Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Ακαπούλκο

Ακαπούλκο! Ακαπούουουλκο...

Μια φωνή, δυνατή και κοφτή, σε κάνει να διακόψεις απότομα και να σηκώσεις το βλέμμα. Μετά αντιλαμβάνεσαι τη βουή του κόσμου, την οχλαγωγία, το βιαστικό πηγαινέλα που μυρίζει πρώτες ηλιαχτίδες της άνοιξης. Και ήσουν κάπου εκεί, σε μια Αόρατη Πόλη, να περπατάς ανάμεσα σε Πενάτες και Λάρητες. Αυτό είναι το Ακαπούλκο. Κι ο Μάρκο Πόλο αφηγείται στον Κουμπλάι Χαν με νοήματα και νεύματα και χειρονομίες και αντικείμενα που βάζει στη σειρά και με παρτίδες σκάκι, κι εκείνος κάθεται αναπαυτικά σε μεταξωτές κεντημένες μαξιλάρες και καπνίζει τη μεγάλη πίπα του. Αυτό είναι το Ακαπούλκο. Και οι άνθρωποι πάνε κι έρχονται πάνε κι έρχονται, σταματάνε, πουλάνε και αγοράζουνε. Κι ο ήλιος παίζει κρυφτούλι με τα σύννεφα, κι ο αέρας φυσάει και σου παίρνει τα χαρτιά και ρίχνει τα πλατανόφυλλα πάνω στις τσάντες του μικροπωλητή. Αυτό είναι το Ακαπούλκο. Είναι Πέμπτη μεσημέρι, η πρώτη ηλιόλουστη Πέμπτη του Μάρτη, κι έχει ζέστη εκτυφλωτική, φοράς μια μπλε ζακέτα και καφέ παντελόνι και όλα σου χαμογελάνε κι είσαι ελεύθερη ελεύθερη μέσα στον ήλιο. Ακαπούλκο.

Στην πρώτη σελίδα των Αόρατων Πόλεων, έχεις γραμμένο Ακαπούλκο. Τι χαζή σκέψη, τι χαζή κίνηση, μια ανόητη λέξη σημειωμένη στο βιβλίο. Και ποιος θα θυμάται τι είναι, τι σημαίνει Ακαπούλκο...
Και σήμερα, ανοίγοντας το βιβλίο, διάβασες Ακαπούλκο. Και τα θυμήθηκες όλα. Βγήκαν από το βιβλίο όλο ορμή, λες κι είχες ανοίξει κάποιο μαγικό κουτί με χρόνια παγιδευμένους δαίμονες. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι στο κέντρο κι εσύ καθισμένη στο παγκάκι στον πεζόδρομο, σαν ανέμελη τουρίστας στη ζωή, περιπλανιόσουν στις Αόρατες Πόλεις και καταβρόχθιζες σελίδα σελίδα τον Καλβίνο. Ήταν εκεί το Ακαπούλκο, γύρισες το κεφάλι δεξιά και τεντώθηκες λίγο, είδες έναν κύριο εξοργισμένο με ριγέ πουκάμισο, θα φορούσε σακάκι αλλά θυμάσαι μόνο το πουκάμισο, και ούρλιαζε. Ακαπούλκοοο. Μέσα από το εξώφυλλο με το κάστρο, ξεπετάχτηκαν όλα: μυρωδιές και χρώματα λουλουδιών, ήταν ωραία η Αθήνα την άνοιξη κάποτε, ηρεμία και θρόισμα φύλλων και φωνές στο βάθος. Κι ο αυτοκράτορας Κουμπλάι Χαν να καπνίζει ατάραχος την πίπα του και να παρατηρεί τις μνήμες που ανασκεύαζε ακούγοντας ιστορίες για πόλεις μακρινές.

Έχεις πάει στο Ακαπούλκο, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι και το λιμάνι βρισκόταν ακριβώς από πίσω σου, κι εσύ όλο και άκουγες τους αχθοφόρους να φωνάζουν, μα δεν τους είδες ποτέ.


φωτάκια

(αστρικό παραλήρημα σε κινούμενο υπεραστικό λεωφορείο)

Μικρά, υπομονετικά αναμμένα φωτάκια, στη σειρά
ακίνητα αναμένουν, υποδοχές
Σε παράξενους τακτικούς σχηματισμούς, σαν μονόχρωμα
γαλανά τάγματα από σημεία
Κι ύστερα, πολύχρωμες στρατιές ινδιάνων και ορδές
εξεγερμένων ιθαγενών πολεμιστών
Με τα τσεκούρια στον αέρα, εξαπολύοντας αλαλαγμούς
σε ρυθμική επίθεση
Μικροί μακρινοί αστερισμοί τρεμοσβήνουν και χάνονται
στο αόρατο βάθος

Και πύρινες αστραπιαίες βολίδες διασχίζουν το οπτικό σου πεδίο,
αναφλέγονται και σκορπίζουν στιγμιαία 
τη λάμψη τους στο παχύ σκοτάδι του σύμπαντος

Κι εσύ, σαν να έχεις καθίσει αναπαυτικά στη ράχη 
του δικού σου κινούμενου αστερισμού, παρατηρείς
Από απόσταση, ενώ φαντασιώνεσαι ένα ιδανικό
σύμπαν γεμάτο φωτεινά σημεία μηδενικής μάζας

Αόρατη κι ελεύθερη

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

υπό κλίμακα



Κρυφακούγοντας τους διαλόγους της πόλης, στήνοντας αυτί ή περνώντας ξυστά πλάι τους, μετράς διαστάσεις και φράσεις κι αισθήματα, μετράς τη σημασία, την αφοσίωση και την οργή.

Ναι, ναι, άσ'το εκεί, καλά είναι... Κοντά, 5-6 χιλιόμετρα από την ακτή. Ε, είναι μια ώρα δρόμος, πάω κι έρχομαι... Θα πεταχτείς μέχρι το κέντρο να μου πάρεις ένα κουτάκι που θέλω; Λίγο πιο κάτω, ε, θα το δεις μπροστά σου, περίπου στα 200 μέτρα... Κάνα μέτρο πιο εδώ δηλαδή; Ε, τίποτα, ούτε έναν όροφο ψηλότερα. Λέω να αφήσω ένα χιλιοστό γύρω γύρω για να κάνει διαφορά. Άσε καλύτερα ενάμισι. Κοίτα, είναι περίπου 6 εκατοστά. 20, 30 πόντους, μην το κάνεις πολύ μεγάλο. Ξέρω κι εγώ τώρα, ένα οικοπεδάκι 10 στρέμματα. Λοιπόν, 54 τετραγωνικά, ευάερο ευήλιο, αλλά παραμένει ακριβό. Και τα 42 τετραγωνικά βεράντα; θα κάνετε κάτι πάρτι εκεί... Νομίζω μισό χιλιοστό είναι ιδανικό, ξεχωρίζει τέλεια.

Ξέρεις τις αποστάσεις που διασχίζεις καθημερινά από καρδιάς, μετρημένες με βήματα, τα μεγέθη των χώρων σου με το μάτι, τα καθημερινά σου αντικείμενα με το βάρος τους στην παλάμη σου. Κι είναι φορές, πολλές φορές, που τα χιλιοστά δε σε αφορούν, τα εκατοστά γίνονται μέτρα και τα μέτρα χιλιόμετρα, πάντα χωρίς αξία. Το ξέρω. Το ξέρω καλά. Μα αν αφήσω τα ακροδάχτυλά μου να διατρέξουν το κορμί σου, θα υποδιαιρώ τα χιλιοστά στα χίλια και θα θέλω να τα γνωρίσω όλα, ένα προς ένα, κι όλα τα χιλιόμετρα του κόσμου θα είναι λίγα.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

παράσιτα

Μέσα στο μικρό φαρμακείο, κάτι στην ατμόσφαιρα σε ξενίζει. Κάτι μικρό και υπέροχο, ανοίκειο και οικείο μαζί. Κάτι παράξενο, κάτι μυστηριακό, κάτι απρόσμενο, κάτι... Ο χρόνος κυλάει αργά, και το φως της ημέρας δε φτάνει μέχρι το βάθος της στοάς, που παραμένει δροσερή παρά τους 30 βαθμούς υπό σκιά στο πεζοδρόμιο. 
Ο παπούλης φαρμακοποιός ακούει κλασσική μουσική, νωρίς το πρωί, και όλα είναι γαλήνια. Σαν το πρόσωπό του. Γαλήνια σαν τα γαλάζια μάτια του, δύο λίμνες γεμάτες στεναγμούς και  πόνους και κούραση αρκετών δεκαετιών. Γαλήνια σαν τις κινήσεις του, όταν ψάχνει αργά και διεξοδικά να σου βρει το κατάλληλο κουτί. Ο χρόνος έχει σταματήσει, η κίνηση του δρόμου, οι κόρνες και οι φωνές της λαϊκής έχουν εκτοπιστεί σε ένα σκηνικό ηχητικό βάθος και το άγχος της καθημερινότητας έχει καλυφθεί από αυτήν την ιδιόμορφη αίσθηση που σου κεντρίζει την περιέργεια στο μικρό φαρμακείο.
Και ύστερα παρατηρείς. Ω ναι! Ένα κασετόφωνο. Ένα κασετόφωνο GRUNDIG, μακρουλό, μαύρο, σαν εκείνα των σχολικών αιθουσών. Εκείνα που ήταν βαριά και τα κουβαλούσε η δασκάλα των αγγλικών με κόπο, κουτσαίνοντας και προσπαθώντας να συγκρατήσει στο άλλο χέρι τη στοίβα με τα βιβλία και την τσάντα που από το βάρος ξεγλιστρούσε απ' τον ώμο και έπεφτε ως τον αγκώνα. Ένα πραγματικό κασετόφωνο, χωρίς CD, χωρίς mp3, μα με κεραία. Και τα παράσιτα. Ω ναι! Τα παράσιτα του ραδιοφώνου. Όχι! Τα παράσιτα της παλιάς κασέτας, που ξετυλίγει αργά, αργά την ταινία της, γυρίζοντας πίσω από το διαφανές πορτάκι της. Γαλήνια.
Κάτι στην ατμόσφαιρα του μικρού φαρμακείου σε ξενίζει ευχάριστα. Γνώριμη αίσθηση, γνώριμος ήχος, γνώριμη πολύωρη αναμονή στο ραδιόφωνο, για να ακούσεις, ανάμεσα σε μικρά παράσιτα, τη μουσική που περίμενες. Γνώριμη, μα τόσο μακρινή. Σαν νά 'ταν μνήμη κάποιου άλλου, τοποθετημένη ανάμεσα στις δικές σου.
Στην έξοδο, πίσω στο δρόμο, την κίνηση, τα φρεναρίσματα, τις κόρνες, τα τρόλεϊ που ποτέ δε φτάνουν στην ώρα τους, και τη ζέστη. Στο μυαλό σου, εικόνες από το κασετόφωνο, τραγούδια που κάποτε σιγοτραγουδούσες με το αφτί κολλημένο στο ηχείο, και νύχτες βροχερές γεμάτες παράσιτα, ήχους και στίχους. Ένας κόσμος ξεχασμένος και αναπόφευκτα νεκρός , ζωντάνεψε στιγμιαία μέσα στη φαντασιακή σου μνήμη. Κι έμεινες εκεί, μακριά από θορύβους και κόρνες και φωνές και τσακωμούς.
Έμεινες εκεί, με ένα τραγούδι να στιφογυρίζει στο κασετόφωνο του μυαλού σου. Γαλήνια και πεντακάθαρα. Μόλις γυρίσεις σπίτι, θα ανοίξεις το ραδιόφωνο και θα το περιμένεις. Ή θα βάλεις την κασέτα να παίζει καθώς μαγειρεύεις. Κι έτσι γλυκά, ανάμεσα στα παράσιτα, θα το ερωτευτείς ξανά και ξανά. Καλημέρα.