Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

ένα κορίτσι ντυμένο γυναίκα

Κλακ, κλακ. Εκεί, στον παγωμένο αέρα, τα βήματα αντηχούσαν στους δρόμους μιας ξένης πόλης. Εναλλάσσονταν ρυθμικά, αριστερό δεξί αριστερό δεξί αριστερό... Της άρεσε να τα ακούει, και στον παγωμένο αέρα ακούγονταν ξεκάθαρα. Κλακ, κλακ. Το αριστερό κλακ και το δεξί κλακ δεν ήταν ίδια. Τα δύο της πόδια δεν παρήγαγαν τον ίδιο ήχο, το ένα κλακ ήταν η απάντηση στο άλλο κλακ, όχι το τέλειο καθρέφτισμά του. Κλακ, κλακ. Επιτάχυνε. Μετρούσε το χρόνο με τα βήματα, κάθε βήμα κι ένα κλακ. Άρχισε να νιώθει τη φαρδιά παντελόνα επάνω στα καλάμια της. Το βαρύ ύφασμα έπεφτε επιβλητικά, χτυπούσε με αδράνεια στα πόδια της σε κάθε κλακ. Συγκεντρώθηκε στην αίσθηση αυτή, προσπάθησε να αγνοήσει τους ήχους. Το κάθε χτύπημα ήταν μια ανάσα, και στην ανάσα αυτή γέμιζε αυτοπεποίθηση. Η ανάσα της ήταν συντονισμένη με τα βήματα, κοφτή και σίγουρη. Στα φανάρια της άρεσε να κλείνει τα μάτια και να πλημμυρίζει το μυαλό της με σκέψεις, να αναπνέει βαθιά και να νιώθει μέσα από τα κλειστά βλέφαρα το ζεστό πράσινο φως. Κι ύστερα πάλι, κλακ, κλακ, με σταθερό ρυθμό. Εκεί, στον παγωμένο αέρα μιας ξενης πόλης, ένιωθε τις σκέψεις της κρυστάλλινες. Πανέμορφες. Ένιωσε την ανάγκη να κατοικήσει τον παγωμένο αέρα, να κάνει δική της την ξένη πόλη, να βρεθεί για λίγο στο σπίτι. Έχωσε το πρόσωπό της μέσα στο κασκόλ, ξεκίνησε να σιγοτραγουδάει μελωδίες όμορφες, παλιές, θυμήθηκε τα λόγια. Και τα βήματα μετρούσαν το χρόνο, και η ανάσα της γινόταν έντονη, πιο έντονη, δυνατή. Άρχισε να απαγγέλει τις σκέψεις της, μέσα από το κασκόλ, στον παγωμένο αέρα. Χρειαζόταν οικειότητα, χρειαζόταν στοργή και οι λέξεις αυτές ήταν ολόδικές της. Στη δική της γλώσσα, εκεί που πάντα κατοικούσε, της ήταν γνώριμοι οι ήχοι, γνώριμα τα λόγια, γνώριμη η φωνή. Χαιρόταν να ακούει αυτούς τους ήχους. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στους ήχους, να παράγει μόνο λέξεις, τη μία πίσω από την άλλη να τις αρθρώνει στην παγωμένη νύχτα. Κλακ, κλακ. Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα οι λέξεις, προσπαθούσε να μη σκέφτεται, μόνο να παράγει ήχους, ασταμάτητα, γρήγορα. Να ακούει τους ήχους να σπάνε τη σιωπή, ασυνάρτητοι. Περπάτησε πιο γρήγορα, παράγοντας υπόκωφα κλακ κλακ κλακ. Ανυπόμονα. Έφτασε σπίτι, ήταν ώρα να ακούσει την ανάσα της, να την ακουμπήσει σε ένα βιβλίο και να ξαπλώσει μέσα του. Κλακ, κλακ. Έβγαλε με μια γρήγορη κίνηση τα φορητά της χρονόμετρα. Ένιωσε το πάτωμα στις γυμνές της πατούσες. Αφουγκράστηκε, ο ήχος ήταν άλλος, άλλος κι ο ρυθμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: