λεηλασία του μουσείου συνεχίζεται, σε μια παράξενη συνύπαρξη αντικρουόμενων χαρακτήρων.


Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

υπερ-σύνδεση



Joan Baez. Πάντα μου θύμιζε τη Φλέρυ. Μια μετενσάρκωσή της, μυστική, ανεξήγητη. Μια επικοινωνία πλανάται μεταξύ τους, στο μυαλό μου, μια επικοινωνία αιθέρια και τέλεια όσο οι φωνές τους.
Δεν ξέρω αν ποτέ συναντήθηκαν, δεν ξέρω αν ποτέ αντάλλαξαν δυο νότες, δεν ξέρω αν ενέπνευσαν η μία την άλλη. Αυτά τα ξέρουν οι ειδικοί μουσικόφιλοι κι εγώ ασφαλώς δεν ανήκω σ' αυτήν την κατηγορία. Δεν ξέρω αν οι φωνές τους μοιάζουν, αν ταιριάζουν μουσικά, αν έχουν παρόμοιες συχνότητες, παρόμοια τεχνική. Αυτά είναι για τους μουσικούς κι εγώ δε σκαμπάζω ούτε νότα. Εσύ, μουσικέ μου, που διαβάζεις τώρα, πες μου την επιστημονική σου γνώμη.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι νιώθω μια αιωρούμενη, δυνατή και αβέβαιη συγγένεια ανάμεσά τους. Κάθε φορά που τις ακούω και τις βλέπω. Από παιδί.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

μυτούλα που τρέχει και ματάκια δακρυσμένα

Από το συνάχι, φυσικά. Φατσούλα κόκκινη, κατακόκκινη από τον ερεθισμό και φωνή βραχνή σαν νταλικέρη. Με τρίχρονη αφέλεια και μπουκωμένα χάχανα, τρέχουν ασταμάτητα και ακούραστα, χοροπηδάνε, γελάνε, παίζουνε. Πλατύ χαμόγελο με βλέμμα ταλαιπωρημένο και εκδηλώσεις τρυφερότητας. Παναγιωτούλα μου εγώ σ' αγαπάω... Σ' αγαπάω και σε φιλώ!
Μόνο αγάπη ξέρουν να προσφέρουν τα παιδιά. Μόνο αγάπη. Είναι δυνατόν να μη σε κάνουν ευτυχισμένη;

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

η μακέτα που δεν υπήρξε ποτέ


Ένας μήνας. Ένας μήνας μέσα στο υπόγειο. Ένας μήνας πάνω σε σχεδιαστήρια. Ένας μήνας ανάμεσα σε χαρτόνια, πολυκαρβονικές διατομές, ελαστικά καλούπια και πολυεστερικές ρητίνες. Ένας μήνας με μάσκες και γάντια και επικίνδυνες καρκινογόνες ουσίες. Ένας μήνας άπειρης φαιάς ουσίας σπαταλημένης σε τεχνικές τελειότητας μιας αναπαράστασης ενός φανταστικού κτηρίου. Ένας μήνας αϋπνίας και μαύρων κύκλων και κούρασης και ζέστης, μέσα στη σκόνη. Ένας μήνας. Τέσσερις εβδομάδες. Τριανταμία ημέρες. Εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες. Μία μακέτα.

Ενα χρόνο και κάτι αργότερα. Καμία μακέτα. Καμία φωτογραφία. Κανένα τεκμήριο για την ύπαρξη του εξεζητημένου αντικειμένου. Κανένα ίχνος. Η μακέτα αυτή δεν υπήρξε ποτέ. Είναι καταδικασμένη να μείνει στη μνήμη σου, μα μόνο εκεί. Είναι καταδικασμένη να φαντάζει για πάντα προϊόν του εγκεφάλου σου. Έτσι κι αλλιώς, μια μέρα θα περάσει στη λήθη, εκεί όπου δε θα ξέρεις πια αν είναι όνειρο, φαντασία, μύθος ή πραγματικότητα.

Καμία μακέτα. Ή μάλλον, μια μακέτα λιγότερη. Ένας μήνας, τέσσερις εβδομάδες, τριανταμία ημέρες, εφτακόσιες σαράντα τέσσερις ώρες από τη ζωή σου αφιέρωμα ολοκληρωτικό σε κάτι που ποτέ δεν υπήρξε. Αφιέρωμα σε μια μακέτα που ποτέ δε θα υπάρξει, από 'δω και στο εξής.

μακάρι η πτήση της εν λόγω κυρίας μακέτας να ήταν σαν κι αυτήν εδώ

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

καταφύγιο

Όταν οι νύχτες φαντάζουν μεγάλες και κρύες, όταν οι σκέψεις πια δε χωράνε στο μυαλό, όταν οι λέξεις είναι λίγες, όταν το κλάμα δεν έχει πια δάκρυα, όταν το γέλιο μοιάζει ψέμα, όταν οι ώρες γίνονται στιγμές και οι στιγμές αιώνες, όταν οι μνήμες είναι τόσες που πια μετατρέπονται σε αχνή συννεφένια λήθη...
Υπάρχει πάντα ένα σωτήριο καταφύγιο. Πάντα ζεστό και πάντα διαθέσιμο. Μια παλιά αγαπημένη καλή ταινία μπορεί να κάνει θαύματα. Και, να σου πω ένα μυστικό; Αν η μία ταινία δεν αρκεί, μπορείς να δεις και δεύτερη. Ακόμα και τρίτη.

[Woody Allen, Meryl Streep | Manhattan]

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

όνειρο κακό

Εσύ, που πάντα ζεις στο δικό σου κόσμο, εσύ, που πάντα ελπίζεις για το καλύτερο, εσύ, που πάντα πιστεύεις ότι οι δυσκολίες στο περιβάλλον μπορούν μόνο να σε κινητοποιήσουν και να προκύψει μια λάμψη μες στην καταχνιά, εσύ, ξύπνησες με έναν εφιάλτη.
Μέσα στον ιδρώτα και το άγχος, πετάχτηκες με σπασμούς και αναφιλητά. Συνειδητοποίησες ότι ήταν εφιάλτης, όνειρο, φαντασία, πλανεύτρα μάγισσα κακιά. Συνειδητοποίησες και προσπάθησες να το αποτινάξεις από πάνω σου κουνώντας χέρια και πόδια, με απελπισία. Κι όμως, δυσκολεύτηκες να ξυπνήσεις. Βαθιά μέσα σου ένιωσες πως αυτή κατά βάθος είναι η αλήθεια. Με πόνο, αισθάνθηκες αυτήν την πραγματικότητα να σε κυριεύει, να καταπλακώνει τον κόσμο, και τον κόσμο σου μαζί.

Στο όνειρο, βρέθηκες μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο. Αντίκρισες μια εικόνα παρακμής, ερήμωσης, κούρασης και εγκατάλειψης. Δε διέφερε πολύ από την εικόνα που βλέπεις στην τηλεόραση. Για το τέλος, τεράστιοι παχουλοί πολιτικοί σε χλεύασαν και φουσκωμένοι αστυνόμοι-φύλακες αποπειράθηκαν να σε παρενοχλήσουν, λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς ο βιασμός είναι κάτι που δέχεσαι αδιαμαρτύρητα. Χρόνια τώρα, όπως και τα άλλα μικρά ανθρωπάκια σαν κι εσένα.

Στην πράξη, δεν υπάρχει πια τίποτα που να νιώθεις θετικό εδώ. Θεσμικά και κοινωνικά μιλώντας. Υπάρχουν ακόμη τα πράγματα και οι άνθρωποι που αγαπάς, ναι. Υπάρχουν ακόμη αυτά που σε εμπνέουν. Έχουν πληθύνει όμως επικίνδυνα αυτά που σε πνίγουν, αυτά που σε φοβίζουν, αυτά που σε σπρώχνουν και αυτά που σε διώχνουν. Και αναρωτιέσαι: γιατί; Και αναρωτιέσαι: πώς φτάσαμε ως εδώ;



Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

έχουμε γενέθλια!



Ένα χρόνο πριν, ξημερώματα Κυριακής, γεννήθηκε αυτό εδώ το κουτί σκέψεων, αναμνήσεων και συναισθημάτων. Ένα χρόνο πριν, αναζητώντας απεγνωσμένα μια έξοδο από τη συσσωρευμένη ένταση, αναζητώντας μια ανάσα από τη φορτισμένη καθημερινότητα. Ένα χρόνο πριν, ψάχνοντας τη χαμένη ηρεμία, κυνηγώντας τις εύθραυστες ισορροπίες. Όχι, δεν ήξερε τί ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει αυτό το μπλογκ. Ακόμα δεν ξέρει, εδώ που τα λέμε. Ξέρει όμως ότι θέλει να μεγαλώσει, χωρίς βιασύνη αλλά με πάθος. Ξέρει ότι θέλει να εξερευνήσει, να αναλύσει, να θυμηθεί, να ξεχάσει, να συγκινηθεί και να γελάσει όσο πιο πολύ μπορεί. Να αποφορτίσει ψυχή και πνεύμα και να ξεκινήσει πάλι. Συνέχεια.

Ξέρει ακόμη ότι χρωστάει ένα γιγάντιο ολόψυχο ευχαριστώ σ' εσένα που διαβάζεις τώρα. Και σ' εσένα, που σου αφιερώνει μυστικά κάποιες αράδες. Και σ' εσένα, που ξέρει πια πότε συμφωνείς και πότε όχι. Και σ' εσένα, που δεν ξέρω το όνομά σου. Και σ' εσένα, που θέλεις να είσαι αόρατος. Υπάρχεις όμως. Και μέσα από σένα υπάρχει και η μικρή μου παπαρούνα.

Και του χρόνου!

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

μετά μουσικής

ένα βίντεο που εμφανίζεται σήμερα στο A RONDA DOS DIAS
απολαύστε!



Μια αγορά. Μια απλή καθημερινή κλειστή αγορά, σε μια απλή κοινή μέρα. Με απλό, καθημερινό και βιαστικό κόσμο. Με κόσμο που κάνει απλά ψώνια, αγχωμένος, θυμωμένος, χαρούμενος, ανέμελος, σκεφτικός, ερωτευμένος, αφηρημένος. Ξαφνικά, μέσα από τους ανθρώπους, ανάμεσα στους πολυάσχολους πωλητές, πίσω από υπαλλήλους που κουβαλάνε τρόφιμα, ξεπετάγονται τραγουδιστές της όπερας. Περπατάνε δίπλα τους, τραγουδούν, χαμογελάνε, χορεύουν μαζί τους. Για λίγα λεπτά, όλα σταματούν, για λίγα λεπτά, όλοι κοιτάζουν έκθαμβοι. Για λίγα λεπτά, όλοι ακούνε μουσική.
Αμηχανία, ασφαλώς, υπάρχει. Γιατί η τέχνη, η μουσική, το θέατρο, η παράσταση, το πηγαίο ή στημένο δρώμενο, δεν είναι μέρος της ζωής. Είναι ένα κομμάτι ξεκρέμαστο, ξεκομμένο από την καθημερινότητα. Η τέχνη είναι για το μουσείο, οι πίνακες για την γκαλερί, ο πολιτισμός για το θέατρο, η καλή μουσική για τα σοβαρά κονσέρτα, η όπερα για τη Λυρική, οι καλές ταινίες για τους κουλτουριάρικους εναλλακτικούς κινηματογράφους. Εκεί όπου όλοι φοράνε τα καλά τους, ετοιμάζονται κατάλληλα και μπαίνουν σε "λειτουργία πολιτισμού", παίρνουν τη δόση τους και μετά τέλος. Τέλος. Είναι ελεύθεροι να να κάνουν τα ψώνια τους, να πάνε στις δουλειές τους, να οδηγήσουν, να βρίσουν στο φανάρι, να σπρώξουν τον κόσμο στο λεωφορείο, να ποδοπατηθούν για να μπουν πρώτοι στο μετρό, να πάνε για καφέ και να συζητάνε μεγαλόφωνα αναλύοντας τα κουτσομπολιά των ημερών.
Όταν, όμως, οι τενόροι και οι σοπράνο είναι άνθρωποι σαν κι εκείνους; Όταν ξεπροβάλλουν στο πλάι τους ανέλπιστα, ντυμένοι με φόρμα εργασίας; Όταν αντί για πολυτελές θέαμα η όπερα θυμίζει μεσαιωνικό θέατρο δρόμου;

Είναι το απρόβλεπτο, η έκπληξη, το διαφορετικό που κανει το θαύμα του. Αυτό που κάνει το χρόνο να σταματήσει, το χώρο να ξεχαστεί, το περιβάλλον να γίνει οικείο. Είναι αυτό το ίδιο απρόβλεπτο που μας θυμίζει αυτό που ίσως έχουμε ξε-χάσει. Να αναζητάμε την ποιότητα, την αλήθεια και την ομορφιά στις απλές, μικρές, καθημερινές μας στιγμές. Γιατί είναι οι στιγμές που απαρτίζουν τα χρόνια, είναι οι στιγμές που (απο)δομούν την ευτυχία.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

σφηνάκια



6.35 αποφασίζεις να βγεις. 7.05 φεύγεις. 8.35 είσαι πίσω.
Έχεις γίνει άλλος άνθρωπος, μέσα σε δυο ώρες έχεις ρουφήξει τόνους ζωής και θετικής ενέργειας. Είσαι έτοιμος να αρχίσεις και πάλι, γελώντας, και να κατακτήσεις τον κόσμο.
Πάντα (πρέπει να) βρίσκουμε χρόνο για αυτούς που αγαπάμε. Τα σφηνάκια ψυχοθεραπείας με καλούς φίλους είναι πάντα ευεργετικά. Και όσα μαθαίνουμε από αυτούς υπέροχα και χρήσιμα. Και η υπομονή τους μαζί μας μνημειώδης.

ρετρό...

[Παρίσι, Μάρτιος 2011]

Η ζωή, η πραγματική ζωή, στο παρόν, δεν είναι πάντα όπως την ονειρεύεσαι. Δεν είναι πάντα όπως θα την ήθελες. Νιώθεις προδομένος, νιώθεις μισός, νιώθεις ανεκπλήρωτος. Νιώθεις ότι έφτασες αργά, ότι σου καταστρέψανε τον κόσμο που λαχταρούσες και σε πετάξανε σε έναν άλλο, μίζερο, φτηνό, φτωχό και ασφυκτικό. Το προβληματικό σου παρόν φταίει για όλα κι εσύ, ονειροπόλος, χαμένος στις φαντασίες σου, ανάμεσα στα χιμαιρικά σου συννεφάκια, αναπολείς. Αναπολείς ένα παρελθόν που δεν έζησες, νοσταλγείς εποχές που δεν πρόλαβες, φθονείς τις προηγούμενες γενιές. Ταξιδεύεις πίσω στο χρόνο, χρησιμοποιώντας τη μαγική άμαξα - κολοκύθα της σταχτοπούτας, εκείνη που ξέρεις ότι θα χαθεί μαζί με το γοβάκι σου μόλις η ώρα περάσει.
Έχεις εξιδανικεύσει το παρελθόν σου, έχεις μυθοποιήσει αυτό που ποτέ δεν ήταν δικό σου. Και ψάχνεις απεγνωσμένα να το φτάσεις. Είναι όμως η δική σου προβολή του παρελθόντος που το κάνει τόσο μαγικό, γιατί και το παρελθόν αυτό υπήρξε κάποτε το παρόν κάποιου άλλου που ονειρευόταν ένα χρυσαφένιο παρελθόν. Γιατί αυτή τη στιγμή, τώρα, εδώ, εσύ κατασκευάζεις άθελά σου το παρελθόν που κάποιος θα ονειρεύεται νοσταλγικά τις νύχτες με αστέρια ή θα βλέπει στους εφιάλτες του όταν ο παγωμένος αέρας θα θερίζει την πόλη και θα σφυρίζει ανάμεσα από τις γρίλιες των κατεστραμμένων παραθύρων. Γιατί στο παρελθόν που εσύ νοσταλγείς, κάποτε κάποιος ευχήθηκε να ζήσει όπως εσύ, κάποτε κάποιος οραματίστηκε το παρόν σου.
Κι είναι το ίδιο αέναο ταξίδι πίσω που όλο σου γλιστράει απ' τα χέρια που σε κρατάει εδώ, αλυσοδεμένο σε αυτό το κομμάτι χρόνου που νιώθεις ξένο και κρύο, σαν φυλακή.
Και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι αυτό που τόσο εκτιμάς και αγαπάς δεν μπορείς να το αναστήσεις, ούτε να το ξαναζήσεις, μόνο να το αγαπήσεις ακόμη πιο βαθιά, να το οικειοποιηθείς και να δημιουργήσεις από αυτό το καταφύγιό σου. Για να μπορείς να χωρέσεις στον κόσμο αυτό, για να μπορεί κάποιος από το μέλλον να νοσταλγήσει ένα ταξίδι στο πλάι σου.
Κάνε το ταξίδι μέσα σου, μα ζήσε έξω από αυτό. 

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε.

πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε.
[Κεραμεικός, Οκτώβριος 2009]

Τίποτα δε σου δίνεται απλόχερα. Κι αν μερικές φορές στέκεσαι τυχερός, είναι για να θυμάσαι ότι πάντα πρέπει να προσπαθείς κι άλλο. Για τα πράγματα που θέλεις και αγαπάς πρέπει να προσπαθείς συνέχεια. Κάθε μέρα. Διαρκώς. Ασταμάτητα. Και πολύ. Να δημιουργείς, να φαντάζεσαι, να κατασκευάζεις ιδανικές συνθήκες και ειδυλλιακά περιβάλλοντα. Να φτιάχνεις τις υποδομές. Να θέτεις τις βάσεις. 
Τα πιο όμορφα πράγματα απαιτούν προετοιμασία με υπομονή και αγάπη, όπως ακριβώς τα καλά φαγητά. Έτσι αφήνουν ωραιότερη επίγευση, γιατί ο ουρανίσκος σου είναι ήδη ποτισμένος από τους χυμούς της προπαρασκευής και οι αισθήσεις σου ήδη διεγερμένες από τις εξωτικές μυρωδιές ονείρου και φαντασίας.

Πρέπει να φτιάξουμε το μέρος που θα ξανασυναντηθούμε, καρδιά μου. 
Μόνο για μας. 
Και μετά, να σκαρφαλώσουμε στο φεγγάρι με μια ανεμόσκαλα και να το κοιτάμε καθώς μας περιμένει. Να σε πάρω αγκαλιά και να γίνουμε κάδρο, για μια στιγμή, καθισμένοι στο μισοφέγγαρο με τα πόδια αιωρούμενα πάνω από το γυαλιστερό σκοτάδι.