Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

βουτιά

Χωρίς ανάσα, ένα, δύο τρία, χωρίς ρυθμό, ταχύτητα παντού. Παγωμένος αέρας γρήγορα περνάει ξυστά, χρώματα, νότες, σχήματα φωνές. Μπλουμ. Η κοιλότητα είναι υγρή, μαλακή, βελούδινη. Οι κινήσεις πυκνές, αργές, δύσκολες. Και φυσαλίδες, φυσαλίδες παντού. Τα ματόκλαδα κλειστά, μπλεγμένα σε ένα μέσον πυκνό κι αυτά. Ο ήχος αραιός, αραιός και απόκοσμος, έρχεται από μέσα. Ακούγεται εντός και μυρίζει αλλόκοτα, μέρος ενός συστήματος χωρίς όσφρηση. Τι γεύση έχει η πυκνότητα;
Δοκίμασε να πάρει μια ανάσα, ένα, δύο, τρία. Το στόμα της πλημμύρισε, κοίταξε τα χέρια της, τα άνοιξε αργά, άπλωσε τα δάχτυλα, δοκίμασε να αγγίξει. Ο κόσμος της πυκνότητας. Ένα, δύο, τρία, τα πράγματα εδώ έχουν άλλο ρυθμό, οι φωνές είναι άλλες φωνές. Τα μάτια της δεν έχουν συνηθίσει στην πηχτή διαπερατότητα της ύλης. Το σώμα της εξερευνά το χρόνο που περνάει. Το σώμα της διαπερνά το χρόνο. Εκείνη περνάει μέσα από το χρόνο, το χρόνο που μοιάζει πάντα ατάραχος επαναλαμβάνοντας τις κυκλικές του κινήσεις. Περνάει μέσα από το χρόνο μα ψάχνει να βρει το ρυθμό. Το ρυθμό του. Το ρυθμό της.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

τεσσερισήμισι

έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα ... μηδέν!
δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν
δεκατρία δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν
δεκατέσσερα δεκατρία δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν
δεκαπέντε δεκατέσσερα δεκατρία δώδεκα έντεκα δέκα εννιά οκτώ εφτά έξι πέντε τέσσερα τρία δύο ένα μηδέν

-Τι είναι μηδέν;
-Αυτό που είναι πριν από το ένα.
-Δηλαδή;
-...
-Δηλαδή, τι σημαίνει μηδέν;
-Μηδέν σημαίνει μηδέν, έχεις μηδέν πετραδάκια!
-Δηλαδή; Εξήγησέ μου.
-Μηδέν πετραδάκια, δεν έχεις κανένα πετραδάκι.
-Άρα μηδέν σημαίνει τίποτα;
-Όχι! Μηδέν σημαίνει μηδέν πετραδάκια, τίποτα σημαίνει τίποτα, ούτε πετραδάκια ούτε τίποτα δεν έχεις!

δεκαέξι σπίτια δεκαπέντε ντομάτες δεκατέσσερα σκουλήκια δεκατρία παιδάκια δώδεκα γάτοι έντεκα σκύλοι δέκα κόκκορες εννέα πεταλούδες οκτώ κιθάρες επτά αλιγάτορες έξι παντόφλες πέντε παράθυρα τέσσερις ηλιαχτίδες τρία σύννεφα δύο ουράνια τόξα που γλιστράνε ένας ουρανός μηδέν πατάτες

βαλίτσα

"During the last years, my home is my suitcase", είπαν. Κι από τότε η φράση είναι στο μυαλό της, σε κάθε μικρή κίνηση, σε κάθε νέα όψη, σε κάθε σχέση ενσυναίσθησης με ένα αντικείμενο. Σαν ωρολογιακή βόμβα, σαν συναγερμός έτοιμος να χτυπήσει. Βαλίτσα. Βαλίτσες. 
Η βαλίτσα περιγράφει έναν όγκο, μια ποσότητα συγκεκριμένη, αλλά το είδος και η ποιότητα καθορίζονται κατά περίπτωση, κατά βούληση. Υποκειμενικά. Μια διαδικασία αξιολόγησης, σχέσεις πολλαπλής ιεράρχησης. Μερικά αντικείμενα απαρτίζουν το σπίτι, πολλά μένουν πίσω. Η βαλίτσα προϋποθέτει μια αφετηρία και έναν προορισμό. Ίσως ένα ταξίδι. Ή ένα μεγάλο ταξίδι, μια προσωρινή μετακίνηση. Άλλοτε ο προορισμός είναι αορίστου χρόνου. Και τότε η βαλίτσα γίνεται σπίτι, σκέφτηκε. Η βαλίτσα περιγράφει έναν όγκο, χώρο, αλλά περιέχει χρόνο. Πολλαπλούς, επάλληλους χρόνους. Εκείνη κοιτάζει τη βαλίτσα και αναρωτιέται πώς δομείται, πώς κατασκευάζεται. Γιατί αν ο χώρος είναι συγκεκριμένος, ένας πεπερασμένος όγκος ύλης που μπορεί να μεταφερθεί, ο χρόνος δεν περιορίζεται. Τα σημάδια, οι υφές, τα αρώματα, όλα εκείνα που απαρτίζουν το σπίτι, το κανονικό σπίτι, η ύλη μιας ζωής δεν περιορίζεται. Μόνο αυξάνει σε όγκο, βάρος, πυκνότητα πληροφορίας. Εκείνη κοιτάζει τη βαλίτσα. Κοιτάζει έπειτα όσα θα μείνουν εκτός, περνάει το χέρι από πάνω τους, τα μυρίζει στη συνέχεια. Κλείνει τη βαλίτσα. Νομάδες, ψιθυρίζει. Νομαδική σκέψη. Πώς είναι άραγε; Να αποχωρίζεσαι για πάντα ό,τι δε χωρά, χωρίς την ασφάλεια μιας αφετηρίας πάντα ζεστής και φιλόξενης. Να ταξιδεύεις χωρίς βάρος, να μεγαλώνεις χωρίς τα ίχνη σου. Χαϊδεύει τις μολυβένιες σημειώσεις στο περιθώριο ενός βιβλίου, παρασιτική κατοίκηση. Κλείνει τα μάτια, δύο χρόνια. Αγκαλιάζει το βιβλίο. Το στριμώχνει βιαστικά στη βαλίτσα. Αυτό θα χωρέσει.


Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

χωρίς λόγια

Σήμερα, μόνο μουσική. Καλή πτήση!


Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

περαστικοί

Joan Miro, Bleu I, II, III
Συναντηθήκαμε τυχαία. Κάπου, στο απέραντο γαλάζιο, δύο σημεία μηδενικής μάζας που ήρθαν κοντά το ένα στο άλλο. Ανάμεσα σε χιλιάδες σημεία, κυνηγήσαμε για λίγο την κόκκινη φλόγα, και εξερευνήσαμε τα σύνορα. Κολυμπήσαμε μαζί μια απόσταση. Δεν ξέρω να πω αν ήταν μεγάλη ή μικρή. Ήταν όμως μια απόσταση. Μετά χαθήκαμε. Νομίζω πως σε είδα να φεύγεις, μα δεν αντέδρασα. Σαν παιδί που αφήνει το μπαλόνι, ελευθερώνοντας το σχοινί που κρατάει στο χέρι του, σε είδα να απομακρύνεσαι με φόντο τον ουρανό.

Συνάντησα κι άλλα σημεία, οι τροχιές μας έμοιαζε να συνδέονται, να συνδυάζονται και να συμπίπτουν για λίγο. Διαδρομές συγκλίνουσες και αποκλίνουσες μας ένωναν και μας χώριζαν. Με κάποια σημεία διασταυρώθηκα στιγμιαία, με άλλα συγκρούστηκα βίαια. Μου άλλαξαν την πορεία, μου έδειξαν ένα φωτεινό αστέρι, μου έκρυψαν λίγο ήλιο. Άφησα ίχνη στον πυκνό αέρα και κυλίστηκα στις λάσπες, λερώθηκα, κόλλησαν πάνω μου αστρικά κομμάτια.

Για κάθε σημείο που συνάντησα τυχαία στο απέραντο γαλάζιο, μπορώ να πω μια ιστορία. Έχω ιστορίες όμορφες, άσχημες, ημιτελείς, λυπητερές και χαρούμενες. Ιστορίες μικρές και μεγάλες. Ιστορίες παλιές, σκονισμένες, και ιστορίες ζωντανές, που ακόμη εξελίσσονται. Συναντηθήκαμε τυχαία, περαστικοί σε μια πλατεία γεμάτη εικόνες, και κάναμε μαζί μια βόλτα. Για λίγο, ώσπου φτάσαμε στον επόμενο κήπο, στην επόμενη αυλή, και με είδες να χάνομαι εκεί κάτω απ' τα δέντρα, κοιτώντας τα φυλλώματα.


Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

αστάθεια revisited

για τα φιλαράκια μου που βρίσκονται τώρα εκεί, ειδικά
και για όλους όσοι βρέθηκαν κάποτε εκεί, γενικά


Στην Αστάθεια οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, μα μικρή σημασία έχει αυτό. Οι φωνές συγκρούονται με άλλες φωνές, οι κραυγές μένουν μετέωρες. Οι κινήσεις, τα αγγίγματα, μετατρέπονται σε σκουντήματα, άγριες πατημασιές  και ελεύθερες πτώσεις στο κενό. Οι συζητήσεις δεν τελειώνουν ποτέ, οι λέξεις εκσφενδονίζονται με ταχύτητα και χωρίς νόημα, ή μένουν παγιδευμένες μέσα σε τόνους σκέψεων. Οι σιωπές καταπίνουν η μία την άλλη και τα λόγια χτυπάνε ορμητικά πάνω σε άλλα λόγια, και πέφτουν ζαλισμένα κάτω.

Οι ξύλινες πλατφόρμες δεν παύουν στιγμή να ταλαντώνονται, τα ξυλοπόδαρα λυγίζουν στις αρθρώσεις τους και καταρρέουν υπό το βάρος μιας μικρής πτώσης, τα ταλαιπωρημένα σπιτάκια σπάνε στη μέση και τα κεραμίδια, οι μεταλλικές καμινάδες και τα παντζούρια των παραθύρων γκρεμίζονται διαρκώς. Κι από κάτω, τα νερά της λίμνης αναταράσσονται ξαφνικά, και η Αστάθεια μοιάζει με καρυδότσουφλο σε φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Οι κραυγές συνεχίζονται, οι απεγνωσμένες κινήσεις για βοήθεια προκαλούν νέα σπασίματα, σαπίσματα, νέες καταστροφές. Στην Αστάθεια, οι άνθρωποι δεν ξέρον τι να κάνουν, πώς να προφυλαχτούν, πώς να αντιδράσουν. Κοιτάζοντας τη γη που ποτέ δεν είχαν και χάνουν κάτω από τα πόδια τους, θρηνώντας σπαρακτικά για τα κακά που θα ακολουθήσουν, μένουν παγωμένοι και μόνοι. Όλα φαίνονται αδύνατα, τεράστια, απειλητικά και μπλέκονται σε ένα χαοτικό κουβάρι χωρίς αρχή και τέλος.

Κοιτάζοντας κάτω, πίσω από την άκρη της μυτούλας τους, αυτό που δεν καταφέρνουν να δουν είναι τα σύννεφα. Τα σύννεφα που αποκαλύπτουν ένα μακρινό φως. Κι αν κάποτε καταφέρουν να δουν ο ένας τον άλλον, να δώσουν τα χέρια και να ανταλλάξουν ένα ζεστό χαμόγελο μένοντας ασάλευτοι για μια στιγμή, οι πλατφόρμες θα σταματήσουν να κινούνται, τα ξυλοπόδαρα θα μετατραπούν σε πόδια και τα ερειπωμένα σπιτάκια θα γίνουν κατοικήσιμα. 

Και ίσως, κάποτε, οι άνθρωποι στην Αστάθεια καταφέρουν να ιππεύσουν τα σύννεφα και να φτάσουν ως το ουράνιο τόξο. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

το χωριό μέσα στην πόλη

 ένα κειμενάκι απ' αυτά που γράφτηκαν στο δρόμο


Μεγάλη λεωφόρος, φώτα, κίνηση, θόρυβος, ταχύτητες, μεγάλα απρόσωπα καταστήματα, μυστηριώδη επιβλητικά κτήρια. Φύγε, φύγε, σου κάνουν. Φύγε, έχεις δουλειά εδώ; Είσαι μόνος σου! Μη σταθείς, όχι εδώ, όχι. Στενάκια παραμέσα, τα σπιτάκια χαμηλώνουν, τα μεγέθη μικραίνουν, το ύφος αλλάζει. Τα δρομάκια κατάφυτα με δέντρα που ανασηκώνουν τις πλάκες του πεζοδρομίου, όπου υπάρχουν, Φώτα αχνά, άτακτα, υποκίτρινα. Μακρινοί ήχοι αυτοκινητοδρόμου που σβήνουν και χάνονται, τζιτζίκια, πουλιά και σκυλάκια κοντά σου. Άρωμα μανταρινιού, μικρά μαγαζάκια, χαλασμένοι φράχτες όλο πράσινοι.

Κάτι στην αίσθηση έχει αλλάξει. Όλα έχουν αλλάξει, και το φως νέον υποδεικνύει ένα παλιό παντοπωλείο, με ξεθωριασμένη ταμπέλα Amita, γαλάζιο ξεπλυμένο και πορτοκαλί σαν θολό ηλιοβασίλεμα. Και δίπλα, ψητοπωλείο στα κάρβουνα, σουβλάκια και πανσέτες, μαύρα γράμματα σε λευκό νέον φόντο CocaCola, και ξύλινα τετράγωνα τραπεζάκια. Εκεί, η συζήτηση έχει ανάψει, και ηλικιωμένοι με τα κασκέτα τους γελάνε δυνατά.

Και ξαφνικά, είναι σούρουπο φθινοπώρου, μόλις που έχουν ανοίξει τα σχολεία, και αποχαιρετάς το καλοκαίρι με μεγάλους τραβηγμένους μελαγχολικούς περιπάτους. Κάπου εκεί στα στενάκια με τους κισσούς και τις κληματαριές, μυρίζει ψητά στα κάρβουνα και άφθονο κρασάκι, και τα παπούδια συζητάνε μανιωδώς κουνώντας τις μαγκούρες τους και σηκώνοντας τα ποτήρια τους. Είναι απόγευμα καλοκαιριού, και η μακρινή ποδηλατάδα κάνει στάση στην πλατεία ενός χωριού, απέναντι από το μπακάλικο με την ξέθωρη ταμπέλα νέον που πια η μισή δεν ανάβει, και δυο πορτοκαλάδες Δόξα και δύο σουβλάκια από το ψητοπωλείο μεταμορφώνονται σε γεύμα παραδεισένιο. Είναι απομεσήμερο χειμώνα και μέσα απ' το αυτοκίνητο, με την πολύχρωμη σάκα του νηπιαγωγείου στο δίπλα κάθισμα, αναρωτιέσαι αν όλα τα μπακάλικα με ταμπέλα Amita είναι του ίδιου κυρίου, και γιατί κανένας μπακάλης δε σκέφτεται να βάλει ένα άλλο σχέδιο στην ταμπέλα, και ποιός τις φτιάχνει επιτέλους αυτές τις φωτεινές ταμπέλες. Είναι ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό, και στη σχολική εκδρομή η μόδα επιτάσσει ζαχαρωτά χύμα τυλιγμένα σε χωνάκι εφημερίδας από το μπακάλικο της κυρ' Ανάστας, και το νέον μοιάζει παράταιρο, μέσα σε τόσο φως που είναι λουσμένο.

Κάτι στην ατμόσφαιρα έχει αλλάξει, ναι. Μια πόλη μέσα στην πόλη αποκαλύπτεται σταδιακά, το χωριό σχηματίζεται μέσα στο προάστιο, κι ένα κύμα οικειότητας πλημμυρίζει το μέρος. Και ζεστασιάς. Μανταρίνι, ψητοπωλείο, ρετσίνα και χυμός Amita στο παλιό του κουτάκι.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

παράθυρο

για το Λύκο, που μου βάζει ωραίες ιδέες


Λευκή λινή κουρτίνα, ελαφριά δαντέλα με μπλε λεπτομέρειες στο τελείωμα. Είναι απαλά τραβηγμένη στο πλάι και το παράθυρο μισάνοιχτο. Είναι ξύλινο, ξύλο ακατέργαστο, σκούρο καφέ, με πολλά σκασίματα και αγκαθάκια. Το μικρό του περβάζι, ξύλινο επίσης, είναι τόσο στενό ώστε να χωράει ακριβώς τους αγκώνες σου και μια κούπα με ζεστό καφέ. Αχνιστό. Ίσως μπορείς να ακουμπήσεις κι ένα μικρό βιβλίο, βιβλίο που σε βοηθάει να ονειρεύεσαι, να σκέφτεσαι, να ξεχνιέσαι.

Δροσερό αεράκι φυσάει γαλήνια και πλημμυρίζει το χώρο. Σκορπάει άρωμα αμυγδαλιάς, ελαφρύ και αιθέριο, που αιωρείται στο δωμάτιο. Έξω φαίνονται οι κορυφές των δέντρων, σε διάφορα ύψη, διάφορα σχήματα, διάφορα χρώματα. Είναι άνοιξη, αρχή της άνοιξης, και είναι πολύ φωτεινά. Κάνει ψύχρα, μα οι φωτεινές ηλιαχτίδες εξουδετερώνουν το κρύο. Ο ουρανός έχει χρώμα γκρίζο ανοιχτό, μα αισιόδοξο, καθαρό και φρέσκο, και τα κλαδάκια που έστεκαν μόνα έχουν αποκτήσει υποψίες πράσινου. Τα βουνά τριγύρω μένουν ακίνητα, βαριά και σταθερά. Στιβαρά και γεμάτα αγάπη.

Ένα μικρό σπιτάκι στο βουνό, ξύλινο, γεμάτο απλά όμορφα πράγματα, και χρώματα ζεστά. Μια όμορφη γωνιά να κάθεσαι την άνοιξη, να μυρίζεις τα φύλλα και να βλέπεις τη θέα, τις κορυφές να λικνίζονται απαλά με το φύσημα του ανέμου. Ο ορίζοντας είναι μακριά, πίσω από τα μεγάλα βουνά, και λίγο διακρίνεται, μόνο υπονοείται συνεχώς. Ένα μικρό σπιτάκι, ένα δωμάτιο εξοπλισμένο με τα απαραίτητα, εκεί βρίσκεις καταφύγιο τις μέρες που όλα συμβαίνουν και θα 'θελες να λείπεις.

Κι η θέση μπροστά στο παράθυρο, φυλαγμένη μόνο για σένα, κι η θέα, απαράλλαχτη εδώ και καιρό. Πιο μέσα; Πιο μέσα δεν ξέρω, το παράθυρο είναι που σε αφορά, ένα δωμάτιο που είναι μόνο παράθυρο, μια θέα που δεν είναι παρά μόνο μια θέα προς τα μέσα. Κι αν ψάξεις πολύ, θα διαπιστώσεις πως μέσα στο μυαλό σου είναι το σπιτάκι, μια γωνίτσα στην άκρη των σκέψεων, κι ένα παράθυρο ανοιχτό, στο μέρος εκείνο που τόσο καλά είναι κρυμμένο και τόσο δυσκολεύεσαι να πας.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

inertia

Επειδή η φωτογραφία είναι όμορφη, και περιμένει μέρες θλιμμένη και μόνη. 
Έστω και με μια υποψία ημιτελούς κειμένου, ορίστε.


Julien Bryan | Βαρσοβία, 1939
 
Σκέψεις, σκέψεις. σκέψεις. Σκέψεις ιπτάμενες, βίαιες, επιθετικές. Σκέψεις απαιτητικές. Το χρόνο σου θέλουν, διεκδικούν την αποκλειστικότητα. Πράξεις που δεν έγιναν, πράξεις που περιμένουν εσένα, πράξεις που έγιναν, καλώς ή κακώς. Το χρόνο σου θέλουν, κι αυτές. 
Κι εσύ στη μέση, μια στιγμή αδράνειας, με τα μάτια ανοιχτά. Μια στιγμή αφήστε μου μόνο, κι επιστρέφω.