Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

σπίτι, αναζητείται.

Ένα τέταρτο. Ένιωθε το ένα τέταρτο να ολοκληρώνεται. Ένα τέταρτο. Ετοιμαζόταν να το ζωγραφίσει κλειστό, στρογγυλό και γεμάτο, ακέραιο, ένα κομμάτι της διαδρομής που θα άφηνε οριστικά πίσω της. Βρισκόταν μακριά, για πρώτη φορά. Τόσο μακριά που έλειπαν οι γεύσεις και οι μυρωδιές του πρώτου τετάρτου. Ήταν μακριά από όλα εκείνα τα καθημερινά που όριζαν το σπίτι, την οικειότητα, που προκαλούσαν τη θαλπωρή της επανάληψης, τη γνώριμη αίσθηση που την παρηγορούσε, άθελά της, επί ένα τέταρτο του αιώνα. Και είναι αλήθεια πως εκείνο το βράδυ λίγο φοβόταν. Φοβόταν μήπως το γλυκό της όνειρο για νομαδικές περιπλανήσεις την άφηνε κάποια μέρα χωρίς αναφορές, χωρίς δεσμούς, χωρίς εκείνα τα πολύχρωμα σχοινάκια που κρατάνε τα μπαλόνια κοντά στη γη. Και είναι αλήθεια πως τα μπαλόνια μοιάζουν ευτυχισμένα όταν αιωρούνται ελεύθερα. Όμως είναι επίσης αλήθεια πως φοβόταν μήπως δεν είχε πια πού να κατοικήσει, πώς να κατοικήσει. Και ήθελε χώμα, αγάπη και σώμα, ήθελε γεύσεις και ήθελε αρώματα οικεία, ήθελε ήχους ζεστούς, ήθελε λέξεις, ήθελε σπίτι. Σπίτι που να την αγκαλιάζει σφιχτά. Και ήταν τότε που έψαχνε πώς να φτιάξει το σπίτι, με κάθε τρόπο, έτσι που να μπορεί να το έχει πάντα μαζί της. Σε κάθε τέταρτο, ώσπου να μην υπάρχουν πια τέταρτα, μόνο συνέχειες, μόνο ροές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: