Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

με τη Χιονάτη στο ταβάνι...


Δεν είναι αλλεργικό εξάνθημα, ιογενές είναι αυτό. Δεν ξέρω τι, αλλά ιογενές. Να πας να το δει ο παιδίατρός σου!



Τρία σκαλιά, ψηλά, η γνωστή σκοτεινή είσοδος με τη μισάνοιχτη πόρτα, κακόγουστο γκριζωπό πλακάκι στο πάτωμα, το ασανσέρ στο βάθος αριστερά. Δεύτερος όροφος, ο στενός διάδρομος, σκύψε για να περάσεις κάτω από ένα δοκάρι, η σκάλα ελεύθερη στα αριστερά σου, ένα χαμηλό καγκελάκι βαμμενο με μπεζ λαδομπογιά σε προστατεύει να μην πέσεις, η τελευταία πόρτα στα αριστερά, ακριβώς μπροστά από το σκέλος της ανόδου. Είναι ανοιχτή, σπρώχνεις και μπαίνεις. Ένα ροζ σύμπαν αποκαλύπτεται. Ροζ με μπλε δοκάρια και μπλε κολώνες, και μαύρες λεπτομέρειες. Ω ναι. Ω ναι. Κοιτάς τριγύρω μαγεμένη. Είναι σαν ξαφνικά να σου επιτίθενται νεράιδες και χαρούμενοι δράκοι, πεταλούδες και λιβάδια και χρώματα μιας άλλης ζωής.

Διαγώνια, στο βάθος, από την ανοιχτή πόρτα, εκείνος σε κοιτάζει. Είναι όρθιος, θεέ μου, στην ίδια θέση, φοράει κοκκάλινα ορθογώνια γυαλιά και παχύ γκρίζο μουστάκι και σε κοιτάζει λοξά. Απαλό γαλάζιο πουκάμισο και γκριζωπό γιλέκο με σχέδια, και σου σκάει ένα χαμόγελο και χαιρετάει με θέρμη. Το μωράκι μέσα κλαίει κι εκείνος του ψιθυρίζει διάφορα μέσα από το μουστάκι του, με σταθερή φωνή. Σταματάει για λίγο και μετά ξεσπάει σε λυγμούς, πιο δυνατά. Όπως και τότε, κωμικός και αυστηρός μέσα στο γκριζωπό του γιλέκο, με τους ρόμβους και τα καρό που δεν κουραζόσουν να παρατηρείς. Γεια σας!, απαντάς με χαρά.

Είσαι πέντε χρονών και βήχεις διαβολεμένα, ακατάπαυστα. Είσαι πέντε χρονών και η μύτη σου τρέχει, και κλαις και γκρινιάζεις, και θέλεις τη μαμά σου, και σε ενοχλεί το κασκόλ και ο σκούφος με αφτιά που σε κάνουν να μοιάζεις με χνουδωτό κινούμενο μπόμπο. Σε ενοχλεί το μπουφάν, τόσο φουσκωτό, και κρυώνεις, κρυώνεις κρυώνεις. Και μπαίνεις μέσα στο ροζ σύμπαν με τις μπλε κολώνες και τα μπλε δοκάρια, και ξαφνικά σταματάς να κλαις.

Μυρίζει ξυλάκι που ακουμπάει σε πονεμένη γλώσσα και τρίβεται, στυφό, ενώ ταυτόχρονα ακούγεται ένα πνιχτό ααΑΑΑ. Η γεύση της ίωσης. Και βλέπεις τη Χιονάτη στον τοίχο να χαμογελάει ανέμελη, και τους νάνους να τρέχουν χαρούμενα γύρω της, να της πιάνουν το φουστάνι, να βάζουν τρικλοποδιές. Και ένα πουλάκι ασημογάλαζο έχει κάτσει πάνω στο χέρι της Χιονάτης, και κοιτιούνται γλυκά, και άλλα πουλάκια κελαηδάνε. Και τα δέντρα, και το σπιτάκι στο βάθος. Ω, είναι όλα τόσο μεγάλα! Κι εκείνος σου δείχνει, γελώντας πίσω από τα γυαλιά και τα μουστάκια του, κάτι που κρέμεται από το ταβάνι, ένα παιχνίδι, κι εσύ μαγεμένη ξεχνάς τον πυρετό, το βήχα, το συνάχι, και μόνο νιώθεις το κρύο μέταλλο στην πλάτη σου. Και βαθειές ανάσες. Πάει, τέλειωσε.

Η Χιονάτη στον τοίχο είναι ακόμα, κοιτάζει με νόημα. Κι οι νάνοι τριγύρω, δεν είναι πια στο ύψος σου, μαλλον μοιάζεις με τη Χιονάτη τώρα. Ω, μα τίποτα δεν άλλαξε! Τα πλακάκια στο πάτωμα, ένα σχέδιο ψυχεδελικό, νάιντις, χανόσουν εκεί όταν ήσουν 5 χρονών, έπαιζες κουτσό, μετρούσες τα τρίγωνα. Μια τηλεόραση Sony παλιά, τετράγωνη, κρεμασμένη στη γωνία του τοίχου. Από εκείνες που είχαν θαμπό μαύρο χρώμα και ήταν τετράγωνες, τετράγωνες, με τεράστιο ποπό, τέτοιο που πίστευες ότι εν είδει κουκλοθέατρου μπορεί να έκρυβε μέσα του μικροσκοπικά ανθρωπάκια και ζώα και φωνές και βίντεο.

Είσαι 5 χρονών και έχεις πάει για εμβόλιο μαζί με τον παιδικό σου φίλο. Με τις οικογένειές σας, παρέα. Ω, τι ευτυχία! Δεν είσαι μόνη σου! Και θα πας για παιχνίδι μετά, και τίποτα άλλο δε μετράει. Ένα εμβόλιο, ευτυχώς θα περάσει. Και παίζεις, πλάι στη Χιονάτη ενώ περιμένεις, σκαρφαλώνεις σε ένα τραπεζάκι, και κοιτάς τις εικόνες με τα μωρά στους τοίχους. Κάνετε τα εμβόλια μαζί, ποιός θα κλάψει λιγότερο, και είναι όμορφα όμορφα όμορφα. Και παίρνεις δώρο ένα ξυλάκι, μια καραμέλα, και πας να παίξεις ευτυχισμένη.

Το μωράκι που έκλαιγε βγαίνει από το μέσα δωμάτιο, τυλιγμένο στην αγκαλιά της μαμάς του. Περάστε, χειραψίες, τι κάνετε, πού βρίσκεσαι κορίτσι μου, πωπω τίποτα δεν άλλαξε εδώ, και χαμόγελα. Α, ναι, τα εξανθήματα. Παιδική νόσος, προσβάλλει συνήθως παιδιά κάτω των 5 ετών. Ναι το ξέρω, πονάει. Δεν είναι τίποτα, θα περάσει μόνο του. Πολλά χαμόγελα και μερικά νέα, και κλεφτές ματιές στο παρελθόν. Η κωμική του φιγούρα απαράλλαχτη, ζεστή, σταθερή και παρηγορητική. Σαν να έμεινε εκεί, σταθερός, περιμένοντας τα παιδιά που μεγαλώνουν και περνάνε και αρρωσταίνουν και φεύγουν. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, με το πυκνό μουστάκι, τα γυαλιά, τη μεγάλη μύτη και τα υπεύθυνα μάτια ακριβώς όπως τα άφησες.

Κοίταξες το φωτιστικό στο ταβάνι, ίδιο, αστείο, με ένα μπλε καλώδιο κι ένα κίτρινο καλώδιο σγουρό. Ω, ναι. Πάντα κοιτούσες το φωτιστικό στο ταβάνι και σκεφτόσουν τη Χιονάτη. Η Χιονάτη στο ταβάνι και γύρω της πουλάκια και φύλλα να αιωρούνται στον άνεμο. Χαιρέτησες κουνώντας όλο το χέρι με δύναμη και βγήκες γελώντας. Ναι, έγινες πάλι 5 χρονών, με γάντια, σκούφο και κασκόλ που δυσκολεύουν την κίνηση. Χωρίς καραμελίτσα δώρο αυτή τη φορά.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

νυχτοπερπατήματα



Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Μέσα στην πόλη αυτή, μια όμορφη απέραντη λίμνη δεν υπάρχει, το να φτάσεις σε μια έρημη ακρογιαλιά φαντάζει άθλος, και οι μοναχικοί λόφοι σπανίζουν. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες.

Είναι βράδυ κι έχει κρύο και ψιχαλίζει μικροσκοπικά παγωμένα σταγονίδια που εξαϋλώνονται μόλις ακουμπήσουν το σώμα σου. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και φώτα και κίνηση, και αυτοκίνητα και ταχύτητες και κόρνες και σχεδόν κανείς δεν περπατάει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και το πρόσωπό σου είναι σκεπασμένο με τον τεράστιο γιακά του παλτού σου, τυλιγμένο μέσα στο μαντίλι σου, κι από πάνω, ένα σκουφί σε σκεπάζει γλυκά, σε προστατεύει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και στους δρόμους της πόλης είσαι μόνη χωρίς να είσαι.
Μπορείς να φωνάξεις, να κλάψεις, να τραγουδήσεις. Κανείς δε θα σ' ακούσει. Μπορείς να σκεφτείς δυνατά, είναι βράδυ κι έχει κρύο και οι σκέψεις παγώνουν στιγμιαία, μπορείς αν θέλεις να σταματήσεις μια στιγμή και να τις κοιτάξεις κατάματα. Και κάθε βήμα, μια ανάσα. Κάθε βήμα, ένα ταξίδι προς τα μέσα. Κάθε βήμα, μια στιγμή. Μια στιγμή συνειρμικά παρασέρνει άλλη στιγμή, κι ύστερα κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη. Η μια γειτονιά διαδέχεται την άλλη, κι άλλα φώτα, κι άλλα αυτοκίνητα, κι άλλη λεωφόρος. Κι ένα παιδάκι, σπίτια, ερείπια, ένας σκύλος, χαλάσματα, σκουπίδια. Πολλά βήματα συνθέτουν μια μεγάλη απόσταση από ανάσες και συναισθήματα. Το βράδυ στο κρύο τα συναισθήματα μοιάζουν κρυστάλλινα, καθαρά και εύθραυστα, πανέμορφα και διάφανα. Είναι βράδυ κι έχει κρύο κι η μύτη σου είναι κόκκινη και κρύα, το χνώτο σου ζωγραφίζει σκιές πάνω στα φώτα.

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Και τόση ώρα μετά, τόσα βήματα και τόσα χιλιόμετρα πιο πέρα, είσαι ακόμη ο ίδιος άνθρωπος, μόνο λίγες ανάσες πλουσιότερος. Κι αν αυτή η πόλη συμπαθούσε, έστω λίγο, τους περιπατητές σαν κι εσένα, θα είχες κερδίσει ακόμα μερικές ανάσες. Έστω λίγες, και λίγο πιο βαθιές.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

φωτογραφία χάρτινη

Cinema Paradiso, 1988


Φωτογραφίες στο κουτί, προσεκτικά διαλεγμένες. Φωτογραφίες σε άλμπουμ, φωτογραφίες στο ντουλάπι, φωτογραφίες στο συρτάρι, φωτογραφίες κάτω απ' το μαξιλάρι, φωτογραφίες μέσα στο βιβλίο, φωτογραφίες στο πορτοφόλι, φωτογραφίες λίγο σκισμένες, φωτογραφίες που χάθηκαν, φωτογραφίες που χαρίστηκαν.  Φωτογραφίες παλιές, φωτογραφίες ξέθωρες, θαμπές, φωτογραφίες κιτρινισμένες απ' τον ήλιο. Φωτογραφίες που καίγονται, χάνονται, καταστρέφονται. Φωτογραφίες πολύτιμες.

Φωτογραφίες πολύτιμες, γεμάτες αναμνήσεις. Φωτογραφίες μοναδικές. Φωτογραφίες σε χαρτί, οι θησαυροί σου σε ένα κουτί. Ο μόνος τρόπος που έχεις να θυμάσαι. Όταν ένα ζευγάρι χωρίζει, μοιράζει τις φωτογραφίες, ακριβώς όπως μοιράζει τα βιβλία, ακριβώς όπως μοιράζει τους δίσκους, τα κουζινικά, τα αντικείμενα του σπιτιού, τα έπιπλα, τα σεντόνια, τις κουρτίνες. Όταν μια φωτογραφία εξαφανίζεται, η ανάμνηση δεν μπορεί παρά να μείνει στη μνήμη και μόνο. Στο μυαλό σου, μόνο, μπορείς να ανατρέχεις διαρκώς σε σκηνές, σε πρόσωπα, σε καταστάσεις, σε ανθρώπους, σε στιγμές. Στο μυαλό σου, μόνο, μπορείς να κρατήσεις την ανάμνηση ζωντανή, να την αλλάξεις, να τη διαλύσεις, να τη σβήσεις και να την ξαναχτίσεις. Όπως εσύ θέλεις, στο μυαλό σου, μόνο.

Κι όταν πιάνεις στα χέρια σου μια τέτοια, παλιά φωτογραφία, το χαρτί έχει παράξενη αίσθηση, τα χρώματα μοιάζουν φανταστικά, οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σαν ήρωες από ταινία πάνω σε φιλμ, καρέ καρέ. Ιστορίες ξεπηδούν και ξεχύνονται, συναισθήματα ορμητικά σε παρασέρνουν, και δεν ξέρεις πια αν αυτό είναι ανάμνηση, όνειρο, πραγματικότητα ή μυθοπλασία. Το μόνο που ξέρεις, να βουλιάζεις βαθιά στις ιστορίες, να δημιουργείς νέες, να ψάχνεις αδιάκοπα για άλλες στιγμές, άλλα καρέ, άλλες φωτογραφίες. Κι όταν ξαναντικρίζεις τις παλιές, εκείνες, τις φυλαγμένες στο κουτί, είναι σίγουρο πως έχουν αλλάξει. Είναι σίγουρο, πως μέσα στο κουτί οι φωτογραφίες από χαρτί έχουν ζωή και κινούνται, και παίζουν κρυφτό, κυνηγιούνται, λερώνουν τα ρούχα τους, σκίζουν τα παπούτσια τους, γεμίζουν λάσπες το σπίτι. Μέσα στο κουτί, οι φωτογραφίες τα βράδια κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, και αφήνουν το αλάτι να σκληρύνει τα μαλλιά τους, να ασπρίσει το δέρμα τους. Κι από τις περιπέτειές τους, τίποτα ποτέ δε σου λένε, μόνο όλα πρέπει να τα βρεις, να τα υποθέσεις, να τα ανακαλύψεις, εσύ. Στο μυαλό σου, μόνο.

Φωτογραφίες πολύτιμες. Σ' ένα μικρό κομματάκι χαρτί, αμέτρητα πίξελ συναισθημάτων. Φόβοι, ευτυχίες, χαμόγελα, ελπίδες, θυμοί και απογοητεύσεις, είναι όλα στριμωγμένα σ' ένα μικρούλι, γυαλιστερό, κομματάκι χαρτί. Τέτοιο, που όμοιό του δε θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει. Φωτογραφίες μοναδικές, όπως οι στιγμές σου.