Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

αστάθεια


Κάπου, σε μια χώρα μυστική και μακρινή, ήταν μια πόλη στερεωμένη πάνω σε πασσάλους στο νερό. Πάσσαλοι ψηλοί και γέρικοι, σαν ξυλοπόδαρα, έφταναν ως τα σύννεφα, εκεί που μόλις αχνοφαίνονταν οι κορυφογραμμές των βουνών που περιέβαλλαν τη λίμνη. Μια ομίχλη αραιά και θαμπή τύλιγε τα πάντα στο ζεστό της χνώτο, και τα σπίτια πρόβαλλαν και χάνονταν, σαν ακουαρέλες ξεπλυμένες στη βροχή, με σβησμένα, ξέπνοα χρώματα. Τα ξυλοπόδαρα βυθίζονταν αργά στο βυθό της λίμνης, που τα κατάπινε βασανιστικά, θάβοντάς τα στην υγρή του άμμο. Κάθε βήμα σ' αυτήν την πόλη, προκαλούσε μια σειρά αλυσιδωτών κινήσεων, οι ξύλινες πλατφόρμες, υπό το βάρος του βηματισμού, έθεταν σε κίνηση τα ξυλοπόδαρα, ξεκινούσαν μια ταλάντωση που απλωνόταν σταδιακά και συγκρουόταν με ταλαντώσεις άλλων βηματισμών, μέχρι το σύστημα να βρει μια νέα θέση ισορροπίας.
Εκεί, οι κάτοικοι ήξεραν πως κάθε βήμα, κάθε κίνηση, κάθε λέξη, ίσως και κάθε σκέψη, έσερνε πίσω της ένα σωρό αναμπουμπούλες, ανακατωσούρες κι ανακατανομές. Ίσως, απελπισμένοι, προσπαθούσαν να πιαστούν ο ένας από το μανίκι του άλλου, να κρεμαστούν από το κορδόνι ενός παπουτσιού, και να ανέβουν στη στέγη για να φωνάξουν βοήθεια. Μάταια, αφού τριγύρω είχε μόνο βουνοκορφές, ομίχλη και σύννεφα. 

Κάποιο πρωί, ξύπνησες νωχελικά ανάμεσά τους και δειλά προσπάθησες να σηκωθείς. Ψηλαφίζοντας στην υγρή ομίχλη, δοκίμασες να βρεις την έξοδο, μα παραπαίοντας για ώρες πάνω σε κινούμενες πλατφόρμες, μισογκρεμισμένες καμινάδες και θολούς ανθρώπους, βρέθηκες κάτω, να κοιτάζεις τα ήρεμα νερά της λίμνης, με την ανήσυχη αντανάκλαση της ασταθούς πόλης. Χωρίς να το πολυσκεφτείς, έκανες τη βουτιά, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις ότι η έξοδος από εκείνη τη χώρα που νόμιζες μαγική και ανίκητη, περνούσε από το βυθό της λίμνης. Στον πάτο της Αστάθειας, άκουσες, ίσως, τους ήχους της να πάλλονται ξανά, μα είχες ήδη βυθιστεί στην υγρή άμμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: