Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αχ κόσμε.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αχ κόσμε.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

παράνοια



Κατέβα! είπε ο οδηγός με τόνο επιτακτικό. Κατέβα τώρα αμέσως!
Εκνευρισμένος μέσα στο καλοκαιρινό σούρουπο του φθινοπώρου, ο οδηγός συνέχισε να μουρμουρίζει, στη γλώσσα των δυσάρεστων δυσανασχετημένων μουρτζούφληδων ανθρώπων που δεν ξέρουν τι τους φταίει. Που νομίζουν ότι όλα τους φταίνε, όλα μα όλα, κι είναι τόσο κρίμα που βρίσκονται στην κόλαση της πραγματικότητας ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται σε έναν παράδεισο ευταξίας, ευνομίας και ευημερίας.
Τα χοντρά του, νευρικά και αγύμναστα, δάχτυλα πλησίασαν με νεύρο και πάτησαν σαστισμένα το κόκκινο κουμπί, με μανία, σαν να έλιωναν μια σιχαμερή κατσαρίδα. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια έκφραση απέχθειας και υπεροψίας, ενώ τα κουμπιά του γαλάζιου πουκαμίσου του αντιστέκονταν μετά βίας στις πιέσεις του υπερταϊσμένου στομαχιού του. Νομίζω πως ανυπομονούσε να φτάσει στο σπίτι, να ανοίξει ένα κουτί μπίρα και να χυθεί στον καναπέ, με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι και ένα κομματι πίτσα στο χέρι, εν αναμονή του ματς.
Δεν ξέρω αν είχε ματς σήμερα. Κι αν δεν είχε όμως, δεν πειράζει. Το ματς θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τις ειδήσεις, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην εξέλιξη της σκηνής. Κάτι να κινείται, κάτι να ακούγεται, κάτι. Κάτι να υπάρχει, κι από μέσα να σβήνουν οι ήχοι ενός νοικοκυριού. Το πλυντήριο πιάτων, ο απορροφητήρας, λίγες φωνές στο μισοσκόταδο, τα παιδιά που ετοιμάζονται για την έξοδο της Παρασκευής. Μια διάχυτη ακαταστασία. Τα ρούχα πεταμένα στο σαλόνι, απομεινάρια μιας μέρας δυσάρεστης, λυπημένα κουρέλια. Και ένα πιάτο με το μισοφαγωμένο γλυκό να στέκει ξεχασμένο στον πάγκο της κουζίνας.
Ο οδηγός κορνάρει, κορνάρει και φρενάρει απότομα. Φωνάζει ξανά, βγάζει το χέρι από το παράθυρο και χειρονομεί βρίζοντας αθυρόστομα. Νομίζει πως ήδη είναι στο γήπεδο, μόνο που του λείπει η μπύρα απ' το χέρι και γι' αυτό ανακατεύει τα δάχτυλά του νευρικά, ψάχνει το λεβιέ και αλλάζει ταχύτητα. Άει σιχτίρ! Οι ανυποψίαστοι επιβάτες, ξαφνιασμένοι, προσπαθούν να κρατηθούν. Σαν σαρδέλες τυποποιημένες σε βαζάκι με κενό αέρος, αναπνέουν στιγμιαία ο ένας το άρωμα του άλλου, και επαναφέρονται βίαια σε μια θέση ισορροπίας.
Εκείνος, ατάραχος. Δηλαδή ταραγμένος, αλλά στο δικό του πάντα μήκος κύματος. Αλλάζει συχνότητα στο θόρυβο που ονομάζει ραδιόφωνο μέσα στην κίνηση, και μια παθιασμένη φωνή αναλύει αγανακτισμένη. Το ματς! Α, όχι, είναι πολιτικός σχολιασμός, συγγνώμη, μπερδεύτηκα. Ζοχαδιασμένος, γυρίζει απότομα το τιμόνι λες και βρισκόταν στα συγκρουόμενα του λούνα παρκ. Ένας ποδηλάτης παραπαίει, ξυρίζοντας το πεζοδρόμιο με έναν ελιγμό.
Δίπλα στο νευρικό του μπράτσο, ένα μαύρο, ακριβό κράνος. Όχι ότι ξέρω από κράνη, τα ακριβά πράγματα όμως ξεχωρίζουν εύκολα. Μηχανή, λοιπόν. Στοιχηματίζω κάτι ακριβό και γυαλισμένο, μεγάλου κυβισμού - για να μπορεί να τον σηκώνει, φαντάζομαι. Ακριβό ήταν και το πουκάμισό του, άλλωστε. Ασυνήθιστα ακριβό για οδηγό, ασυνήθιστα καλοσιδερωμένο. Όχι με το μεράκι μιας παραδοσιακής νοικοκυράς που χρησιμοποιεί Μέριτο, επαγγελματικά καλοσιδερωμένο.
Έτσι εξηγούνται πολλά. Ο οδηγός μας δεν είχε πάρει τη θέση επιβάτη, ή κι αν κάποτε την είχε πάρει, είχε φροντίσει να απωθήσει το γεγονός στα ενδότερα δωμάτια της μνήμης και να τριπλοκλειδώσει την πόρτα. Τώρα, από θέση ισχύος, στο ψηλό του κάθισμα με τις αναπαυτικές αναρτήσεις, οχυρωμένος πίσω από το μεγάλο του τιμόνι, επιτελούσε το υψηλό έργο της μεταφοράς ποταπών ανθρωπακίων χωρίς πρόσωπο. Ο οδηγός είναι ανώτερος από τους επιβάτες, μα φυσικά. Καπετάνιος στο υπερωκεάνιό του, που δαμάζει τα αγριεμένα κύματα των λεωφόρων και ανοίγει δρόμους μέσα από επιθετικούς ποδηλάτες και απειλητικούς πεζούς.
Μπορούσε έτσι και φώναζε Κατέβα αμέσως! Γρήγορα, γαμώτι μου, κατέβα! σε όποιον αυθάδη γεράκο προσπαθούσε να γραπωθεί στο χερούλι της πόρτας, καθώς προσγείωνε αβέβαια το πόδι του στη ζούγκλα της ασφάλτου. Κι όσο για τις εναπομείνασες σαρδέλες, καλά θα κάνετε να συμμορφωθείτε, αν θέλετε (κάπως, κάπου) να φτάσετε.
Α! Κι αν έχετε τίποτα όμορφες, ανάλαφρες και νεφελώδεις σκέψεις, κομμένες κι αυτές. Εδώ υπάρχει μόνο θόρυβος, θόρυβος, παράνοια και βαθιά θλίψη.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

debtocracy

Αναμεταδίδω από pepperann...

Debtocracy... ένα ντοκιμαντέρ για την (οικονομική) κρίση στην Ελλάδα. Ιστορία, οικονομία, αίτια, προβλήματα, λύσεις, αδιέξοδα, πολιτική. Μια παραγωγή που χρηματοδοτήθηκε εκ των υστέρων από τους θεατές της. 
Τα δικά μου σχόλια μάλλον περισσεύουν.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011

το μεγάλο βιβλίο...

Είναι σαν ένα γιγάντιο άλμουμ. Σαν ένα υπέρογκο λεύκωμα. Μας χωράει όλους μέσα. Ολόκληρους. Είναι ανεξάντλητο. Είναι χρωματιστό. Είναι χαρούμενο. Είναι λυπημένο. Είναι γρήγορο. Είναι άμεσο. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Πολύ εύκολο. Είναι δωρεάν. Είναι στο κινητό σου. Είναι παντού. Μπορείς κι εσύ να είσαι μέρος του. Μπορείς κι εσύ να είσαι κάτι. Join us!


Μια τρέλα. Απόλυτη. Ένα παραλήρημα. Ένας κόσμος ολόκληρος. Είναι καλοκαίρι και είσαι μέσα. Μαζί με όλους σχεδόν τους φίλους σου. Λέξεις, μουσικές, εικόνες, σκέψεις, κείμενα, βίντεο, ειδήσεις,  αηδίες.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αβοήθητα. Ασυνόδευτα. Δεδομένα ταξιδεύουν μόνα στο ιντερνετικό κενό, όπως τα μπουκάλια με μηνύματα στη θάλασσα. Μόνο που μπορούν να έχουν ταυτόχρονα πολλούς αποδέκτες. Πάντα όμως είναι μόνα. Ποτέ δεν ξέρεις αν έφτασαν. Δεν ξέρεις πού έφτασαν. Δεν ξέρεις αν ταλαιπωρήθηκαν στο δρόμο. Αν το ταξίδι ήταν καλό. Τα φιλάς στο μέτωπο και τα στέλνεις. Αποχαιρετισμός. Άλλα φτάνουν σ' εσένα. Δεν ξέρεις από πού. Δεν ξέρεις πώς. Περνάνε πλάι σου. Ψαρεύεις. Αν θέλεις τους δίνεις σημασία. Κάποια σε κάνουν να ενοχλείσαι, άλλα να αηδιάζεις, άλλα απλώς περνάνε απαρατήρητα. Κάποια τα πετάς πίσω στη θάλασσα. Κάποια σε κάνουν να γυρίσεις το κεφάλι και να τα προσέξεις. Να σταματήσεις. Ίσως να γελάσεις. Ή να κλάψεις. Μόνος. Κάποτε ίσως αντιδράσεις. Ίσως απαντήσεις. Ίσως δώσεις σημεία ότι πήρες το μήνυμα. Ίσως πεις ένα ψέμα. Μια εξυπνάδα. Κάτι αστείο. Κάτι ευχάριστο. Μια υπερβολή. Ίσως υπάρξει ανταπόκριση. Μια μικρή συνομιλία, κάτι.
Όλα πάνε κι έρχονται. Ανεξέλεγκτα. Αυτά που θέλεις να δεις κι αυτά που δε θέλεις να μάθεις. Αυτά που θέλεις να πεις κι αυτά που άλλοι είπαν για σένα. Χωρίς εσένα. Κάποτε ψάχνεις κάτι που θέλεις να βρεις. Ανοίγεις ξένα συρτάρια. Περιπλανιέσαι σε σκονισμένες αποθήκες. Αντικρίζεις άπλυτα πιάτα και λερωμένες τουαλέτες. Μυρίζεις φρεσκοπλυμένα εσώρουχα. Κυλιέσαι σε ζεστά ανακατωμένα σεντόνια. Τρυπώνεις σε ένα πατάρι. Μυρίζεις τη σοφίτα. Χωρίς να φοβάσαι μήπως σε πιάσουν ξαφνικά να χαϊδεύεις έναν παλιό καθρέφτη. Είναι μια σκηνοθετημένη σοφίτα. Επιμελώς ακατάστατη και αυθόρμητη όμως. Τόσο που να σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπήκες εκεί λίγο στα κρυφά.
Άλλοτε περιμένεις. Κάτι. Κάποιον. Κρυφοκοιτάς από τη γωνία. Κρατάς την ανάσα σου. Παίζεις κι εσύ το κρυφτό σου. Χωρίς πρόσωπα. Με τα πρόσωπα της φωτογραφίας. Με τα παγωμένα βλέμματα μιας άλλης στιγμής. Με ενέργεια ψηφιακών σημάτων.
Ωραία όλα αυτά, δε λέω. Γοητευτικά. Ανακαλύπτεις ένα σωρό κόσμους μακρινούς από το δικό σου. Απρόσμενα. Ανακαλύπτεις ανθρώπους και πράγματα που αγνοούσες. Ξαφνικά. Είναι ένας τρόπος να επικοινωνήσεις κι αυτός. Μερικές φορές μοιάζει σαν να φωνάζεις σε μια χαράδρα. Αδειάζεις τα νεύρα σου, την πίκρα σου. Διατυμπανίζεις τη χαρά σου. Και μετά; Τί μένει μετά; Βγαίνεις κάποια στιγμή από αυτό το σύμπαν. Πρέπει. Νιώθεις κάπως πλουσιότερος; Νιώθεις κομματάκι πιο γεμάτος; Νιώθεις ολόκληρος;

Είναι παράξενο. Είναι παράξενος ο τρόπος που μαγνητίζει αυτό το τεράστιο βιβλίο. Και πανέξυπνος. Κρίνω εκ του αποτελέσματος. Τα έχει όλα. Θέλεις μουσική; Είναι εδώ... Θέλεις κουλτούρα; Έχει σελίδες με βιβλία για τους πιο διανοούμενους... Θέλεις τέχνη; Έχει κι απ' αυτό... Θέλεις καψούρα; Αυτό κι αν περισσεύει... Θέλεις αστεία; Είναι εδώ... Θέλεις παιχνίδια; Μπορείς να διαλέξεις... Θέλεις να θυμάσαι γενέθλια, επετείους, ονόματα, σχέσεις, πληροφορίες; Δε χρειάζεται, θα σου υπενθυμίζει πάντα και τα πάντα. Θέλεις να ανοίξεις τον κύκλο σου; Φροντίζει αυτό για σένα, διαλέγοντάς σου ανθρώπους που μπορεί να ξέρεις ή να ενδιαφέρεσαι να μάθεις... Θέλεις να πας για ψώνια; Έχει διαφημίσεις, πού να κοιτάς βιτρίνες τώρα, πού να ψάχνεις προσφορές... Θέλεις να μιλήσεις; Ελεύθερα, έχει και τσατ... Θέλεις να γράψεις; Άνοιξε μια νέα σημείωση... Θέλεις να φιλοσοφήσεις; Ανοιχτά... Θέλεις να δείξεις το άλμπουμ σου; Ορίστε... Θέλεις να κορνιζάρεις τις φωτογραφίες; Έχουμε πολλούς τοίχους... Θέλεις να κάνεις το φωτογράφο; Εδώ είναι το κατάλληλο μέρος... Μπορείς να φτιάξεις ακόμη και το Μουσείο του Εαυτού σου... Έτσι, για τους πιο ματαιόδοξους.
Όλα είναι εδώ. Οι βασικές εφαρμογές του διαδικτύου συγκεντρωμένες σε μία. Είναι απλό. Είναι εύκολο. Σου το 'πα απ' την αρχή. Δε θέλει κόπο. Ούτε τρόπο. Θέλει το χρόνο σου κι εσύ τον προσφέρεις. Τον σκοτώνεις. Του δίνεις φιλάκι στο μέτωπο και τον αποχαιρετάς μαζί με τα μπουκάλια και τα μηνύματα.

Δεν μπορεί, κάτι καλό θα συμβαίνει σ' αυτό το γιγάντιο βιβλίο. Ή είμαστε ηλίθιοι σ' ένα σύμπαν ηλιθίων.


[αντί (αυτο)κριτικής...]

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

μαθήματα συμπεριφοράς

Αττικό Μετρό. Έτος 2011.

Ανακοίνωση από τα μεγάφωνα. Παρακαλείστε να αναμένετε την αποβίβαση των επιβατών από τους συρμούς πριν επιβιβαστείτε σε αυτούς.
Άφιξη του συρμού. Συνωστισμένος κόσμος, όλοι μπροστά από την κόκκινη γραμμή της αποβάθρας. Όλοι αναμένουν εναγωνίως την πόρτα να ανοίξει, με τη μύτη κολλημένη πάνω στο συρμό. Δειλά δειλά βηματάκια προς τα πίσω, μαζική έξοδος από το τρένο.
Επιβάτες αναμένουν στην αποβάθρα, μπαίνουν αργά αργά στα βαγόνια. Οι πόρτες του συρμού κλείνουν απότομα, κόσμος εγκλωβίζεται στις αυτόματες πόρτες. Μπιιιπ μπιιιιιπ... Ξανά απόπειρα να κλείσουν οι πόρτες, ακόμα ο κόσμος παλεύει να μπει. Μπιιιπ μπιιιιιιπ...
Στριμωξίδι, σπρωξίματα, κακό. Θα περάσω και από πάνω σου αν χρειαστεί. Αρκεί να μπω μέσα. Αρκεί να χωρέσω. Προτού κλείσουν οι πόρτες.

Χωρίς σχόλια. Είναι η παιδεία που έχουμε.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

ο Μουσάτος

Βράδυ Μεγάλου Σαββάτου, λίγο πριν την Ανάσταση. Μικρή γραφική εκκλησία σε επαρχιακή πόλη. Παππούδες, γιαγιάδες, παιδάκια, καρότσια, βαριεστημένοι έφηβοι που αδημονούν για την επερχόμενη εξόρμηση στα κλαμπ της περιοχής, καλοντυμένες κυριούλες με φουντωτές κουπ κομμωτηρίου (η κυρία Νίτσα πάλι χτένιζε ως τις 10 μ.μ.). Λαμπάδες μπάρμπι, άξιονμαν, ντόρα, πάτι και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας! Φωνές και κλάματα, αγκαλιές, ματς μουτς, μα καλά κι εσείς εδώ χρυσή μου;;; Ατμόσφαιρα κατάνυξης δηλαδή! Κι ο Μουσάτος. Γύρω στα 28, είναι μόνος, ντυμένος απλά, με σκούρα γυαλιστερά μάτια, μελαχρινές μπούκλες και πυκνά φουντωτά μούσια, κρατάει μια απλή λαμπάδα από αγνό κερί. Δείχνει ήρεμος, απόκοσμος και ανέγγιχτος από τον γύρω πανικό.
Σβήσε τα φώτα, Παναγιώτη, τα φώτα! Και μετά ακούγεται το τσακ τσακ τσακ των διακοπτών, είπαμε είναι μικρή η εκκλησία. Παλιά και πολύ μικρή. Δεύτε λάβετε φως, ανάμικτο με μικροφωνισμούς, αν έκλειναν τελείως τα μικρόφωνα θα ακουγόντουσαν καλύτερα, τελοσπάντων! Κυριούλες που τρέχουν να προλάβουν, τακ τακ τακ τα τακουνάκια στο φθαρμένο δάπεδο. Δίπλα μου ένας κοστουμάτος με ζελέ στέλνει μήνυμα, άλλος παραδίπλα τραβάει βίντεο την τελετή, πιο πέρα ακούγεται Ναι, ναι, στο Θέατρο, στη 1, έχουμε τραπέζι! (Θέατρο: το πιο ιν κέντρο-μπουζουξίδικο της περιοχής). Ο παπάς κάτι ψέλνει, ααα ωραία τα παπούτσια σου, πολλές λαμπάδες μετακινούνται, να πάρουμε κι εμείς το άγιο φως, σιγά Γιωργάκη, θα κάψεις κανέναν! Η λειτουργία μετακινείται στο προαύλιο, βγαίνουν σε πομπή τα παπαδοπαίδια, οι παπάδες και οι ψάλτες, Παναγιώτη, την πόρτα, άνοιξε γρήγορα! (φράκαρε η πομπή, κόλλησε η παλιά πόρτα...). Με πιάνουν τα γέλια, ο Μουσάτος ατάραχος, σαν από άλλο κόσμο, προσπαθώ να κρατηθώ για χάρη του, μάλλον κάνει πολλή υπομονή ο καημένος...
Η πομπή ανεβαίνει τα σκαλάκια της Αίθουσας Τελετών του ναού, παπάδες και ψάλτες στριμώχνονται στη βεραντούλα, ψάχνουν τη σελίδα στο ασημένιο ανάγλυφο βιβλίο, κάτι ψιθυρίζουν. Τα παπαδοπαίδια όλα στη σειρά με τα εξαπτέρυγα αγκαλιά, κοιτάνε τους παπάδες με τα μούσια, κάτι λένε και κρυφογελάνε σαν μαθητούδια. Κάνουν να ξεκινήσουν την ανάγνωση του Ευαγγελίου, αποσυνδέεται και πέφτει το μικρόφωνο, μπαπ, ένας ψάλτης σκαρφαλώνει στα κάγκελα της βεραντούλας, πρόσεχε πρόσεχε τέκνον μου, ο παπάς με τα άσπρα γένια. Όλα εντάξει. Μα καλά πώς μεγάλωσες έτσι... Τηλέφωνο χτυπάει, μηνύματα, κακό... Ξεκινάει να διαβάζει ο παπάς με τα άσπρα γένια, κοιτάζουν το ρολόι τους όλοι... Μπαμ μπαμ μπαμπαμπουμπα τσσσιου φσσστ παππαππαπ παπ... Στην πλατεία η Μητρόπολη ήδη έκανε Ανάσταση, Χριστός Ανέστη, ξεκίνησαν τα πολύχρωμα πυροτεχνήματα και οι κρότοι. Αναμονή... Οι παπάδες κοιτάζονται αμήχανα, ταιριάζουν τα άμφιά τους. Ο κόσμος λέει ανέμελα τα νέα του, άλλοι κοιτάζουν τα ρολόγια τους, μυρίζει από κάπου καμμένη τρίχα, μάλλον άρπαξε η λακ από κάποια περιποιημένη φουντωτή κουπ. Ο Μουσάτος ατάραχος, κοιτάει ευθεία και πότε πότε τον ουρανό.
Πυροτεχνήματα τέλος, Σοφία Ορθή ακούσωμεν την ανάγνωση του Αγίου Ευαγγελίου... Πολλά σαρδάμ κάνει ο παπάς, ε μεγάλωσε κι αυτός, τι τα θες τώρα χρυσή μου! Γρήγορα γρήγορα, Χριστόοος Ανέεεστη... Ψέλνουν οι πιστοί μ' ένα στόμα και αρχίζουν τα φιλιά, οι αγκαλιές και οι ευχές, τηλέφωνα χτυπάνε, να εδώ στην Αγία Σοφία είμαστε... Σταματάνε οι ψαλμωδίες, συγχαίρονται και εναγκαλίζονται κι οι παπάδες, είπαμε η μικροφωνική εγκατάσταση δεν είναι αρκετά δυνατή. Ο Μουσάτος κοιτάζει ήρεμος τη λαμπάδα του. Να του πω Χριστός Ανέστη; Κάποιος πρέπει να του πει, γιατί είναι μόνος του; Μα με πιάνουν οι ντροπές μου... Συνεχίζουν οι παπάδες, Χριστόοοος Ανέεεεστη εεεκ νεεεκρών άλλες 6 φορές!
Τώρα πια τέλος, η πομπή μπαίνει ξανά στην εκκλησία, θα συνεχίσει για τους πιστούς. Όλοι μένουν έξω, φιλιά, αγκαλιές, φωνές πιο δυνατά, αβγά που τσουγκρίζουν, κινητά που παίρνουν φωτιά... Κάπου εκεί τον έχασα τον Μουσάτο, δεν είδα τί έκανε, δεν του είπα Χριστός Ανέστη.

Εννοείται ότι πήγε περίπατο η όποια διάθεση είχα να νιώσω κατάνυξη και ηρεμία εκείνο το βράδυ. Κι εγώ η αφελής που νόμιζα ότι το να πάμε στη μικρούλα Αγία Σοφία θα μας γλίτωνε από τις ορδές των πιστών του κομμωτηρίου και των κινητών, από τις λαμπάδες μπάρμπι και τα πιτσιρίκια που στροβιλίζονται γύρω από τους γονείς και κάινε μπουφάν στο πέρασμά τους... Μόνο που δεν μπόρεσα ούτε να βάλω τα γέλια με το σουρεαλ σκηνικό, ο Μουσάτος ήταν η φωνή της συνείδησης.
Αχ Μουσάτε, πόσο έπρεπε να σου πω τουλάχιστον Χρόνια Πολλά... Ελπίζω να 'σαι καλά εκεί που είσαι κι αν τύχει και διαβάσεις αυτό (ο κόσμος είναι πάντα πιο μικρός από όσο νομίζουμε) Χριστός Ανέστη!

από τη μικρούλα Αγ. Σοφία

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

el hombre de al lado


El hombre de al lado (O άνθρωπος από δίπλα)

Δε διαλέγεις τους γείτονές σου. Με τη φράση αυτή κλείνει το τρέιλερ της εν λόγω ταινίας από την Αργεντινή. Το θέμα της; Μάλλον οι σχέσεις των ανθρώπων, θα έλεγα. Ο τρόπος που εκδηλώνονται οι συμπεριφορές, τα συναισθήματα, ο τρόπος που αντιμετωπίζονται τα προβλήματα, ο τρόπος που δημιουργούνται νέα προβλήματα... Μέσα από καθημερινά γεγονότα, λεπτομερώς παρουσιασμένα.
Η ταινία είναι γυρισμένη στην περίφημη Casa Crutchet, το μοναδικό σπίτι του Le Corbusier στη Λατινική Αμερική.
Σ' αυτό το φανταστικό σπίτι ζει ο Leonardo, πετυχημένος και σουπερ-μοδάτος designer, μαζί με τη γυναίκα του (που διδάσκει γιόγκα) και τη δεκάχρονη (ελαφρώς κακομαθημένη) κόρη τους. Τη γεμάτη καλαίσθητα αντικείμενα, εναλλακτική μουσική, κατάλευκους τοίχους και καθωσπρέπει κοινωνικές επαφές ζωή τους, διακόπτει ο Victor, ένας γείτονας από τη διπλανή πολυκατοικία (φωνή βαθιά, τατουάζ, πωλητής αυτοκινήτων ή κάτι παρόμοιο), που επιχειρεί να ανοίξει ένα παράθυρο στη μεσοτοιχία για να παίρνει λίγο ήλιο το σκοτεινό δωμάτιο. Το παράθυρο αυτό όμως βλέπει στο σπίτι της οικογένειας, κι έτσι αρχίζει ένας κύκλος διαπραγματεύσεων...
Δε λέω παραπάνω γιατί πραγματικά αξίζει τον κόπο να δεις την ταινία. Σκηνές από την καθημερινότητα, ίσως όχι τη δική μου και τη δική σου, αλλά πάντως από την καθημερινότητα κάποιων, διάλογοι ενδεικτικοί του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις καταστάσεις. Και διαρκείς εναλλαγές, διαρκή ζουμ από το είναι στο φαίνεσθαι, και πάλι αντίστροφα. 
Είναι εντυπωσιακό το πώς η ταινία καταφέρνει να αποτυπώσει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι προβάλλουν τη ζωή τους, δημιουργούν την εικόνα του εαυτού τους και εν τέλει της ζωής που θέλουν να έχουν. Όλα τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται είναι πολύ προσεκτικά διαλεγμένα και συμβολίζουν το καθένα από κάτι... Και, να μην ξεχνάμε, ότι η ταινία είναι γυρισμένη μέσα σε έναν πραγματικό Le Corbusier!!!

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

το φλερτ, the alternative way

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Μετρό από Σύνταγμα προς Άγιο Αντώνιο. Δύο εμφανώς γκέι και ιδιαίτερα τρέντι 19χρονα αγοράκια κάθονται απέναντί μου. Ύφος σοφιστικέ, αέρας αλτέρνατιβ. Τεράστια κοκκάλινα γυαλιά, το απόλυτο μαστ. Συζητάνε, φλερτάρουν διστακτικά. Επόμενη στάση Αττική. Σηκώνομαι, πρέπει να κατέβω.
-Κάπου εδώ πρέπει να σ' αφήσω μάλλον... Κατεβαίνω. με τόνο λυπημένο
-Μμμ... Ναι, οκ, καληνύχτα. ... Χάρηκα! κάπως επιτηδευμένα ατάραχα
-Κι εγώ! ... 
Ανοίγει η πόρτα. Αττική.
-Έχεις facebook? γυρίζει πίσω απότομα
Εεε παιδιά, να περάσω! Εγώ θα κατέβω...
-Έχω facebook, ναι! με ανακούφιση Μπορείς να με ψάξεις αν θες... Είμαι ο ...
Δεν άκουσα παρακάτω, αλλά ξέρω ότι ο νεαρός δεν κατέβηκε Αττική. Κι αυτή ίσως ήταν η αρχή μιας σχέσης. Ενός φλερτ, στο οποίο ο καθένας εκδηλώνεται με αλλεπάλληλα like και χαμογελαστά προσωπάκια. Προτού καν υπάρξει ένα πραγματικό χαμόγελο, αντικριστά, πρόσωπο με πρόσωπο. Μα τι λέω τώρα κι εγώ, σε ποιά δεκαετία νομίζω ότι βρίσκομαι; ...
 

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

μικρές καθημερινές ενοχλήσεις

[αν βαρεθήκατε την γκρίνια μη διαβάσετε παρακάτω!]

1. Με ενοχλεί όταν κάποιος μιλάει στο τηλέφωνο μέσα στα ΜΜΜ. Ειδικά όταν μιλάει δυνατά. Μου διαταράσσει τον ειρμό τον σκέψεών μου, εισβάλλει στο προσωπικό μου πεδίο. Παραβιάζει τα όριά μου και διασπά το εύθραυστο συννεφάκι στο οποίο βρίσκομαι.

2. Μέσα σε ένα τρόλεϊ το βράδυ μπορεί κανείς να δει να βγαίνουν από τσάντες και τσέπες τα πιο απίστευτα πράγματα. Μπουκαλάκια πλαστικά απροσδιορίστου περιεχομένου τυλιγμένα σε σακούλες, κάλτσες συνήθως άπλυτες, κάθε λογής χαπάκια, βερνίκια νυχιών, ψαλιδάκια νυχιών, χτένες, είδη μακιγιάζ, φακοί επαφής, παμπάλαια βιβλία σε κάθε γλώσσα του κόσμου, κουτάκια που περιέχουν από κόσμημα μέχρι πετραδάκι ή φυλαχτό, φωτογραφίες ευλαβικά τυλιγμένες μέσα σε πάνινα φακελάκια, χιλιοσκισμένα σημειωματάρια, ακόμη και τετράδια που είναι γραμμένα και μουτζουρωμένα-σβησμένα σε όλες τις σελίδες, παιδικά ρουχαλάκια, καπάκια αναψυκτικών και πολλά άλλα που μάλλον ξεχνάω να αναφέρω... Όλα αυτά χρησιμοποιούνται κιόλας επιτόπου με κάποιον τρόπο, δε βγαίνουν στην επιφάνεια απλώς για να διακοσμήσουν το χώρο. Παρά τις οπτικές, ακουστικές, απτικές και οσφρητικές παρενέργειες που αυτό συνεπάγεται. Όταν είμαι μέσα σε ένα τέτοιο τρόλεϊ θέλω να κατέβω δυο στάσεις πριν τον προορισμό μου και να πάω με τα πόδια. Πηδώντας έξω με ορμή κατά την αποβίβαση και ρουφώντας όσο φρέσκο αέρα μπορούν να χωρέσουν τα πνευμόνια μου.

Ε, λοιπόν, είναι φορές που με ενοχλεί όλο αυτό το σύστημα συμβάντων.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

τεντωμένο

Λέξεις.
Προσεκτικά απλωμένες. Απρόσεκτα πεταμένες.
Περνάς ανάμεσα.
Σκέψεις.
Άτακτες, ανασφαλείς. Σίγουρες, κάποτε επιθετικές.
Συνεχίζεις διστακτικά.
Πράξεις.
Ήρεμα εκτελεσμένες. Πικρά μετανιωμένες.
Προχωράς...

Όνειρα.
Κάνεις όνειρα όπως όλοι.
Τα αστέρια ίσως γελάνε μαζί σου.
Σε τεντωμένο σχοινί ισορροπούμε καρδιά μου.


Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

βροχή...


pero a la montaña ni locos nos vamos
turistas y extraños, se acercan en vano
pa' que se preocupan? derechos humanos
si aquí la justicia sale sobrando

Καλημέρα! ...sale sobrando...  Ξυπνητήρι... Ξυπνητήρι;;; Ωωωωω... Αέρας! Νερά στο μπαλκόνι, σκοτεινό παράθυρο... Βροχή! Ώρα;;; Ιιιιμμμμμ! Σκατά! Θερμοσίφωνο! Ζεστό νερό, μπάνιο, ααχ... Γρήγορα, γρήγορα! Κρεβάτι, το πάπλωμα στη θέση του, τέντωμα καλό... Πιστολάκι, γρήγορα! Μαλλιά στεγνά; Γρήγορα... Τηλέφωνο, μη χτυπάς τώρα, μη σου λέω! Όχι, δε θέλουμε αποκωδικοποιητή... Γιατί δε βλέπουμε τηλεόραση! Καθόλου; Καθόλου!!! Μπότες, κλειδιά, ομπρέλα, ήδη στην πόρτα!
Φφφ... Αέρας! Μια ομπρέλα στη βροχή, μόνη της στο δρόμο... Απογειώνεται ελαφρώς... Οι ρόδες του τρόλεϊ, το όνειρο της ομπρέλας τελειώνει εδώ! Γρήγορα... Τράπεζα, ουρά, κρύο, χρωματιστές ομπρέλες, ταλαιπωρημένες ομπρέλες, ομπρέλες με καμπούρα σαν τον ιδιοκτήτη τους, επιθετικές ομπρέλες... Λιμνούλες με καφέ νερά. Ένα βλέμμα βαθυπράσινο, δέκατα του δευτερολέπτου. Μπιπ... Μπιπ... Λεφτά, απόδειξη, κάρτα, όλα στο πορτοφόλι. Φανάρι! Φανάρι! Γρήγορα... Πλιτς... Ωωωπ, εισιτήριο, ακύρωση... Ουφ! Μια θέση... 
Ένα βιβλίο θρησκευτικό... Ιησούς Χριστός: προφητείες. Αφοσίωση. Κι άλλες ομπρέλες! Γκουχ... Γκουχ... Αψού! Ποταμάκι αίματος, η βροχή ξεπλένει το νεκρό σώμα της κατάλευκης γάτας. Γαλότσες, κι άλλες ομπρέλες, καρότσια... Μια βρεγμένη βαλίτσα, μαύρη με κόκκινα καρό, μέσα σε μια λιμνούλα γκρίζων νερών, αβοήθητη. Υποχόνδριος. Ευέξαπτος. Καβγάς... Ένα φούτερ ζακετάκι κι από μέσα ένα μακό. Βλέμμα κουρασμένο, χωρίς ομπρέλα, μούσκεμα ως το κόκκαλο! Μαλλιά ράστα, όχι από στιλ αλλά από απλυσιά, φυσικό άρωμα αποσύνθεσης, αληθινή μύγα πλεγμένη μαζί με τα ακατάστατα σκουπίδια... 
Αέρας επιτέλους! Κρύος και χωρίς άρωμα. Ψηλός, μαύρο μακρύ παλτό, κεφάλι κάτω, βλέμμα μυστηριώδες... Διάσημος ηθοποιός κινείται με τα πόδια! Φανάρι... Φανάρι! Γρήγορα! Τηλέφωνο... Όχι τώρα... Λάθος ώρα! Κρύο, βροχή, μυρωδιά χαλασμένου απροσδιόριστου πράγματος. Το χέρι σφιχτά στην τσάντα... Βλέμματα καχύποπτα. Φοβισμένα. Φτάσαμε!
Εργασία, μάθημα, χαμόγελο. Παλιός συμμαθητής. Νυν ένστολος, όπλο με χάρη στη ζώνη! Φαγητό στα γρήγορα... Τρέξιμο στη βροχή... Πλατς! Ποτάμια στο κέντρο. Αυτοκίνητα... Φλους... Πλουτς! Άλλο μάθημα. Βροχή δυνατή... Μην κοιμάσαι, μη... Γέλια!
Παλτό, σκούφος, ομπρέλα... Πάμε! Ποτάμια, καταρράκτες και σκοτάδι. Αέρας και πολυκοσμία παντού. Αναμονή... Κρύο... Βρεγμένα πόδια, βρεγμένα χέρια... Λεωφορείο! Θέσεις... Ζακέτα λερωμένη, βλέμμα απλανές, άρωμα σκουπιδιών, παραμιλητά σε άγνωστη γλώσσα, σχήματα στο υγρό παράθυρο. Παπούτσια τρύπια... Συζήτηση λεωφορείου. Υγρασία παντού... Ύφος παντογνώστη, βλέμμα θιγμένο, τηλέφωνο στο αφτί, ανεβασμένα ντεσιμπέλ! Σκοτάδι και βροχή... 
Φτάσαμε! Μαντάμ, να περάσω;;; Βρρρουουουμ βρρρουμμμ πάνω στην πλατεία! Νευρικά γέλια... Ομπρέλα... Υαλοκαθαριστήρες πάνω-κάτω, σινιάλο! Ευχαριστώ... Πλατς! Αέρας... Άσε την ομπρέλα μου κάτω! Σουπερμάρκετ... Παλτό, σκούφος, σακίδιο, σακούλες, ομπρέλα... Πλατς! Πλιτς! Πλιτς!... 
Κλειδιά... Ασανσέρ. Κλειδιά... Σκοτάδι! Απλωμένα χαλάκια στο μπαλκόνι!! Μια δεύτερη πλύση τους ήταν απαραίτητη... Θερμοσίφωνο. Ζεστό ντους... Χιλιάδες πράγματα στη σειρά αναμένουν... Ζεστή σούπα, μάτια που κλείνουν... Και μετά;
Μυρίζει εξεταστική... Καληνύχτα! Καληνύχτα;

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

μπορώ;...

Δε θέλω να ξαναπατήσω το πόδι μου στη Στουρνάρη. Δε θέλω να ξαναπεράσω ανάμεσα από πεταμένες κόκκινες συσκευασίες από χαπάκια, δε θέλω να ξαναπατήσω σπασμένη σύριγγα, δε θέλω να ξαναμυρίσω καπνό αγνώστου προέλευσης και ποιότητας που εκπνέεται από κάποιον ζωντανό νεκρό. Δε θέλω να κάνω ζικ ζακ και να αλλάζω 100 φορές πεζοδρόμιο για να αποφύγω τους ναρκομανείς, τους εμπόρους, τους μεθυσμένους, τους μικροπωλητές, τους εγκληματίες και τα ΜΑΤ (γιατί ναι, έχει κι απ' αυτά η οδός Στουρνάρη) με τις φιάλες δακρυγόνων και τα υπερόπλα να κοιτάνε καταπάνω μου.
Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο και να 'ναι Κυριακή, η Τ12 κλειστή με τα πράγματά μου κλειδωμένα μέσα, και να μην μπορώ να δουλέψω. Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο και η είσοδος και όλη η αυλή να μυρίζει κάτουρο. Δε θέλω να ξαναδώ στο προαύλιο σπασμένα μπουκάλια μπίρας και αίματα.
Δε θέλω να ξαναπάω στο Πολυτεχνείο που ακόμα δεν ξέρει αν και πότε θα κάνουμε εξεταστική. Ακόμα σημαντικότερο, δε θέλω να πάω στο Πολυτεχνείο που κοροϊδεύει τον εαυτό του και όλους μας για τα μαθήματα που χάθηκαν και γι' αυτά που έγιναν. Δε θέλω να ξαναδώ αρχιτέκτονες που (νομίζουν πως) τα ξέρουν όλα και πιστεύουν ότι θα αλλάξουν τον κόσμο με την υψηλή τους τέχνη. Δε θέλω να ξαναδώ αρχιτέκτονες που προσπαθούν να επιβάλλουν στους ανθρώπους την οπτική τους για τον κόσμο και την κατοίκηση, χωρίς να σκέφτονται ότι η αρχιτεκτονική είναι για να τη ζεις, όχι για να την κάνεις κάδρο στον τοίχο σου... Δε θέλω να γίνω έτσι.
Δε θέλω να περιμένω στην Ομόνοια μισή ώρα μέχρι να περάσει ένα από τα 4 τρόλεϊ και 3 λεωφορεία (!) που με πάνε σπίτι μου. Και μάλιστα μεσημέρι, όχι αργά το βράδυ.
Να συνεχίσω; Όχι, νομίζω είναι η σειρά σας τώρα...
Ή μήπως είμαι απλώς κακομαθημένη;

Και το ξέρω πως δεν πρέπει, αλλά κάτι τέτοια γεγονότα με κάνουν να χάνω την όρεξη για τα πράγματα που αγαπάω και να γκρινιάζω. Και το ξέρω πως μετά θα το μετανιώσω που γκρινιάζω, όμως είναι κάποιες στιγμές που χρειάζεσαι μια μεγάλη σφιχτή αγκαλιά να σου πει με ασφάλεια και σιγουριά ότι όλα θα είναι εντάξει. Ότι όλα θα περάσουν μια μέρα. Όπως τότε που ήμασταν παιδιά και οι γονείς μας μας χάιδευαν τα μαλλιά και μας σκέπαζαν τρυφερά με το ζεστό πάπλωμα και περίμεναν μέχρι να κοιμηθούμε. Τότε που βλέπαμε χαζούς εφιάλτες και κλαίγαμε για τα παιδάκια που δε μας παίζανε στη γειτονιά, θυμάστε; Ε, λοιπόν μια τέτοια στιγμή έχω τώρα. Αλλά πολύ φοβάμαι πως είμαι μεγάλη πια για να περιμένω αγκαλίτσα.



υ.γ. Ευχαριστώ που είστε εδώ τώρα και διαβάζετε αυτές τις σκέψεις, είναι λυτρωτικό να ξέρω ότι είστε εδώ, ακόμα και από αυτήν την ψηφιακή απόσταση. Και υπόσχομαι οι επόμενες σκέψεις να είναι πιο χαμογελαστές!

ααα δείτε κι αυτό: http://ypogrammistis.blogspot.com/2011/01/blog-post_23.html

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

η καθημερινότητα σε κλίμακες...

Οδός Πατησίων. Μια διαδρομή. Σε κάποιο τρόλεϊ. Κάθε μέρα. Δυο φορές τη μέρα. Τεσσεράμισι χρόνια.

Πώς πέρασαν έτσι; Αναρωτιέσαι. Ξέρεις πια όλους τους δρόμους, κάθε γωνία, τα μαγαζιά με τις καλύτερες βιτρίνες, τα σημεία συνάντησης. Περιμένεις δίπλα στο παράθυρο να δεις το σχολείο που προβάλλει στο τέλος του δρόμου, να πάρεις άλλη μια ανάσα όμορφης Αθήνας κοιτάζοντας τη φυγή κάποιου στενού, τα Κάτω Πατήσια να σβήνουν στο βάθος της κατηφόρας, το βουνό να ξεπροβάλλει περήφανο πίσω από τις κυψελιώτικες πολυκατοικίες. Σχεδιάζεις πάντα βόλτες για να δεις από κοντά όλα αυτά τα όμορφα, έχεις όμως συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι αυτές τις βόλτες θα τις κάνεις μόνο στη φαντασία σου. Θα τις ερωτευτείς πλατωνικά και το επόμενο πρωί θα τις αντικαταστήσεις. Ξανά και ξανά. Καμιά φορά μυρίζεις τον πρωινό ήλιο και σκας ένα χαμόγελο. Σκέφτεσαι ότι θα είναι καλή μέρα, αφού σε χάιδεψε μια τρυφερή αχτίδα.
Ξέρεις πόσος κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει σε κάθε στάση. Μπορείς πια να μαντεύεις ποιός θα κατέβει πού. Ξέρεις πια τη φθορά των κτηρίων, τα μπαλκόνια του πρώτου ορόφου, άλλα φροντισμένα και άλλα αφρόντιστα. Θυμάσαι τα λουλούδια, τις τέντες με τα λογότυπα των καταστημάτων, κάποιες έχουν σαπίσει από τη βροχή και στέκονται υγρές και αρρωστιάρικες, γεμάτες μούχλα και βρύα. Έχεις πια μάθει τα δέντρα που είναι μεγαλύτερα και τα κλαδιά τους προβάλλουν πάνω από το δρόμο, προκαλώντας κάθε φορά αυτό το χαρακτηριστικό θρόισμα, τον ήχο της τριβής, της ατυχούς συνάντησής τους με τις κεραίες του τρόλει, που σαν επιθετικοί εραστές αρπάζουν και βιάζουν την αβοήθητη λεία τους καθώς περνάνε. Για λίγο.
Κι οι άνθρωποι; Η ζωή; Ναι, τους βλέπεις κι αυτούς εκεί έξω, πηγαινοέρχονται, τρέχουν, σταματάνε, καθυστερούν, μιλάνε, μερικές φορές μαλώνουν. Τους κοιτάς με απορία, με χαμόγελο, με συμπόνοια, με θαυμασμό. Βλέπεις μέσα στα αυτοκίνητα, οι άνθρωποια αγχώνονται, κουράζονται, βιάζονται, ταιριάζουν τα ρούχα τους, φρεσκάρουν το μακιγιάζ τους, διαφωνούν, ερωτεύονται. Ανταλλάσεις βλέμματα και χαμόγελα. Καμιά φορά, αν είσαι τυχερή, τους ακούς να μιλάνε. Φευγαλέα. Και συνεχίζεις, προσπερνάς και προσπερνιέσαι. Χωρίς να μπορείς να αντιδράσεις.
Κάθε φορά βρίσκεις ένα νέο θέαμα, ένα δρώμενο, ένα σκηνικό, ένα αντικείμενο, μια λεπτομέρεια που αγνοούσες, για να σου τραβήξει την προσοχή. Ανάλογα με τη διάθεσή σου, την αισιοδοξία, την εσωστρέφεια, την απελπισία, την κούραση, την ελπίδα της στιγμής. Λες πως αυτό το θέατρο σε έχει πια κουράσει, το έχεις σιχαθεί. Δεν αντέχεις άλλο τα μικρά ανθρωπάκια που κινούνται πάνω-κάτω, δε θέλεις να ξαναδείς αθηναϊκή πολυκατοικία, όχι άλλο μπαλκόνι, όχι άλλο έρκερ. Αλήθεια;

Και ξαφνικά, οι απεργίες... Περπατάς στην ίδια διαδρομή. Όχι πως δεν είχες περπατήσει ξανά στην Πατησίων. Δεν είχες περπατήσει ποτέ όμως με συχνότητα τέσσερις φορές την εβδομάδα. Και δεν είχες ποτέ πριν όλα αυτά τα ερεθίσματα που σε κάνουν να λες ότι σιχάθηκες την Πατησίων. Κάνεις πια μια εντελώς άλλη ανάγνωση της πόλης, από άλλη όψη. Από άλλο επίπεδο.
Τώρα ξέρεις όχι τις φυγές, αλλά τις λακκούβες στο πεζοδρόμιο, τα σημεία με τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις επικίνδυνες στροφές. Προσέχεις πια να μη σε πατήσουν, να μην πατήσεις τα απομεινάρια μιας ζωής διαφορετικής από τη δική σου, κάνεις ζικ-ζακ ανάμεσα σε περιττώματα και λασπόνερα. Γνωρίζεις τις πλάκες του πεζοδρομίου που ξεκόλλησαν και αν τις πατήσεις θα γεμίσεις πάλι με αυτά τα υπέροχα καφετιά υγρά στα παπούτσια, τις κάλτσες και το παντελόνι σου. Θυμάσαι το σπασμένο φανάρι, τη βιτρίνα με το ωραίο φουστάνι, το μαγαζί που κάθε πρωί πλένει το πεζοδρόμιο μπροστά του, θυμάσαι τον κουβά, τη σκούπα. Αποφεύγεις τις γωνίες με τα κλιματιστικά που στάζουν, σταματάς για να θαυμάσεις ένα φύλλο, μια είσοδο, ένα χερούλι σε κάποια πόρτα. Μυρίζεις, το ψητοπωλείο, το φρέσκο ψωμί, τα κάτουρα της προηγούμενης νύχτας. Το άρωμα ενός ξένου.
Δεν ξέρω αν το συνειδητοποιείς, αλλά έχεις γίνει πια ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Κινείσαι κι εσύ βιαστικά ή τεμπέλικα. Σκοντάφτεις, χτυπάς πάνω σε κάποιον, διαπληκτίζεσαι με κάποιον. Τώρα σε ακουμπάει ένα από τα μικρά ανθρωπάκια. Ακούς τις κουβέντες τους, στο τηλέφωνο ή πρόσωπο με πρόσωπο. Είναι θυμωμένοι, λυπημένοι, ενθουσιασμένοι, σε υπερένταση. Είναι μεθυσμένοι. Σε ποθούν, σε πειράζουν. Να ήξερες τί γλώσσα μιλάνε! Να καταλάβαινες έστω μια φευγαλέα τους φράση! Θα σου χάριζε ένα χαμόγελο για τη μέρα που έρχεται, απαιτητική και δύσκολη, έτοιμη να ζητήσει τα πάντα από σένα.
Δεν είσαι πια στο θέατρο... Και σου αρέσει. Σου αρέσει που μπορείς να κάνεις χίλιες σκέψεις τη στιγμή, που δεν κοιτάς πια πάνω από το ισόγειο. Νιώθεις την ελευθερία...

Οδός Πατησίων. Κλίμακα; Από την (απρόσωπη;) πόλη στην (προσωπική;) καθημερινότητα. Στη γη. Σε κάθε κλίμακα βλέπεις σε άλλη εστίαση, σε άλλες ταχύτητες, σε άλλους χρόνους. Και κάθε άνθρωπος βρίσκεται στο δικό του σύμπαν. Αυτό είναι, οι παράλληλες πραγματικότητες που συνθέτουν τελικά μια εικόνα του κόσμου, κάθε φορά πιο γεμάτη. Άραγε αν μπορούσες να δεις από τα μάτια ενός μυρμηγκιού; Αν άκουγες ό,τι ακούει ένα πουλί;



[το soundtrack της στιγμής που μου ήρθε η πρώτη φευγαλέα σκέψη για το θέμα αυτής της ανάρτησης, ένα πρωινό στην Πατησίων, σε ένα πεζοδρόμιο ασφυκτικά γεμάτο με κόσμο....]

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

σκηνικό...

Σας παρακαλώ κύριε! Μα πώς θα περάσω, από πάνω σας; Σηκωθείτε παρακαλώ! Μα, πού να πάω, δε χωράμε! Λίγη ευγένεια, η ευγένεια ξέρετε λείπει από τους νέους! Εμένα μου λέτε; Τουρκία έχουμε καταντήσει πια! Τόσοι ξένοι... ε, βέβαια, αυτά έμαθες στο σπίτι σου, άξεστε! Λίγη ησυχία, σας παρακαλώ! Ηρεμήστε πρωί πρωί! Δεν έχουμε την όρεξή σου κυρά μου!!! (ουρλιάζοντας) Ο Μητσοτάκης... Ε, ας μη γινόμαστε ρατσιστές! Μα, χώρα είναι αυτή; Τί σημαίνει ρατσισμός κορίτσι μου; Μάθατε τώρα μια λέξη και την τσαμπουνάτε!... Ο Μητσοτάκης, ναι, αυτός φταίει για όλα! Και ο Καραμανλής, ο γέρος! Α, εδώ θα διαφωνήσω, δεν ξέρεις τί λες μου φαίνεται! Ωχ, ωχ, ωχ! Το νύχι μου... Αχ μη βρε κύριε στο νύχι μου! Αυτοί φέρανε τη χώρα σ' αυτήν την κατάσταση! Αδιέξοδο! Συγγνώμη, πονάτε; Ε, νύχι είναι βρε κύριε, πονάει, τι να κάνει; Το ξέρω, το ξέρω ότι δεν το θέλατε, θα περάσει... αχ, αχ! Είκοσι λεπτά περίμενα στη στάση! Μη σπρώχνετε άλλο, δε χωράμε! Πήγαινε λίγο κατά κει, να κατέβω! Μανία, να κάθονται όλοι τους στην πόρτα! Πάνε πιο μέσα, κοπελιά! Οδηγέ, βάλε λίγο μουσική να ηρεμήσουνε! ΗΣΥΧΙΑ!!!! Γιατί κι η Παπαρήγα καλύτερη είναι; Όλοι τους σκότωμα θέλουν! Να μπει με τα καλάσνικοφ ο κόσμος στη βουλή... Όχι, κυρία μου, εμείς φταίμε που τους ψηφίζουμε! Αχ, καζάνι έγινε το κεφάλι μου, κυριακάτικα! Κλείσε πια το καβουρντιστήρι το στόμα σου κυρά μου! Οι ξένοι τα φταίνε όλα! Κι εμείς τους δίνουμε δουλειά, τα χαϊβάνια! Όχι, δεν είναι έτσι! Μόνο σε όσους δεν έχουν χαρτιά δίνουν δουλειά! Εγώ που είμαι νόμιμη είμαι πόσους μήνες άνεργη, κανένας δε με παίρνει, πρέπει να μου πληρώνει 100 ευρώ παραπάνω για το ΙΚΑ! Χωρίς δουλειά, άνεργη, και πληρώνω τους φόρους και 150 ευρώ το μήνα στο ΙΚΑ! Από πού να τα βρω; Εμένα που με βλέπετε, τρεις φορές μου ανοίξανε το σπίτι! Με τα καλάσνικοφ στη βουλή, ναι, και να τους καθαρίσουμε όλους πρέπει! Όλοι βρώμικοι είναι! Βρωμιάρηδες, μαύροι! Να γκαμήσου! Εγκώ ντεν πειράζει κανέναν! Ούτε ένας να μη μείνει! Εμένα που με βλέπεις, 70 χρονών είμαι και έχω εφτά φορές να ψηφίσω! Κι εγώ δεν ψήφισα την τελευταία φορά! Μπράβο, και βλέπετε τα αποτελέσματα! Σαν τα πρόβατα στη σφαγή μας πάνε! Μας κάνουν ό,τι θέλουν! ΣΚΑΣΤΕ ΠΙΑ!!! Έχει γεμίσει η Αθήνα ξένους! Να φύγουμε, η μόνη λύση! Εσείς οι νέοι είστε το μέλλον! Όργανο της Αμερικής είναι κι αυτός... Μην τα ακούς αυτά, οι Κινέζοι κυβερνούν τον κόσμο! Κιτρινιάρηδες, ετοιμάζονται να μας επιτεθούν!! Μόνο με αίμα πρέπει να γίνει η Επανάσταση του κόσμου! Μόνο έτσι θα πιάσει! Να τους σκοτώσουν και τους 300 της Βουλής! Σφαγή να γίνει! Κι οι Έλληνες ήταν μετανάστες κάποτε! Και θα ξαναγίνουν σύντομα! Σας παρακαλώ, μη σπρώχνετε άλλο! Δεν μπορώ να κλείσω την πόρτα! Δε χωράτε άλλοι, δεν το βλέπετε; Ας κατέβει κάποιος! Και πώς να πάω κύριε, με τα πόδια;;; Σταματήστε επιτέλους αυτές τις απεργίες! Τον κοσμάκη ταλαιπωρείτε! Να μιλάτε πιο ευγενικά! Είκοσι λεπτά περίμενα στη στάση! Τι ευγένεια, εδώ είμαστε σε στάβλο!!! Δεν καταλαβαίνετε, δε θα 'χουμε να φάμε σε λίγο! Κανείς μας... Ένα παράθυρο, ανοίξτε! Τι μετανάστες κι Έλληνες! Ανοιχτά είναι, δε βλέπεις;;; Αμ, θα μας σκοτώσει αυτός έτσι όπως πάει... Μήπως βλέπω και μέχρι το παράθυρο;; Εμένα που με βλέπεις, έφτυσα την Μπακογιάννη μέσα στο ζαχαροπλαστείο! Μμμ, και κάτι καταφέρατε! Δεν ταράζεται ο κώλος τους, είναι μαθημένοι όλοι τους! Μια χούντα μας χρειάζεται! Τύφλα να 'χει η Παξινού μπροστά στους βουλευτές μας, από υποκριτική ξέρουν καλά! Μου το χτυπάτε λίγο; Μην ανακατεύετε τους ηθοποιούς με τους πολιτικούς! Οι ηθοποιοί ποιούν ήθος!!! Ηθοποιός σημαίνει φως!

Ένα τρόλεϊ. Μια διαδρομή. Ένα πρωί Κυριακής. Λίγα λεπτά. Πόσοι άνθρωποι. Πόσες ζωές. Πόσα άγχη. Πόσοι φόβοι. Πόσα προβλήματα. Επικοινωνία. Ανάγκη.
Μοιάζει με θεατρικό βασισμένο σε κάποιο κείμενο του Ψαθά ή του Τσιφόρου, για μια τρελή Αθήνα μιας άλλης εποχής. Είναι όμως πραγματικότητα... Αρχή του χρόνου, Κυριακή, ο κόσμος δεν έχει ξεκινήσει ακόμα να δουλεύει. Κι όμως, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλα ξεσπούν! Ένα ολόκληρο τρόλεϊ που ασφυκτιά από κόσμο αρχίζει να φωνάζει. Αιτία απροσδιόριστη. Ο κόσμος βρίσκει βήμα να εκφραστεί, τα προβλήματα τον πνίγουν πια και τα λέει όπου μπορεί. Τα νεύρα είναι τεντωμένα... 
Πού πήγαν οι ήρεμες Κυριακές στα λεωφορεία; Τότε που όλος ο κόσμος έμοιαζε να πηγαίνει βόλτα και χαμογελούσε (ναι, χαμογελούσε!) και που όλοι οι μαύροι ήταν ντυμένοι πολύχρωμα με τα καλά τους (αυτά τα μακριά, φαρδιά, υπέροχα εκκεντρικά) και πήγαιναν μάλλον εκκλησία ή κάτι τέτοιο;
Οι μόνοι που γελούσαν σήμερα ήταν αυτοί που έμοιαζαν να μην έχουν τίποτα να χάσουν, να μην έχουν τίποτα...
Κι εγώ... Κι εγώ γελούσα από μέσα μου. Ένιωσα για μια στιγμή ότι είμαι στο θέατρο, ότι είναι θέατρο η ζωή κι εγώ ένας ρόλος! Ένιωσα να βγήκα λίγο έξω απ' την κατάσταση... 
κι όταν κοιτάς από ψηλά... μοιάζει η γη με ζωγραφιά...