Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

με τη Χιονάτη στο ταβάνι...


Δεν είναι αλλεργικό εξάνθημα, ιογενές είναι αυτό. Δεν ξέρω τι, αλλά ιογενές. Να πας να το δει ο παιδίατρός σου!



Τρία σκαλιά, ψηλά, η γνωστή σκοτεινή είσοδος με τη μισάνοιχτη πόρτα, κακόγουστο γκριζωπό πλακάκι στο πάτωμα, το ασανσέρ στο βάθος αριστερά. Δεύτερος όροφος, ο στενός διάδρομος, σκύψε για να περάσεις κάτω από ένα δοκάρι, η σκάλα ελεύθερη στα αριστερά σου, ένα χαμηλό καγκελάκι βαμμενο με μπεζ λαδομπογιά σε προστατεύει να μην πέσεις, η τελευταία πόρτα στα αριστερά, ακριβώς μπροστά από το σκέλος της ανόδου. Είναι ανοιχτή, σπρώχνεις και μπαίνεις. Ένα ροζ σύμπαν αποκαλύπτεται. Ροζ με μπλε δοκάρια και μπλε κολώνες, και μαύρες λεπτομέρειες. Ω ναι. Ω ναι. Κοιτάς τριγύρω μαγεμένη. Είναι σαν ξαφνικά να σου επιτίθενται νεράιδες και χαρούμενοι δράκοι, πεταλούδες και λιβάδια και χρώματα μιας άλλης ζωής.

Διαγώνια, στο βάθος, από την ανοιχτή πόρτα, εκείνος σε κοιτάζει. Είναι όρθιος, θεέ μου, στην ίδια θέση, φοράει κοκκάλινα ορθογώνια γυαλιά και παχύ γκρίζο μουστάκι και σε κοιτάζει λοξά. Απαλό γαλάζιο πουκάμισο και γκριζωπό γιλέκο με σχέδια, και σου σκάει ένα χαμόγελο και χαιρετάει με θέρμη. Το μωράκι μέσα κλαίει κι εκείνος του ψιθυρίζει διάφορα μέσα από το μουστάκι του, με σταθερή φωνή. Σταματάει για λίγο και μετά ξεσπάει σε λυγμούς, πιο δυνατά. Όπως και τότε, κωμικός και αυστηρός μέσα στο γκριζωπό του γιλέκο, με τους ρόμβους και τα καρό που δεν κουραζόσουν να παρατηρείς. Γεια σας!, απαντάς με χαρά.

Είσαι πέντε χρονών και βήχεις διαβολεμένα, ακατάπαυστα. Είσαι πέντε χρονών και η μύτη σου τρέχει, και κλαις και γκρινιάζεις, και θέλεις τη μαμά σου, και σε ενοχλεί το κασκόλ και ο σκούφος με αφτιά που σε κάνουν να μοιάζεις με χνουδωτό κινούμενο μπόμπο. Σε ενοχλεί το μπουφάν, τόσο φουσκωτό, και κρυώνεις, κρυώνεις κρυώνεις. Και μπαίνεις μέσα στο ροζ σύμπαν με τις μπλε κολώνες και τα μπλε δοκάρια, και ξαφνικά σταματάς να κλαις.

Μυρίζει ξυλάκι που ακουμπάει σε πονεμένη γλώσσα και τρίβεται, στυφό, ενώ ταυτόχρονα ακούγεται ένα πνιχτό ααΑΑΑ. Η γεύση της ίωσης. Και βλέπεις τη Χιονάτη στον τοίχο να χαμογελάει ανέμελη, και τους νάνους να τρέχουν χαρούμενα γύρω της, να της πιάνουν το φουστάνι, να βάζουν τρικλοποδιές. Και ένα πουλάκι ασημογάλαζο έχει κάτσει πάνω στο χέρι της Χιονάτης, και κοιτιούνται γλυκά, και άλλα πουλάκια κελαηδάνε. Και τα δέντρα, και το σπιτάκι στο βάθος. Ω, είναι όλα τόσο μεγάλα! Κι εκείνος σου δείχνει, γελώντας πίσω από τα γυαλιά και τα μουστάκια του, κάτι που κρέμεται από το ταβάνι, ένα παιχνίδι, κι εσύ μαγεμένη ξεχνάς τον πυρετό, το βήχα, το συνάχι, και μόνο νιώθεις το κρύο μέταλλο στην πλάτη σου. Και βαθειές ανάσες. Πάει, τέλειωσε.

Η Χιονάτη στον τοίχο είναι ακόμα, κοιτάζει με νόημα. Κι οι νάνοι τριγύρω, δεν είναι πια στο ύψος σου, μαλλον μοιάζεις με τη Χιονάτη τώρα. Ω, μα τίποτα δεν άλλαξε! Τα πλακάκια στο πάτωμα, ένα σχέδιο ψυχεδελικό, νάιντις, χανόσουν εκεί όταν ήσουν 5 χρονών, έπαιζες κουτσό, μετρούσες τα τρίγωνα. Μια τηλεόραση Sony παλιά, τετράγωνη, κρεμασμένη στη γωνία του τοίχου. Από εκείνες που είχαν θαμπό μαύρο χρώμα και ήταν τετράγωνες, τετράγωνες, με τεράστιο ποπό, τέτοιο που πίστευες ότι εν είδει κουκλοθέατρου μπορεί να έκρυβε μέσα του μικροσκοπικά ανθρωπάκια και ζώα και φωνές και βίντεο.

Είσαι 5 χρονών και έχεις πάει για εμβόλιο μαζί με τον παιδικό σου φίλο. Με τις οικογένειές σας, παρέα. Ω, τι ευτυχία! Δεν είσαι μόνη σου! Και θα πας για παιχνίδι μετά, και τίποτα άλλο δε μετράει. Ένα εμβόλιο, ευτυχώς θα περάσει. Και παίζεις, πλάι στη Χιονάτη ενώ περιμένεις, σκαρφαλώνεις σε ένα τραπεζάκι, και κοιτάς τις εικόνες με τα μωρά στους τοίχους. Κάνετε τα εμβόλια μαζί, ποιός θα κλάψει λιγότερο, και είναι όμορφα όμορφα όμορφα. Και παίρνεις δώρο ένα ξυλάκι, μια καραμέλα, και πας να παίξεις ευτυχισμένη.

Το μωράκι που έκλαιγε βγαίνει από το μέσα δωμάτιο, τυλιγμένο στην αγκαλιά της μαμάς του. Περάστε, χειραψίες, τι κάνετε, πού βρίσκεσαι κορίτσι μου, πωπω τίποτα δεν άλλαξε εδώ, και χαμόγελα. Α, ναι, τα εξανθήματα. Παιδική νόσος, προσβάλλει συνήθως παιδιά κάτω των 5 ετών. Ναι το ξέρω, πονάει. Δεν είναι τίποτα, θα περάσει μόνο του. Πολλά χαμόγελα και μερικά νέα, και κλεφτές ματιές στο παρελθόν. Η κωμική του φιγούρα απαράλλαχτη, ζεστή, σταθερή και παρηγορητική. Σαν να έμεινε εκεί, σταθερός, περιμένοντας τα παιδιά που μεγαλώνουν και περνάνε και αρρωσταίνουν και φεύγουν. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, με το πυκνό μουστάκι, τα γυαλιά, τη μεγάλη μύτη και τα υπεύθυνα μάτια ακριβώς όπως τα άφησες.

Κοίταξες το φωτιστικό στο ταβάνι, ίδιο, αστείο, με ένα μπλε καλώδιο κι ένα κίτρινο καλώδιο σγουρό. Ω, ναι. Πάντα κοιτούσες το φωτιστικό στο ταβάνι και σκεφτόσουν τη Χιονάτη. Η Χιονάτη στο ταβάνι και γύρω της πουλάκια και φύλλα να αιωρούνται στον άνεμο. Χαιρέτησες κουνώντας όλο το χέρι με δύναμη και βγήκες γελώντας. Ναι, έγινες πάλι 5 χρονών, με γάντια, σκούφο και κασκόλ που δυσκολεύουν την κίνηση. Χωρίς καραμελίτσα δώρο αυτή τη φορά.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

νυχτοπερπατήματα



Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Μέσα στην πόλη αυτή, μια όμορφη απέραντη λίμνη δεν υπάρχει, το να φτάσεις σε μια έρημη ακρογιαλιά φαντάζει άθλος, και οι μοναχικοί λόφοι σπανίζουν. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες.

Είναι βράδυ κι έχει κρύο και ψιχαλίζει μικροσκοπικά παγωμένα σταγονίδια που εξαϋλώνονται μόλις ακουμπήσουν το σώμα σου. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και φώτα και κίνηση, και αυτοκίνητα και ταχύτητες και κόρνες και σχεδόν κανείς δεν περπατάει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και το πρόσωπό σου είναι σκεπασμένο με τον τεράστιο γιακά του παλτού σου, τυλιγμένο μέσα στο μαντίλι σου, κι από πάνω, ένα σκουφί σε σκεπάζει γλυκά, σε προστατεύει. Είναι βράδυ κι έχει κρύο και στους δρόμους της πόλης είσαι μόνη χωρίς να είσαι.
Μπορείς να φωνάξεις, να κλάψεις, να τραγουδήσεις. Κανείς δε θα σ' ακούσει. Μπορείς να σκεφτείς δυνατά, είναι βράδυ κι έχει κρύο και οι σκέψεις παγώνουν στιγμιαία, μπορείς αν θέλεις να σταματήσεις μια στιγμή και να τις κοιτάξεις κατάματα. Και κάθε βήμα, μια ανάσα. Κάθε βήμα, ένα ταξίδι προς τα μέσα. Κάθε βήμα, μια στιγμή. Μια στιγμή συνειρμικά παρασέρνει άλλη στιγμή, κι ύστερα κι άλλη, κι άλλη, κι άλλη. Η μια γειτονιά διαδέχεται την άλλη, κι άλλα φώτα, κι άλλα αυτοκίνητα, κι άλλη λεωφόρος. Κι ένα παιδάκι, σπίτια, ερείπια, ένας σκύλος, χαλάσματα, σκουπίδια. Πολλά βήματα συνθέτουν μια μεγάλη απόσταση από ανάσες και συναισθήματα. Το βράδυ στο κρύο τα συναισθήματα μοιάζουν κρυστάλλινα, καθαρά και εύθραυστα, πανέμορφα και διάφανα. Είναι βράδυ κι έχει κρύο κι η μύτη σου είναι κόκκινη και κρύα, το χνώτο σου ζωγραφίζει σκιές πάνω στα φώτα.

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου από το περπάτημα, σκέφτηκες. Και τόση ώρα μετά, τόσα βήματα και τόσα χιλιόμετρα πιο πέρα, είσαι ακόμη ο ίδιος άνθρωπος, μόνο λίγες ανάσες πλουσιότερος. Κι αν αυτή η πόλη συμπαθούσε, έστω λίγο, τους περιπατητές σαν κι εσένα, θα είχες κερδίσει ακόμα μερικές ανάσες. Έστω λίγες, και λίγο πιο βαθιές.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

φωτογραφία χάρτινη

Cinema Paradiso, 1988


Φωτογραφίες στο κουτί, προσεκτικά διαλεγμένες. Φωτογραφίες σε άλμπουμ, φωτογραφίες στο ντουλάπι, φωτογραφίες στο συρτάρι, φωτογραφίες κάτω απ' το μαξιλάρι, φωτογραφίες μέσα στο βιβλίο, φωτογραφίες στο πορτοφόλι, φωτογραφίες λίγο σκισμένες, φωτογραφίες που χάθηκαν, φωτογραφίες που χαρίστηκαν.  Φωτογραφίες παλιές, φωτογραφίες ξέθωρες, θαμπές, φωτογραφίες κιτρινισμένες απ' τον ήλιο. Φωτογραφίες που καίγονται, χάνονται, καταστρέφονται. Φωτογραφίες πολύτιμες.

Φωτογραφίες πολύτιμες, γεμάτες αναμνήσεις. Φωτογραφίες μοναδικές. Φωτογραφίες σε χαρτί, οι θησαυροί σου σε ένα κουτί. Ο μόνος τρόπος που έχεις να θυμάσαι. Όταν ένα ζευγάρι χωρίζει, μοιράζει τις φωτογραφίες, ακριβώς όπως μοιράζει τα βιβλία, ακριβώς όπως μοιράζει τους δίσκους, τα κουζινικά, τα αντικείμενα του σπιτιού, τα έπιπλα, τα σεντόνια, τις κουρτίνες. Όταν μια φωτογραφία εξαφανίζεται, η ανάμνηση δεν μπορεί παρά να μείνει στη μνήμη και μόνο. Στο μυαλό σου, μόνο, μπορείς να ανατρέχεις διαρκώς σε σκηνές, σε πρόσωπα, σε καταστάσεις, σε ανθρώπους, σε στιγμές. Στο μυαλό σου, μόνο, μπορείς να κρατήσεις την ανάμνηση ζωντανή, να την αλλάξεις, να τη διαλύσεις, να τη σβήσεις και να την ξαναχτίσεις. Όπως εσύ θέλεις, στο μυαλό σου, μόνο.

Κι όταν πιάνεις στα χέρια σου μια τέτοια, παλιά φωτογραφία, το χαρτί έχει παράξενη αίσθηση, τα χρώματα μοιάζουν φανταστικά, οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σαν ήρωες από ταινία πάνω σε φιλμ, καρέ καρέ. Ιστορίες ξεπηδούν και ξεχύνονται, συναισθήματα ορμητικά σε παρασέρνουν, και δεν ξέρεις πια αν αυτό είναι ανάμνηση, όνειρο, πραγματικότητα ή μυθοπλασία. Το μόνο που ξέρεις, να βουλιάζεις βαθιά στις ιστορίες, να δημιουργείς νέες, να ψάχνεις αδιάκοπα για άλλες στιγμές, άλλα καρέ, άλλες φωτογραφίες. Κι όταν ξαναντικρίζεις τις παλιές, εκείνες, τις φυλαγμένες στο κουτί, είναι σίγουρο πως έχουν αλλάξει. Είναι σίγουρο, πως μέσα στο κουτί οι φωτογραφίες από χαρτί έχουν ζωή και κινούνται, και παίζουν κρυφτό, κυνηγιούνται, λερώνουν τα ρούχα τους, σκίζουν τα παπούτσια τους, γεμίζουν λάσπες το σπίτι. Μέσα στο κουτί, οι φωτογραφίες τα βράδια κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, και αφήνουν το αλάτι να σκληρύνει τα μαλλιά τους, να ασπρίσει το δέρμα τους. Κι από τις περιπέτειές τους, τίποτα ποτέ δε σου λένε, μόνο όλα πρέπει να τα βρεις, να τα υποθέσεις, να τα ανακαλύψεις, εσύ. Στο μυαλό σου, μόνο.

Φωτογραφίες πολύτιμες. Σ' ένα μικρό κομματάκι χαρτί, αμέτρητα πίξελ συναισθημάτων. Φόβοι, ευτυχίες, χαμόγελα, ελπίδες, θυμοί και απογοητεύσεις, είναι όλα στριμωγμένα σ' ένα μικρούλι, γυαλιστερό, κομματάκι χαρτί. Τέτοιο, που όμοιό του δε θα μπορέσει ποτέ να υπάρξει. Φωτογραφίες μοναδικές, όπως οι στιγμές σου.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

λέξεις

Γράφετε πολύ όμορφα.
Δε νομίζετε πως είναι κάπως αδιάκριτο να κοιτάτε τα γραπτά των άλλων;
Ίσως. Αλλά και πάλι, δε νομίζετε πως είναι κάπως προκλητικό να γράφετε με τόση θέρμη μπροστά σε κόσμο;




Σκούπισε το δάκρυ που έτρεχε από το μάγουλό της, βιαστικά, και γύρισε προς το μέρος του. Τόση ώρα δίπλα της και δεν του είχε ρίξει ένα βλέμμα. Αφράτα, φουσκωτά, πάλλευκα συννεφάκια περνούσαν έξω απ' το παράθυρο. Στη θέα τους, χιλιάδες μελαγχολικές σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό της. Για να τις αποφύγει είχε ξεκινήσει να γράφει, ήθελε να ξεχαστεί, να βουλιάξει σε μια άλλη ιστορία. Έγραφε, μα κάθε τόσο μια τόση δα στενοχώρια της ανέβαινε στα χείλη, να φωνάξει δεν μπορούσε, κι απέστρεφε το βλέμμα. Μακριά, στον ορίζοντα. Πίσω στα λευκά της συννεφάκια, χανόταν στην απέραντη αθωότητά τους. Κι ένα δάκρυ κυλούσε αργά στο χλωμό της μάγουλο.
Εκείνος χαμογέλασε. Ήταν καθαρός, απλός και ήρεμος. Μια μικρή ρυτίδα φώτισε το πρόσωπό του, εκεί, ακριβώς κάτω από το αριστερό του μάτι.
Σκέφτηκε πως κι εκείνη κρυφοκοίταζε συχνά τα βιβλία των διπλανών της. Διάβαζε πάνω πάνω το συγγραφέα, τον τίτλο, κι έπειτα δύο αράδες από την ανοιχτή σελίδα. Της άρεσε να παρατηρεί σχολαστικά το πρόσωπο, τα χέρια, τα ρούχα, την έκφραση. Της άρεσε να συνδυάζει τον άνθρωπο με το βιβλίο του, κι έπειτα να φαντασιώνεται το περιεχόμενο του βιβλίου και το περιεχόμενο της ζωής του. Να κάνει υποθέσεις.
Μετά από μερικά δευτερόλεπτα υγιούς σιωπής, εκείνος την περιεργαζόταν ακόμη. Τα χέρια της, τη μελαγχολία στις πυκνές της βλεφαρίδες, τα αθώα της συννεφάκια. Προσπαθούσε να την αποδομήσει, να την καταλάβει και να την ανασυνθέσει.
 
Γυρίζω πίσω., του είπε σχεδόν αδιάφορα, και συνέχισε να βουλιάζει στα λευκά της σύννεφα.
Ένα χαμόγελο έλαμψε ξανά στο πρόσωπό του. Σχεδόν αδιάφορα, βάλθηκε να παρατηρεί τα σχήματα που έφτιαχνε το γάλα καθώς βυθιζόταν στο ζεστό, μουντό καφέ του. Με την άκρη του ματιού του, οραματιζόταν πως της έκλεβε το τετράδιο. Να της κλέψει τις λέξεις, αυτό ήθελε.
Όλα θα γίνουν, απλά και ήρεμα, σκέφτηκε.

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

το κακοψημένο ραβανί και ο φαντασιακός μουσακάς


O Λύκος προσπαθεί να μετατρέψει την κουζίνα του στρατού σε ζαχαροπλαστικό εργαστήρι (στρατιωτικής) πειθαρχίας. Γιες Γιου Κεν! Αυτό είναι το σύνθημα. Ραβανί; Ραβανί. Για πόσους; Για όλο το λόχο; Μια χαρά, θα το κανονίσουμε κι αυτό. Με τις μπάντες, με τα μπούνια, ορμάμε και θα κατακτήσουμε τον κόσμο! Τι; Πώς; Δεν πάμε από εκεί; Από την άλλη είναι; 
Μερικές γάζες και δύο ράμματα μετά, ο Λύκος τοποθετεί όλο περηφάνια το σημαιάκι του στην κορυφή του βουνού Μαγειρλάια, και αγναντεύει την επόμενη κορυφή. Βάζω στοίχημα ότι η επόμενη λιχουδιά ήταν μουσακάς για όλο το στράτευμα. Ασφαλώς, με τις μελιτζάνες τηγανισμένες μία προς μία, όλο προσοχή και καμάρι. Κι αν έπεσε μέσα στο καζάνι με την μπεσαμέλ προσπαθώντας να την ανακατώσει με το αυτοσχέδιο υπερμέγεθες χτυπητήρι, δεν πειράζει. Εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να δοκιμάσει τις ιδιότητες του μίγματος, άνωση, τριβή, ευκολία ροής... Και στη συνέχεια πρόσθεσε άλλο ένα σημαιάκι, στο Όρος Μουσάκειον.
Εκεί πιστεύω πως είναι που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Έζησα τα παιδικά μου χρόνια στο Όρος Μουσάκειον, χαμένη ανάμεσα σε βελούδινες γλυκόπικρες πεδιάδες χρώματος μελιτζανί, τραγανά πεδία χρυσαφένιας απόλαυσης και σωρούς από μικρά βραχάκια τυλιγμένα σε κατακόκκινη ηφαιστειακή λάβα και διανθισμένα με καταπράσινα ευωδιαστά μπουκετάκια μαϊντανού, περιμένοντας την απαλή χιονοστιβάδα που τυλίγει τα πάντα στο πέρασμά της, σε ένα γλυκό, απολαυστικά παχύ, στρώμα παιδικότητας. Ίσως και να μην πρόσεξα το Λύκο που τοποθετούσε αποφασιστικά το σημαιάκι του κατακτητή στο Όρος Μουσάκειον, παραδομένη καθώς ήμουν στις απέραντες ομορφιές του τοπίου, όμως είμαι σχεδόν σίγουρη ότι πέρασε από εκεί.
Στο Όρος Μουσάκειον επιστρέφω συχνά, είναι το καταφύγιό μου. Είναι το απόλυτο σύμβολο του κυριακάτικου φαγητού, που μυρίζει οικογένεια, θαλπωρή, ζεστασιά και παρηγορητική τρυφερότητα. Τόσο απλό, τόσο παιδικό, τόσο συμπυκνωμένο, γεμάτο ομορφιές και αρώματα και χρώματα, το Όρος Μουσάκειον είναι αναμφίβολα το καλύτερο μέρος που μπορεί να ζει κανείς.
Σχεδιάζω να επισκεφτώ ξανά το Όρος Μουσάκειον. Ή μάλλον όχι να το επισκεφτώ, να το αναδημιουργήσω. Κομματάκι κομματάκι, σταγόνα σταγόνα, ανακατεύοντας και χτυπώντας απολαυστικά την άσπρη χιονοστιβάδα, φυτεύοντας τα πράσινα ματσάκια, στρώνοντας ένα ένα τα καφετιά βραχάκια, ξεδιπλώνοντας τις πεδιάδες, γυαλίζοντας με λάδι τα τραγανά πεδία, περιχύνοντας με καυτή λάβα τα πάντα.
Το πότε είναι άγνωστο, μα δεν αργεί, δεν αργεί.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

παράνοια



Κατέβα! είπε ο οδηγός με τόνο επιτακτικό. Κατέβα τώρα αμέσως!
Εκνευρισμένος μέσα στο καλοκαιρινό σούρουπο του φθινοπώρου, ο οδηγός συνέχισε να μουρμουρίζει, στη γλώσσα των δυσάρεστων δυσανασχετημένων μουρτζούφληδων ανθρώπων που δεν ξέρουν τι τους φταίει. Που νομίζουν ότι όλα τους φταίνε, όλα μα όλα, κι είναι τόσο κρίμα που βρίσκονται στην κόλαση της πραγματικότητας ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται σε έναν παράδεισο ευταξίας, ευνομίας και ευημερίας.
Τα χοντρά του, νευρικά και αγύμναστα, δάχτυλα πλησίασαν με νεύρο και πάτησαν σαστισμένα το κόκκινο κουμπί, με μανία, σαν να έλιωναν μια σιχαμερή κατσαρίδα. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια έκφραση απέχθειας και υπεροψίας, ενώ τα κουμπιά του γαλάζιου πουκαμίσου του αντιστέκονταν μετά βίας στις πιέσεις του υπερταϊσμένου στομαχιού του. Νομίζω πως ανυπομονούσε να φτάσει στο σπίτι, να ανοίξει ένα κουτί μπίρα και να χυθεί στον καναπέ, με τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι και ένα κομματι πίτσα στο χέρι, εν αναμονή του ματς.
Δεν ξέρω αν είχε ματς σήμερα. Κι αν δεν είχε όμως, δεν πειράζει. Το ματς θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τις ειδήσεις, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στην εξέλιξη της σκηνής. Κάτι να κινείται, κάτι να ακούγεται, κάτι. Κάτι να υπάρχει, κι από μέσα να σβήνουν οι ήχοι ενός νοικοκυριού. Το πλυντήριο πιάτων, ο απορροφητήρας, λίγες φωνές στο μισοσκόταδο, τα παιδιά που ετοιμάζονται για την έξοδο της Παρασκευής. Μια διάχυτη ακαταστασία. Τα ρούχα πεταμένα στο σαλόνι, απομεινάρια μιας μέρας δυσάρεστης, λυπημένα κουρέλια. Και ένα πιάτο με το μισοφαγωμένο γλυκό να στέκει ξεχασμένο στον πάγκο της κουζίνας.
Ο οδηγός κορνάρει, κορνάρει και φρενάρει απότομα. Φωνάζει ξανά, βγάζει το χέρι από το παράθυρο και χειρονομεί βρίζοντας αθυρόστομα. Νομίζει πως ήδη είναι στο γήπεδο, μόνο που του λείπει η μπύρα απ' το χέρι και γι' αυτό ανακατεύει τα δάχτυλά του νευρικά, ψάχνει το λεβιέ και αλλάζει ταχύτητα. Άει σιχτίρ! Οι ανυποψίαστοι επιβάτες, ξαφνιασμένοι, προσπαθούν να κρατηθούν. Σαν σαρδέλες τυποποιημένες σε βαζάκι με κενό αέρος, αναπνέουν στιγμιαία ο ένας το άρωμα του άλλου, και επαναφέρονται βίαια σε μια θέση ισορροπίας.
Εκείνος, ατάραχος. Δηλαδή ταραγμένος, αλλά στο δικό του πάντα μήκος κύματος. Αλλάζει συχνότητα στο θόρυβο που ονομάζει ραδιόφωνο μέσα στην κίνηση, και μια παθιασμένη φωνή αναλύει αγανακτισμένη. Το ματς! Α, όχι, είναι πολιτικός σχολιασμός, συγγνώμη, μπερδεύτηκα. Ζοχαδιασμένος, γυρίζει απότομα το τιμόνι λες και βρισκόταν στα συγκρουόμενα του λούνα παρκ. Ένας ποδηλάτης παραπαίει, ξυρίζοντας το πεζοδρόμιο με έναν ελιγμό.
Δίπλα στο νευρικό του μπράτσο, ένα μαύρο, ακριβό κράνος. Όχι ότι ξέρω από κράνη, τα ακριβά πράγματα όμως ξεχωρίζουν εύκολα. Μηχανή, λοιπόν. Στοιχηματίζω κάτι ακριβό και γυαλισμένο, μεγάλου κυβισμού - για να μπορεί να τον σηκώνει, φαντάζομαι. Ακριβό ήταν και το πουκάμισό του, άλλωστε. Ασυνήθιστα ακριβό για οδηγό, ασυνήθιστα καλοσιδερωμένο. Όχι με το μεράκι μιας παραδοσιακής νοικοκυράς που χρησιμοποιεί Μέριτο, επαγγελματικά καλοσιδερωμένο.
Έτσι εξηγούνται πολλά. Ο οδηγός μας δεν είχε πάρει τη θέση επιβάτη, ή κι αν κάποτε την είχε πάρει, είχε φροντίσει να απωθήσει το γεγονός στα ενδότερα δωμάτια της μνήμης και να τριπλοκλειδώσει την πόρτα. Τώρα, από θέση ισχύος, στο ψηλό του κάθισμα με τις αναπαυτικές αναρτήσεις, οχυρωμένος πίσω από το μεγάλο του τιμόνι, επιτελούσε το υψηλό έργο της μεταφοράς ποταπών ανθρωπακίων χωρίς πρόσωπο. Ο οδηγός είναι ανώτερος από τους επιβάτες, μα φυσικά. Καπετάνιος στο υπερωκεάνιό του, που δαμάζει τα αγριεμένα κύματα των λεωφόρων και ανοίγει δρόμους μέσα από επιθετικούς ποδηλάτες και απειλητικούς πεζούς.
Μπορούσε έτσι και φώναζε Κατέβα αμέσως! Γρήγορα, γαμώτι μου, κατέβα! σε όποιον αυθάδη γεράκο προσπαθούσε να γραπωθεί στο χερούλι της πόρτας, καθώς προσγείωνε αβέβαια το πόδι του στη ζούγκλα της ασφάλτου. Κι όσο για τις εναπομείνασες σαρδέλες, καλά θα κάνετε να συμμορφωθείτε, αν θέλετε (κάπως, κάπου) να φτάσετε.
Α! Κι αν έχετε τίποτα όμορφες, ανάλαφρες και νεφελώδεις σκέψεις, κομμένες κι αυτές. Εδώ υπάρχει μόνο θόρυβος, θόρυβος, παράνοια και βαθιά θλίψη.

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

όταν ήμουνα μεγάλη...


για τα δύο μικρά μου αστεράκια

-Όταν γίνω μεγάλη και εσείς θα γίνετε μικροί, θα σας π(ρ)οσέχω εγώ και θα σας βάζω για ύπνο.
-Α, θα γίνουμε μικροί;
-Ναι.
-Ποιός θα γίνει μικρός;
-Η μαμά κι ο μπαμπάς, που είναι τώρα μεγάλοι.
-Κι εγώ;
-Ε, εσύ, τίποτα, γιατί είσαι λίγο μεγάλη και λίγο μικρή.
-Α.
-Και ξέρεις, όταν ήμουνα μεγάλη και πήγαινα τρίτη δημοτικού, είχα μια φιλενάδα που μου είπε...

Αλήθεια, γλυκειά μου, ήσουν κάποτε μεγάλη. Και ζούσες ευτυχισμένη σε ένα σπίτι με κήπο, και είχες τρία παιδάκια, και μετά πήγες στο πανεπιστήμιο και έκανες διπλωματική, και μετά είχες ένα ποδήλατο και έκανες βόλτες με τους φίλους σου, και πήγαινες διακοπές και μετά διάβαζες πολύ και μετά πήγες και στο νηπιαγωγείο και έγινες μικρούλα.

Έχει πλάκα αυτή η θεώρηση του χρόνου. Μέσα σε ένα απέραντο χωροχρονικό τοπίο, η ζωή κινείται ελεύθερα, με άνεση, και μπορεί να μεταφέρεται απροειδοποίητα από το ένα στιγμιότυπο στο άλλο, από το παιδικό παιχνίδι στη νεανική παρέα, από εκεί ξανά πίσω στην κούνια, κι ύστερα στα σχολικά θρανία, κι έπειτα στην ενήλικη σοβαροφάνεια της δουλειάς, στο σκίρτημα του πρώτου ραντεβού και στα εγγονάκια με τα γυαλιστερά τους μάτια. Έτσι, δεν υπάρχει μέλλον, ούτε παρελθόν. Όλα τα στιγμιότυπα του εαυτού μας, ζουν ανάμεσά μας, συνεχώς. Υπάρχει μόλις ένα απέραντο παρόν, με άπειρες δυνατότητες.

Άπειρες δυνατότητες, άπειρες μορφές ύπαρξης, άπειρες πιθανές εκδοχές της μιας και μόνης ζωής. Ο γραμμικός χρόνος εξαλείφεται και αμέτρητοι δρόμοι ανοίγονται, μπροστά και πίσω, προς όλες τις κατευθύνσεις. Όταν είσαι μικρούλα, μπορείς να ταξιδέψεις ελεύθερα και να τους περπατήσεις όλους. Μεγαλώνοντας πάλι, μου φαίνεται πως σου αρέσει να φαντάζεσαι πως τα περισσότερα μονοπάτια είναι δύσβατα.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

αστάθεια


Κάπου, σε μια χώρα μυστική και μακρινή, ήταν μια πόλη στερεωμένη πάνω σε πασσάλους στο νερό. Πάσσαλοι ψηλοί και γέρικοι, σαν ξυλοπόδαρα, έφταναν ως τα σύννεφα, εκεί που μόλις αχνοφαίνονταν οι κορυφογραμμές των βουνών που περιέβαλλαν τη λίμνη. Μια ομίχλη αραιά και θαμπή τύλιγε τα πάντα στο ζεστό της χνώτο, και τα σπίτια πρόβαλλαν και χάνονταν, σαν ακουαρέλες ξεπλυμένες στη βροχή, με σβησμένα, ξέπνοα χρώματα. Τα ξυλοπόδαρα βυθίζονταν αργά στο βυθό της λίμνης, που τα κατάπινε βασανιστικά, θάβοντάς τα στην υγρή του άμμο. Κάθε βήμα σ' αυτήν την πόλη, προκαλούσε μια σειρά αλυσιδωτών κινήσεων, οι ξύλινες πλατφόρμες, υπό το βάρος του βηματισμού, έθεταν σε κίνηση τα ξυλοπόδαρα, ξεκινούσαν μια ταλάντωση που απλωνόταν σταδιακά και συγκρουόταν με ταλαντώσεις άλλων βηματισμών, μέχρι το σύστημα να βρει μια νέα θέση ισορροπίας.
Εκεί, οι κάτοικοι ήξεραν πως κάθε βήμα, κάθε κίνηση, κάθε λέξη, ίσως και κάθε σκέψη, έσερνε πίσω της ένα σωρό αναμπουμπούλες, ανακατωσούρες κι ανακατανομές. Ίσως, απελπισμένοι, προσπαθούσαν να πιαστούν ο ένας από το μανίκι του άλλου, να κρεμαστούν από το κορδόνι ενός παπουτσιού, και να ανέβουν στη στέγη για να φωνάξουν βοήθεια. Μάταια, αφού τριγύρω είχε μόνο βουνοκορφές, ομίχλη και σύννεφα. 

Κάποιο πρωί, ξύπνησες νωχελικά ανάμεσά τους και δειλά προσπάθησες να σηκωθείς. Ψηλαφίζοντας στην υγρή ομίχλη, δοκίμασες να βρεις την έξοδο, μα παραπαίοντας για ώρες πάνω σε κινούμενες πλατφόρμες, μισογκρεμισμένες καμινάδες και θολούς ανθρώπους, βρέθηκες κάτω, να κοιτάζεις τα ήρεμα νερά της λίμνης, με την ανήσυχη αντανάκλαση της ασταθούς πόλης. Χωρίς να το πολυσκεφτείς, έκανες τη βουτιά, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις ότι η έξοδος από εκείνη τη χώρα που νόμιζες μαγική και ανίκητη, περνούσε από το βυθό της λίμνης. Στον πάτο της Αστάθειας, άκουσες, ίσως, τους ήχους της να πάλλονται ξανά, μα είχες ήδη βυθιστεί στην υγρή άμμο.

Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

να 'μουν πουλί, να πέταγα ψηλά

Για κάποιες φορές που αναζητείται μια κορυφή...



Σε ποιο βουνό απόψε που πονώ,
θα πάω να βρω τ' αθάνατο νερό.
Σε ποια οξιά θα βρω τη μοναξιά,
σε ποια πηγή θα γειάνω την πληγή.

Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.
Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.

Να 'μουν πουλί να πέταγα ψηλά,
τους στεναγμούς να ρίξω χαμηλά.
Πικρός καημός, τετράδιπλη χαρά,
να 'σαι φτωχός με πλούσια καρδιά.

Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.
Μέσα στη ζωή που βρέθηκα,
για να πονώ, για να πονώ, βαρέθηκα.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

μια άθραυστη διάφανη φούσκα

Προσπαθείς να ισορροπήσεις στην τομή δύο κόσμων. Αυτού που είναι γύρω σου και του άλλου που βρίσκεται μέσα σου. Στο μυαλό σου, χιλιάδες εικόνες ασταμάτητα αναδημιουργούνται, χιλιάδες σκέψεις διαρκώς αναφλέγονται, χιλιάδες άπιαστοι κόσμοι γεννιούνται, μεγαλώνουν και πεθαίνουν κάθε λεπτό.
Κι είναι φορές που οι διάφανοι μέσα κόσμοι αποκτούν υπόσταση, αυξάνονται και δυναμώνουν, ζωντανεύουν σαν ειδικά εφέ από ταινία φαντασίας, ξεπερνούν τα όρια του σώματός σου και σε περιβάλλουν, σε περικυκλώνουν, σε προστατεύουν, σε σφίγγουν απαλά. Κι είναι φορές που η στιβαρή πραγματικότητα του εξω κόσμου αλλοιώνεται και απομακρύνεται, λιώνει αργά σαν πάγος σ' ένα λακκάκι με καυτή άμμο κι εσύ τη χαζεύεις αργά, αργά και ήρεμα καθώς συρρικνώνεται μπροστά σου.
Στους δυο σου κόσμους, δεν έχεις την ίδια θέση. Κι αν στον αληθινό και μεγάλο έχεις το ρόλο θεατή, στον ψεύτικο και μικροσκοπικό είσαι ο πρωταγωνιστής. Κι αν το ένα σκηνικό ετοιμάζεται να σε ρουφήξει και να σε καταπιεί ενώ βρίσκεται μέσα σου, το άλλο το βλέπεις αδρά να απομακρύνεται ολόκληρο ενώ βρίσκεται παντού τριγύρω.
Κάτι τέτοιες φορές, μια άθραυστη διάφανη φούσκα σε κλείνει μέσα της και σε ανεβάζει ψηλά ψηλά, εκεί που μπορείς πια να διακρίνεις τις κορυφογραμμές, τα αστέρια και τα βουνά. Μα δεν ξέρεις, δεν μπορείς πια να διακρίνεις, τα όνειρα. Κάποιο μαγικά σ' έχει κλέψει και δυσκολεύεσαι, δε θέλεις να ξυπνήσεις.


επιστροφή

[Joan Miró, Bleu II, 1961]

Κάθε φορά που σε κοιτάζω, γίνομαι κι εγώ μια μαύρη κουκκίδα που επιπλέει δίπλα στη δική σου. Μέσα στη δική σου θάλασσα αναγνωρίζω στεριές και απύθμενα βάθη, ανεξερεύνητους βυθούς, επιθυμίες και φόβους. Στα δάκρυά σου κολυμπώ, κι είναι η αλμύρα τους τόσο ζεστή που με τυλίγει σφιχτά και με παρηγορεί σαν παραμύθι της γιαγιάς. Κι είναι η ίδια αλμύρα αυτή που συναντάω στο γέλιο σου, αγαπημένε, και το φως της με τυφλώνει γλυκά, σαν ήλιος καλοκαιριού το σούρουπο στην παραλία.
Κάθε φορά που σ' αγκαλιάζω, απαλλάσσομαι από τα ρούχα που καιρό φορούσα και δοκιμάζω για λίγο να εκτεθώ γυμνή. Κι ύστερα, δοκιμάζω δειλά καινούρια φορέματα και επιπλέω ξανά σαν άλλη μαύρη κουκκίδα στο απέραντο μπλε. 
Ίσως, κάποια μέρα, καταφέρω να γίνω η κουκκίδα που ξεστράτισε ψάχνοντας να βρει το δικό της ολόθερμο ήλιο. Και κάπως, σε κάποια χρονική στιγμή, ίσως, σε κάποιο σημείο, συναντηθούν οι ήλιοι μας και μπορέσουμε να κοιταχτούμε ολόγυμνοι και να αγκαλιαστούμε ολόγυμνοι κι έτσι χαμογελαστοί να αποκοιμηθούμε στη θέρμη.
Και τότε, αγαπημένε, μπορεί να γίνουμε μια κόκκινη μυστηριώδης γραμμή στην ανεξερεύνητη θάλασσα, ένα μικρό όριο στον ατελείωτο ορίζοντα.

(μια μικρή εσωστρεφής επιστροφή εδώ)

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Ακαπούλκο

Ακαπούλκο! Ακαπούουουλκο...

Μια φωνή, δυνατή και κοφτή, σε κάνει να διακόψεις απότομα και να σηκώσεις το βλέμμα. Μετά αντιλαμβάνεσαι τη βουή του κόσμου, την οχλαγωγία, το βιαστικό πηγαινέλα που μυρίζει πρώτες ηλιαχτίδες της άνοιξης. Και ήσουν κάπου εκεί, σε μια Αόρατη Πόλη, να περπατάς ανάμεσα σε Πενάτες και Λάρητες. Αυτό είναι το Ακαπούλκο. Κι ο Μάρκο Πόλο αφηγείται στον Κουμπλάι Χαν με νοήματα και νεύματα και χειρονομίες και αντικείμενα που βάζει στη σειρά και με παρτίδες σκάκι, κι εκείνος κάθεται αναπαυτικά σε μεταξωτές κεντημένες μαξιλάρες και καπνίζει τη μεγάλη πίπα του. Αυτό είναι το Ακαπούλκο. Και οι άνθρωποι πάνε κι έρχονται πάνε κι έρχονται, σταματάνε, πουλάνε και αγοράζουνε. Κι ο ήλιος παίζει κρυφτούλι με τα σύννεφα, κι ο αέρας φυσάει και σου παίρνει τα χαρτιά και ρίχνει τα πλατανόφυλλα πάνω στις τσάντες του μικροπωλητή. Αυτό είναι το Ακαπούλκο. Είναι Πέμπτη μεσημέρι, η πρώτη ηλιόλουστη Πέμπτη του Μάρτη, κι έχει ζέστη εκτυφλωτική, φοράς μια μπλε ζακέτα και καφέ παντελόνι και όλα σου χαμογελάνε κι είσαι ελεύθερη ελεύθερη μέσα στον ήλιο. Ακαπούλκο.

Στην πρώτη σελίδα των Αόρατων Πόλεων, έχεις γραμμένο Ακαπούλκο. Τι χαζή σκέψη, τι χαζή κίνηση, μια ανόητη λέξη σημειωμένη στο βιβλίο. Και ποιος θα θυμάται τι είναι, τι σημαίνει Ακαπούλκο...
Και σήμερα, ανοίγοντας το βιβλίο, διάβασες Ακαπούλκο. Και τα θυμήθηκες όλα. Βγήκαν από το βιβλίο όλο ορμή, λες κι είχες ανοίξει κάποιο μαγικό κουτί με χρόνια παγιδευμένους δαίμονες. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι στο κέντρο κι εσύ καθισμένη στο παγκάκι στον πεζόδρομο, σαν ανέμελη τουρίστας στη ζωή, περιπλανιόσουν στις Αόρατες Πόλεις και καταβρόχθιζες σελίδα σελίδα τον Καλβίνο. Ήταν εκεί το Ακαπούλκο, γύρισες το κεφάλι δεξιά και τεντώθηκες λίγο, είδες έναν κύριο εξοργισμένο με ριγέ πουκάμισο, θα φορούσε σακάκι αλλά θυμάσαι μόνο το πουκάμισο, και ούρλιαζε. Ακαπούλκοοο. Μέσα από το εξώφυλλο με το κάστρο, ξεπετάχτηκαν όλα: μυρωδιές και χρώματα λουλουδιών, ήταν ωραία η Αθήνα την άνοιξη κάποτε, ηρεμία και θρόισμα φύλλων και φωνές στο βάθος. Κι ο αυτοκράτορας Κουμπλάι Χαν να καπνίζει ατάραχος την πίπα του και να παρατηρεί τις μνήμες που ανασκεύαζε ακούγοντας ιστορίες για πόλεις μακρινές.

Έχεις πάει στο Ακαπούλκο, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ήταν Πέμπτη μεσημέρι και το λιμάνι βρισκόταν ακριβώς από πίσω σου, κι εσύ όλο και άκουγες τους αχθοφόρους να φωνάζουν, μα δεν τους είδες ποτέ.


φωτάκια

(αστρικό παραλήρημα σε κινούμενο υπεραστικό λεωφορείο)

Μικρά, υπομονετικά αναμμένα φωτάκια, στη σειρά
ακίνητα αναμένουν, υποδοχές
Σε παράξενους τακτικούς σχηματισμούς, σαν μονόχρωμα
γαλανά τάγματα από σημεία
Κι ύστερα, πολύχρωμες στρατιές ινδιάνων και ορδές
εξεγερμένων ιθαγενών πολεμιστών
Με τα τσεκούρια στον αέρα, εξαπολύοντας αλαλαγμούς
σε ρυθμική επίθεση
Μικροί μακρινοί αστερισμοί τρεμοσβήνουν και χάνονται
στο αόρατο βάθος

Και πύρινες αστραπιαίες βολίδες διασχίζουν το οπτικό σου πεδίο,
αναφλέγονται και σκορπίζουν στιγμιαία 
τη λάμψη τους στο παχύ σκοτάδι του σύμπαντος

Κι εσύ, σαν να έχεις καθίσει αναπαυτικά στη ράχη 
του δικού σου κινούμενου αστερισμού, παρατηρείς
Από απόσταση, ενώ φαντασιώνεσαι ένα ιδανικό
σύμπαν γεμάτο φωτεινά σημεία μηδενικής μάζας

Αόρατη κι ελεύθερη

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

υπό κλίμακα



Κρυφακούγοντας τους διαλόγους της πόλης, στήνοντας αυτί ή περνώντας ξυστά πλάι τους, μετράς διαστάσεις και φράσεις κι αισθήματα, μετράς τη σημασία, την αφοσίωση και την οργή.

Ναι, ναι, άσ'το εκεί, καλά είναι... Κοντά, 5-6 χιλιόμετρα από την ακτή. Ε, είναι μια ώρα δρόμος, πάω κι έρχομαι... Θα πεταχτείς μέχρι το κέντρο να μου πάρεις ένα κουτάκι που θέλω; Λίγο πιο κάτω, ε, θα το δεις μπροστά σου, περίπου στα 200 μέτρα... Κάνα μέτρο πιο εδώ δηλαδή; Ε, τίποτα, ούτε έναν όροφο ψηλότερα. Λέω να αφήσω ένα χιλιοστό γύρω γύρω για να κάνει διαφορά. Άσε καλύτερα ενάμισι. Κοίτα, είναι περίπου 6 εκατοστά. 20, 30 πόντους, μην το κάνεις πολύ μεγάλο. Ξέρω κι εγώ τώρα, ένα οικοπεδάκι 10 στρέμματα. Λοιπόν, 54 τετραγωνικά, ευάερο ευήλιο, αλλά παραμένει ακριβό. Και τα 42 τετραγωνικά βεράντα; θα κάνετε κάτι πάρτι εκεί... Νομίζω μισό χιλιοστό είναι ιδανικό, ξεχωρίζει τέλεια.

Ξέρεις τις αποστάσεις που διασχίζεις καθημερινά από καρδιάς, μετρημένες με βήματα, τα μεγέθη των χώρων σου με το μάτι, τα καθημερινά σου αντικείμενα με το βάρος τους στην παλάμη σου. Κι είναι φορές, πολλές φορές, που τα χιλιοστά δε σε αφορούν, τα εκατοστά γίνονται μέτρα και τα μέτρα χιλιόμετρα, πάντα χωρίς αξία. Το ξέρω. Το ξέρω καλά. Μα αν αφήσω τα ακροδάχτυλά μου να διατρέξουν το κορμί σου, θα υποδιαιρώ τα χιλιοστά στα χίλια και θα θέλω να τα γνωρίσω όλα, ένα προς ένα, κι όλα τα χιλιόμετρα του κόσμου θα είναι λίγα.

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

παράσιτα

Μέσα στο μικρό φαρμακείο, κάτι στην ατμόσφαιρα σε ξενίζει. Κάτι μικρό και υπέροχο, ανοίκειο και οικείο μαζί. Κάτι παράξενο, κάτι μυστηριακό, κάτι απρόσμενο, κάτι... Ο χρόνος κυλάει αργά, και το φως της ημέρας δε φτάνει μέχρι το βάθος της στοάς, που παραμένει δροσερή παρά τους 30 βαθμούς υπό σκιά στο πεζοδρόμιο. 
Ο παπούλης φαρμακοποιός ακούει κλασσική μουσική, νωρίς το πρωί, και όλα είναι γαλήνια. Σαν το πρόσωπό του. Γαλήνια σαν τα γαλάζια μάτια του, δύο λίμνες γεμάτες στεναγμούς και  πόνους και κούραση αρκετών δεκαετιών. Γαλήνια σαν τις κινήσεις του, όταν ψάχνει αργά και διεξοδικά να σου βρει το κατάλληλο κουτί. Ο χρόνος έχει σταματήσει, η κίνηση του δρόμου, οι κόρνες και οι φωνές της λαϊκής έχουν εκτοπιστεί σε ένα σκηνικό ηχητικό βάθος και το άγχος της καθημερινότητας έχει καλυφθεί από αυτήν την ιδιόμορφη αίσθηση που σου κεντρίζει την περιέργεια στο μικρό φαρμακείο.
Και ύστερα παρατηρείς. Ω ναι! Ένα κασετόφωνο. Ένα κασετόφωνο GRUNDIG, μακρουλό, μαύρο, σαν εκείνα των σχολικών αιθουσών. Εκείνα που ήταν βαριά και τα κουβαλούσε η δασκάλα των αγγλικών με κόπο, κουτσαίνοντας και προσπαθώντας να συγκρατήσει στο άλλο χέρι τη στοίβα με τα βιβλία και την τσάντα που από το βάρος ξεγλιστρούσε απ' τον ώμο και έπεφτε ως τον αγκώνα. Ένα πραγματικό κασετόφωνο, χωρίς CD, χωρίς mp3, μα με κεραία. Και τα παράσιτα. Ω ναι! Τα παράσιτα του ραδιοφώνου. Όχι! Τα παράσιτα της παλιάς κασέτας, που ξετυλίγει αργά, αργά την ταινία της, γυρίζοντας πίσω από το διαφανές πορτάκι της. Γαλήνια.
Κάτι στην ατμόσφαιρα του μικρού φαρμακείου σε ξενίζει ευχάριστα. Γνώριμη αίσθηση, γνώριμος ήχος, γνώριμη πολύωρη αναμονή στο ραδιόφωνο, για να ακούσεις, ανάμεσα σε μικρά παράσιτα, τη μουσική που περίμενες. Γνώριμη, μα τόσο μακρινή. Σαν νά 'ταν μνήμη κάποιου άλλου, τοποθετημένη ανάμεσα στις δικές σου.
Στην έξοδο, πίσω στο δρόμο, την κίνηση, τα φρεναρίσματα, τις κόρνες, τα τρόλεϊ που ποτέ δε φτάνουν στην ώρα τους, και τη ζέστη. Στο μυαλό σου, εικόνες από το κασετόφωνο, τραγούδια που κάποτε σιγοτραγουδούσες με το αφτί κολλημένο στο ηχείο, και νύχτες βροχερές γεμάτες παράσιτα, ήχους και στίχους. Ένας κόσμος ξεχασμένος και αναπόφευκτα νεκρός , ζωντάνεψε στιγμιαία μέσα στη φαντασιακή σου μνήμη. Κι έμεινες εκεί, μακριά από θορύβους και κόρνες και φωνές και τσακωμούς.
Έμεινες εκεί, με ένα τραγούδι να στιφογυρίζει στο κασετόφωνο του μυαλού σου. Γαλήνια και πεντακάθαρα. Μόλις γυρίσεις σπίτι, θα ανοίξεις το ραδιόφωνο και θα το περιμένεις. Ή θα βάλεις την κασέτα να παίζει καθώς μαγειρεύεις. Κι έτσι γλυκά, ανάμεσα στα παράσιτα, θα το ερωτευτείς ξανά και ξανά. Καλημέρα.

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

βαβέλ

Μέσα σε ελάχιστα, κινούμενα, τετραγωνικά μέτρα, το τρόλει είναι φτιαγμένο για να χωράει και να εξυπηρετεί αναρίθμητους, μετακινούμενους, ανθρώπους. Τους καταπίνει λαίμαργα, τους ανακατεύει με μανία και τους ξεβράζει απότομα πίσω στη ζούγκλα της καθημερινής Αθήνας. Το απόλυτο χωνευτήρι εθνών, θρησκειών, πολιτισμών, συμπεριφορών και τρόπων, μα πάνω απ' όλα γλωσσών. Μια πραγματική βαβέλ πάνω σε ρόδες.
Λέξεις, φράσεις, ερωτήσεις, καβγάδες και φιλοφρονήσεις, όλα σε γλώσσες ακαταλαβίστικες, διαφορετικές, παράξενες, απολαυστικά μπερδεμένες. Γλώσσες προσαρμοσμένες στην αθηναϊκή διάλεκτο της καθημερινότητας, με εμφανείς καταβολές από κάθε γωνιά της γης, με εμφανή ίχνη άλλων γλωσσών στο διαφανές υπόβαθρο της ομιλίας. Γλώσσες που διαδεχονται η μία την άλλη στην ίδια φράση, χωρίς παύση, χωρίς σύνδεση. Γλώσσες διαφορετικές που συντίθενται ταυτόχρονα, κι εσύ τις ακούς και τις επεξεργάζεσαι δίχως να νιώθεις τη διαφορά, διακρίνοντάς τες μόνο σε κατανοητές και ακατανόητες, γνωστές και άγνωστες.
Πόσο όμορφα θα ήταν αν τις καταλάβαινες όλες και κατάφερνες να γελάσεις, πετώντας ψηλά πάνω από τη βαβέλ, αγναντεύοντας τον πύργο ανάμεσα απ' τα σύννεφα;


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

ρούχα

αφιερωμένο και χρωστούμενο

Αγαπώ τα ρούχα. Όπως και όλα τα αντικείμενα. Τα αγαπώ με πάθος γιατί με κάνουν να αισθάνομαι όμορφα. Τα αγαπώ με πάθος γιατί με κάνουν να αισθάνομαι. 
Ρούχα. Τα ρούχα δεν είναι κομμάτια υφάσματος πρακτικά κομμένα και ραμμένα στα μέτρα σου. Τα ρούχα δεν είναι μόδα, δεν είναι κοινωνική επιταγή, δεν είναι ταυτότητα. Κι ας μιλάνε τη γλώσσα των σημείων. Τα ρούχα, πάνω απ' όλα, είναι μνήμες και συναισθήματα. Τα ρούχα είναι ιστορία και γεγονότα αμιγώς προσωπικά. Τα ρούχα είναι χάρτες, είναι ημερολόγια. Είναι παιδικά δωμάτια γεμάτα αφίσες και ζωγραφιές και σημειώματα και φωτογραφίες και γρατζουνιές στα έπιπλα και μαυρίλες στους τοίχους και σκορπισμένα παιχνίδια στο πάτωμα, να ξεχειλίζουν απ' τα σκισμένα παραμορφωμένα κουτιά τους.
Τα ρούχα είναι μνήμες. Εκείνο το μπλουζάκι το φορούσες εκείνο το βράδι που στο σινεμά το απαλό αεράκι σε έκανε να νοσταλγήσεις το μέλλον σου, καθώς το άρωμα του γιασεμιού σου ψιθύριζε νότες καλοκαιριού και μύριζε ευτυχία το βλέμμα σου. Εκείνα τα παπούτσια ταξίδεψαν σε έξι χώρες, περπάτησαν τόσες πρωτεύουσες και έχουν γραμμένα στη χιλιοπατημένη σόλα τους όλα τα βήματά σου, όλες τις πέτρες των πλακόστρωτων, όλες τις λάσπες, όλη την υγρασία του γρασιδιού, όλες τις ορθοπεταλιές, όλη τη θλίψη, όλα τα φιλιά και όλα τα όνειρα. Εκείνη η ζώνη είναι η ιστορία της θείας που πάχυνε και η ιστορία της μαμάς που ποτέ δεν τη φόρεσε. 
Και κάθε φορά που τα φοράς, κάθε φορά που τρίβονται απαλά στο σώμα σου, τα ρούχα εγγράφουν νέες μνήμες, πλημμυρίζουν με νέα αρώματα και γεμίζουν νέες αγάπες. Κάθε φορά που τα φοράς, αποτυπώνουν στη φθορά τους ένα κομμάτι δικό σου, εμπλουτίζονται με σημάδια και ουλές του καθημερινού σου πολέμου.
Γι' αυτό και δεν μπορείς να επιτρέψεις σε ένα οποιοδήποτε κομμάτι ύφασμα, όσο ακριβά καλοραμμένο κι αν είναι, να ακουμπάει επάνω σου και να εγγράφει την ιστορία σου. Γι' αυτό και δεν μπορείς να πετάξεις τα χιλιοπαλιωμένα κουρέλια που καταστρέφονται κάθε φορά που τα αγγίζεις. Γι' αυτό και μόνο εσύ ξέρεις να φυλάς τα ιδιαίτερα κομμάτια για τις ιδιαίτερες περιστάσεις, με σχεδόν εμμονικές τάσεις που μόνο εσύ καταλαβαίνεις.


ομιχλώδης διαδικτυακή φαντασία

αφιερωμένο στα ομιχλώδη πορτραίτα της μπλογκόσφαιράς μου

Ανάσες, αισθήσεις, στίξεις, σκέψεις, συναισθήματα, λέξεις, εμπειρίες και αναμνήσεις. Κατασκευάζεις την ασαφώς πεντακάθαρη διαδικτυακή σου εικόνα. Κοιτάζεις με περιέργεια άλλες, εξίσου θολές, εικόνες και βλέπεις το είδωλό σου να καθρεφτίζεται στην απαράμιλλη διαδικτυακή τους θαμπάδα. Νιώθεις, ζεις, ονειρεύεσαι, ξυπνάς και κοιμάσαι μέσα στις ίδιες εικόνες. Εκείνες, επιβλητικές, σαν κάδρα κρεμασμένα στο κάστρο, γεμάτα σκόνη που εμπνέει σεβασμό, σε καλούν να πας κοντά τους. Δε γνωρίζεις την ιστορία τους, αγνοείς τα πρόσωπα που εικονίζονται και ερμηνεύεις την εικόνα. Απλώς ερμηνεύεις την εικόνα. 
Και νιώθεις όμορφα, πολύ όμορφα. Και μπαίνεις μέσα στο ομιχλώδες σύμπαν της, και επιπλέεις ελεύθερα από άκρη σε άκρη. Και φαντάζεσαι, και δημιουργείς, και ανακατασκευάζεις, και ταυτίζεις με τις δικές σου εμπειρίες και μνήμες. Και κάπου, κάπως, κάποτε, το θολό πορτραίτο γίνεται για σένα πεντακάθαρο. Είναι πια ένα δικό σου πορτραίτο, μα δεν έχει πια σημασία. Ίσως η αρχική εικόνα έχει γίνει διάφανη μόνο για σένα κι έχεις καταφέρει να φτάσεις μαγικά στην καρδιά της. 
Ίσως η ομιχλώδης διαδικτυακή φαντασία σου είναι που τα δημιούργησε όλα. Μα δεν έχει πια σημασία. Δεν έχει πια σημασία, γιατί έχεις φτάσει ένα βήμα πιο κοντά στο μοναδικό πυρήνα που δε θα καταφέρεις ποτέ να αγγίξεις. Το άπιαστο εσωτερικό σου εγώ σου χαμογελάει γλυκά μισοκρυμένο πίσω απ' το πεντακάθαρο πορτραίτο σου (τους).

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

η τέχνη της επιλογής



Κάθε λεπτό άπειρες δυνατότητες. Κάθε στιγμή χιλιάδες προοπτικές, μα μόνο μία επιλογή. Λίγο μετά, άπειρες δυνατότητες έχουν πια καταρρεύσει και μια επιλογή παραμένει, καθορίζοντας τις νέες δυνατότητες, αποκλείοντας προοπτικές. 
Η ζωή σου είναι φτιαγμένη από στιγμές, από στιγμές που, λίγο ή πολύ, επιλέγεις και προκαλείς. Καμιά τους δεν είναι ουδέτερη, γιατί όλες μαζί διαμορφώνουν μια αλληλουχία στιγμών και καταστάσεων, που δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς και δε θα μπορούσε ποτέ να ανατραπεί. Με κάθε επιλογή που κάνεις προστίθενται νέοι κόμποι στο πλέγμα, κι εκείνο επεκτείνεται, επεκτείνεται συναντώντας άλλα πλέγματα, σταματώντας σε ακλόνητα εμπόδια, βουλιάζοντας, παραπαίοντας, τυλίγοντας σφιχτά ή αφήνοντας λάσκα. Κάθε επιλογή σου έχει βάρος, κάθε στιγμή σου περνάει ανεπιστρεπτί και αφήνει τα ίχνη της.
Κι εσύ, που ακόμα είσαι παιδί, πρέπει να μάθεις να επιλέγεις, με τόλμη και αποφασιστικότητα. Κι ύστερα, να συνεχίσεις να επιλέγεις, κάθε στιγμή, κρίνοντας εκ νέου, ισορροπώντας στιγμιαία και κοιτάζοντας γύρω. Κι όταν κοιτάξεις πίσω, να μπορείς να αναγνωρίσεις τα ίχνη σου ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, κι όταν δεις από ψηλά την εικόνα του πλέγματός σου να ξαναζήσεις κάθε του καμύλη, κάθε του στράβωμα, κάθε του κόμπο, κάθε του ασυνέχεια, και να μπορέσεις να χαμογελάσεις. Ακριβώς όπως χαμογελάς στον καθρέφτη σου τα ευτυχισμένα πρωινά.

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

ήρθε, η στιγμή που όλοι περιμένατε!

Είναι κάποια πράγματα στη ζωή, κάποιες στιγμές, που περιμένεις πώς και τί, ανυπομονείς, φαντασιώνεσαι, ονειρεύεσαι, τελειοποιείς ξανά και ξανά. Ίσως και από φόβο, από δέος για το πρωτόγνωρο, το άγνωστο. Όπως η στιγμή που θα μείνεις μόνος σου, όπως η μέρα που θα περάσεις στο πανεπιστήμιο, όπως η πρώτη σου φορά, όπως το πρώτο σου μεγάλο ταξίδι, όπως όταν θα κάνεις παιδί, όπως η μέρα της αποφοίτησής. Όπως τώρα.
Είναι που τις έχεις ζήσει τόσο πολύ, ξανά και ξανά στο μυαλό σου αυτές τις μέρες, που θα 'θελες να είναι λίγο μεγαλύτερες. Είναι που σου φάνηκαν τόσο πολλές, τόσο μεγάλες οι εκδοχές, που θα 'θελες τώρα να ήταν όλα λίγο πιο σύνθετα. Μα πάνω απ' όλα είναι που πίστεψες ότι οι μεγάλες στιγμές κυλάνε διαφορετικά. Είναι που νόμισες ότι όλα θα γίνονταν τελετουργικά, αργά, φωτεινά και κινηματογραφημένα, μ' εσένα να παρακολουθείς από μια άκρη, νηφάλια και χαμογελαστά.
Κι όμως, όχι. Όλες οι μέρες είναι ίδιες. Κι εσύ είσαι πάντα μέσα στο πλάνο, ποτέ στη θέση του σκηνοθέτη, ούτε καν στου θεατή. Κι ο χρόνος, κι ο χώρος, είναι μικρός, και δε σε χωράει. Δε χωράει τις φαντασιώσεις σου. Και δε συγχωρεί, ούτε αφήνει περιθώρια για επανεγγραφές. Απλώς υπάρχει, απλώς περνάει, αμείλικτα. Αμείλικτα γρήγορα. Και ψάχνεις να βρεις το pause, για να απολαύσεις τη στιγμή, μα έχεις χάσει το κοντρόλ. Και όλα απλώς συμβαίνουν, κι εσύ απλώς συμμετέχεις, δε σταματάς, τρέχεις, μόνο μπροστά.

Και φοβάσαι πως σε λίγο όλα θα έχουν γίνει αφρός στη μνήμη. Και τα "θα" του παρελθόντος θα έχουν μετατραπεί σε "αν". Χωρίς να το έχεις καταλάβει, τα όνειρα θα έχουν γίνει νοσταλγικές αναπολήσεις.


Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

στο βάθος θάλασσα

ή αλλιώς, θα πάρω τα βουνά

Με χιονόνερο, δυνατό δυνατό αέρα και κρύο που να κάνει τα χείλη σου να μουδιάζουν, μια βόλτα πολύωρη στα βουνά της πρωτεύουσας είναι ό,τι πρέπει. Περπατώντας, εννοείται. Με καλή παρέα και υπέροχη διάθεση, η γρίπη της επόμενης μέρας είναι δεδομένο που διόλου δε σε απασχολεί. 

Ναι, είναι αλήθεια, το κρύο αναζωογονεί και τονώνει το δέρμα. Είναι αλήθεια, ο παγωμένος αέρας που διαπερνάει το μυαλό σου, το λαιμό σου, τα ρουθούνια σου, σε κάνει να ξυπνήσεις. Να ξυπνήσεις, να αναρωτηθείς και να αποφασίσεις, να εκτιμήσεις, να γελάσεις και να κλάψεις. Κι όταν πια, εκεί στην κορυφή, οι ηλιαχτίδες βρίσκουν το δρόμο τους ανάμεσα απ' τα σύννεφα και φτάνουν στο κατεψυγμένο σου κορμί, κι εκείνη την ώρα, στο βάθος, πάνω από την άσχημη ατελείωτη πόλη, βλέπεις λίγη ομιχλώδη θάλασσα, τα καραβάκια που ακόμα εκεί, ταξιδεύουν σε πείσμα των καιρών, σου στέλνουν μια αχτίδα ευτυχίας, μια στιγμιαία λάμψη.


Ναι, θα πάρω τα βουνά. Και αν θέλεις, θα κοιτάξουμε μαζί το ηλιοβασίλεμα, μέχρι τη θάλασσα.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012